https://www.e-dromos.gr/wp-content/uploads/2019/02/art52.jpg

του Γιάννη Δουλφή

Η πρώτη φορά –«ευαίσθητη», αλλά άκαμπτη– «αριστερά» με τους νέους συνοδοιπόρους της, επέβαλε με περισσή υπερηφάνεια την ιδεοληπτική της άποψη με την εκ των υστέρων νομοθέτηση μιας, υπαγορευμένης από τα ξένα ισχυρά κέντρα της Δύσης, «συμφωνίας», που μεθοδεύτηκε με αλαζονική μαεστρία εν κρυπτώ, ερήμην και παρά τη θέληση της συντριπτικής πλειονότητας του κοινωνικού σώματος, και χωρίς υπέργειες συναινέσεις του πολιτικού φάσματος. Ανάλογες διαδικασίες ακολουθήθηκαν και από την ιθύνουσα ψωροελίτ του «δεύτερου μέρους».

Και τώρα γυρίζει τη σελίδα, στρεφόμενη στην «κοινωνία» των αδαών που περιφρόνησε επιδεικτικά σερβίροντάς της τα ανακυκλωμένα υλικά της τάχα «διανομής» των ψιχίων, επιλεκτικής πάντα, του υπερπλεονάσματος της αιματηρής και μη ανταποδοτικής υπερφορολόγησης των πολιτών, παράλληλα με την επαναφορά του στιλβωμένου υποδήματος της «κεντροαριστεράς», ως νέου οράματος μετά το πουκάμισο της ιώδους αριστεράς που αποδείχθηκε αδειανό και φθαρμένο από τη μεγάλη χρήση.

Ετερόκλητες συμμαχίες

Η ετερογένεια των κοινωνικών δυνάμεων που οδήγησε ως κίνηση ύστατης απόγνωσης στην εκλογική επικράτηση του σημερινού κυβερνητικού μορφώματος, λοιδορήθηκε απαξιωτικά ως ετερόκλητος όχλος όταν τόλμησε να εκδηλώσει αντίθετες της υπεροπτικής, εθελόδουλης, ψοφοδεούς νέο-ελίτ, αξιώσεις, παρά το γεγονός ότι η πολιτική ετερογένεια υπήρξε γενεσιουργός παράγοντας στη συγκρότηση των προπατόρων της, από το ΣΥΝ και στη συνέχεια στο ΣΥΡΙΖΑ για να καταλήξουμε στην πρώτη φορά κυβέρνηση της αριστεράς, που ουδόλως υπήρξε τέτοια, αφού εξ αρχής συμπεριελήφθη σ’ αυτή, πλειάδα φθαρμένων στελεχών από όλο το πολιτικό φάσμα, που κυβέρνησε τη χώρα μεταπολεμικά και μεταπολιτευτικά, όχι μόνο από τον τέως κυβερνητικό εταίρο ΑΝΕΛ, αλλά από το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ και την ίδια τη Ν.Δ., σε ένα εσμό ανερμάτιστων αριβιστών αφού ξεφορτώθηκε τα βαρίδια των μη πρόθυμων.

Εξ άλλου και η κοινωνική στρωμάτωση που στηρίζει την κυβέρνηση, μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ετερόκλητη, αφού δεν είναι απλά ετερογενής, αλλά συγκροτείται από διακριτά υποσύνολα με αντιφατικά συμφέροντα, σε μια ευκαιριακή και ετεροβαρή κοινωνική συμμαχία. Στο κάτω μέρος της πυραμίδας βρίσκεται ένα απολύτως εξαθλιωμένο κομμάτι της κοινωνίας, που ικανοποιείται με την εσωτερική στους από κάτω εισοδηματική αναδιανομή με ψιχία αιματοβαμμένων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, ενώ στο άνω μέρος μια μικροαστικής νοοτροπίας ιντελιγκέντσια, από τον ακαδημαϊκό χώρο, τη δημοσιογραφία, και τον χώρο της κουλτούρας γενικά σε συνδυασμό με ένα κοσμοπολίτικο μικροαστικό στρώμα, ακραία φιλοευρωπαϊκό ως εκ τούτου, είτε της γραφειοκρατίας, είτε της επιδοτούμενης επιχειρηματικότητας, που ηγεμονεύει. Στο ενδιάμεσο υπάρχει βέβαια το μεγάλο κοινωνικό στρώμα της δημοσιοϋπαλληλίας, που παρά τα εισοδηματικά και εν γένει οικονομικά πλήγματα που έχει δεχθεί, διαπνέεται από μια κομφορμιστική νοοτροπία διατήρησης της εργασιακής ασφάλειας που αισθάνεται.

Πηγή στοιχείων: Τράπεζα της Ελλάδας, ΕΣΥΕ, ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat

Ο ακραίος ευρωπαϊσμός που σταδιακά ηγεμόνευσε στην ελληνική κοινωνία, με τις μεταμορφώσεις του, εξακολουθεί να προτάσσεται ως συνώνυμο της προόδου από το σύνολο του πολιτικού προσωπικού και να διακατέχει, παρά τη φθορά του, τον «κοινό νου» της υποτελούς νοοτροπίας, παρά το γεγονός ότι γίναμε Ευρωπαίοι, όχι συγκλίνοντας και «εκσυγχρονιζόμενοι», αλλά ως υπόδουλο εξάρτημα των ισχυρών κρατικών δυνάμεων που κυριαρχούν στην «Ένωση» (1).

Οξύμωρο εκ πρώτης όψεως φαινόμενο, όταν ήδη στις χώρες του «ευρωπαϊκού κέντρου», κλυδωνίζεται από τις αντιφάσεις που διαμόρφωσε.

Κάθε νέο πολιτικό αφήγημα και η εφαρμογή του μας βύθισε όλο και πιο βαθιά και έσφιξε περισσότερο τους δεσμούς εξάρτησης. Από την καραμανλική εθνική θωράκιση, στον σημιτικό εκσυγχρονισμό και το όραμα της ισχυρής Ελλάδας, στη μνημονιακή συμμόρφωση της εξυγίανσης, ολισθήσαμε στην ανακύκλωση και αναδιανομή της φτώχειας.

Διαιρέσεις και εναλλακτικό σχέδιο

η εγρήγορση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας –για καιρό καθηλωμένης και απαξιωμένης από τις μνημονιακές πολιτικές και τη χαριστική βολή που της έδωσε η σημερινή κυβερνητική «πλειοψηφία»– όρθωσε το ανάστημά της όταν αισθάνθηκε ότι απειλούνται πλέον και τα στοιχειώδη εθνικού χαρακτήρα δεδομένα της, με τις εντυπωσιακές εκλάμψεις στα μεγαλειώδη συλλαλητήρια, αλλά η μόνιμη περιφρόνησή της από την πολιτική τάξη του συστήματος, παρήγε για άλλη μια φορά τα «τετελεσμένα» της.

Αν η «κεντροαριστερά» της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης εξέφρασε τις κοινωνικές απαιτήσεις, ενσωματώνοντάς τις στο κράτος πρόνοιας, η νεοφιλελεύθερη φιλανθρωπία του ΣΥΡΙΖΑ και της αναπαλαιωμένης εκδοχής της, που εξεργάζεται ενάντια στους «ακροδεξιούς λαϊκιστές», ουδόλως προσομοιάζουν

Αν η ομοψυχία που εκδηλώθηκε με την αντίθεση απέναντι στις κυβερνητικές μεθοδεύσεις γύρω από το εθνικό ζήτημα υπήρξε η συμπύκνωση όλης της υποβόσκουσας οργής της κοινωνικής πλειονότητας, φαίνεται πως δεν είναι το ίδιο εύκολο το ξεπέρασμα των κοινωνικών διαιρέσεων ως προς την κοινωνική πτυχή της μνημονιακής αποικιακής εξάρτησης και αυτό καθιστά πιο εύκολες τις μεθοδεύσεις, μέσω της «διανομής» των πλασματικών ψιχίων της υποταγής, της κυβερνητικής μακροημέρευσης και του φθαρμένου πολιτικού συστήματος εν γένει. Αν, λοιπόν, η ευκολία εκδήλωσης του εθνικού «αισθήματος» ως ύστατου συνεκτικού ιστού της αμυνόμενης κοινωνικής πλειονότητας, εξαντλείται, όπως εξαντλήθηκε και το πάνδημο ΟΧΙ του ψευτο-δημοψηφίσματος του 2015, τίθεται εκ των πραγμάτων το ζήτημα της δύσκολης συνάρθρωσης των αξιώσεων του ετερογενούς κοινωνικού πλήθους, ως συνολικής κοινωνικής απαίτησης. Οι διαιρέσεις του κόσμου της εργασίας –μισθωτής ή αυτοαπασχολούμενης– δεν μπορούν να τον ενοποιήσουν ως «ταξική» αντικειμενική υπόσταση, ούτε να του προσδώσουν ανάλογη συνείδηση «συμφερόντων» ή «ταξικών μακροπρόθεσμων στόχων». Ανάλογες είναι και οι διαιρέσεις μεταξύ του νέου προλεταριάτου των ημικατεστραμμένων μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του τμήματος εκείνου που πασχίζει να επιβιώσει διατηρώντας την υπόστασή του, όπως και στο αγροτικό κόσμο, που εξακολουθεί να στηρίζει την ύπαρξή του στις επιδοτήσεις της Ε.Ε.

Αν η «κεντροαριστερά» της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης εξέφρασε τις κοινωνικές απαιτήσεις, ενσωματώνοντάς τις στο κράτος πρόνοιας, η νεοφιλελεύθερη φιλανθρωπία του ΣΥΡΙΖΑ και της αναπαλαιωμένης εκδοχής της, που εξεργάζεται ενάντια στους «ακροδεξιούς λαϊκιστές», ουδόλως προσομοιάζουν. Η έλλειψη ελκυστικότητας δεν συνεπάγεται από μόνη της, ότι δεν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά, στο βαθμό που δεν εμφανίζεται ένα συλλογικό κοινωνικο-πολιτικό υποκείμενο με εναλλακτικό σχέδιο και όραμα, που μπορεί να υπερβεί τον κοινωνικό κατακερματισμό και την ατομική επιβίωση μέσω της υποταγής και της υποτέλειας, ανιχνεύοντας το ενοποιητικό στοιχείο της πραγματικής κοινωνικής πόλωσης.

Η φορολογική επιβάρυνση γίνεται ακόμη βαρύτερη για την κοινωνική πλειονότητα, αν συνυπολογισθεί το γεγονός της μείωσης της κοινωνικής της ανταποδοτικότητας, η επίρριψη στα πιο αδύναμα εισοδηματικά στρώματα με ελάφρυνση των ανώτερων και η εφεύρεση νέων επιβαρύνσεων δυσανάλογων με το εισόδημα ή ανεξάρτητων από αυτό εν είδει κεφαλικών φόρων

 

Το νεωτερικό κοινωνικό σύστημα που αναδύθηκε στις ευρωπαϊκές χώρες και εξαπλώθηκε με πολυμορφία στον κόσμο, μεταμορφώνεται συνεχώς για να συντηρήσει την ύπαρξή του, ενσωματώνοντας ποικίλα στοιχεία. Στα πλαίσια αυτά, επανέρχονται προγενέστεροι τρόποι απόσπασης οικονομικών πόρων της κοινωνίας, όπως εσχάτως και ιδιαίτερα στο ιδιότυπο καθεστώς που επιβλήθηκε στη χώρα μας, το φοροκρατικό σύστημα. Αυτό συνδέεται με το κρατικό χρέος και την αποπληρωμή του στους ξένους δανειστές/δυνάστες –μέσω κυρίως και της νομισματικής εξάρτησης (που το κατέστησε τέτοιο). Αν οι καπιταλιστικές σχέσεις κυριαρχούν μέσω της νομισματικής κυκλοφορίας και της ευρωζωνικής εξάρτησης, ο φοροκρατικός μηχανισμός αποκτά κεντρικό ρόλο, στην απορρόφηση του οικονομικού προϊόντος και την κυριάρχηση της κοινωνίας.

Αφετέρου, η αποστέρηση της κοινωνικής πλειονότητας από τα μέσα συντήρησής της, διευρύνει την υπερχρέωσή της, λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των υπέρογκων αυτών επιβαρύνσεων, σε ένα φαύλο κύκλο διόγκωσης των συγκοινωνούντων δοχείων κρατικού και ιδιωτικού χρέους (συμπεριλαμβανομένου αυτού προς την τραπεζοκρατία), με συνέπεια την υφαρπαγή των υλικών περιουσιακών της στοιχείων. Όσο διατηρούνται υψηλά ή αυξανόμενα ποσοστά «αναγκαστικού» (μη επενδυόμενου παραγωγικά) κοινωνικού πλεονάσματος, ιδιοποιούμενου είτε μέσω του φοροκρατικού μηχανισμού υπέρ των δανειστών, είτε προς όφελος των κυρίαρχων στρωμάτων ή της συντήρησης της μη παραγωγικής εργασίας, συρρικνώνοντας το προϊόν που αναλώνεται και ακόμη και την παραγωγή που δεν μπορεί να απορροφηθεί, τόσο η φτώχεια θα γενικεύεται, θα εντείνεται και θα εξαπλώνεται σε μια ατέρμονη, αδιέξοδη συνεχή καθίζηση (2).

Μόνο μια ριζική και εκτεταμένη παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να οδηγήσει σε ένα άλλο ξέφωτο δρόμο, αλλά αυτό απαιτεί το δύσκολο εγχείρημα της απεμπλοκής από τα σωρευμένα δεσμά της αποικιακού πλέον τύπου εξάρτησης.

Η λειτουργία αυτή των φοροκρατικών πλεονασμάτων δημιουργεί μια υλική προϋπόθεση συνάρθρωσης των επάλληλων κοινωνικών συνομαδώσεων, που θα μπορούσε δυνητικά να υπερβεί τις επιμέρους κοινωνικές διαιρέσεις και να διαμορφώσει ένα πλαίσιο πολιτικού προτάγματος. Η αποδοχή του προσκρούει στη σχάση πολιτικού συστήματος και κοινωνίας, στην αναγκαιότητα επανεφεύρεσης ενός άλλου μη εξουσιαστικού τρόπου άσκησης πολιτικής, στη δυσκολία αντιμετώπισης ενός ισχυρού συστήματος εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο, στη διάρρηξη των ευκαιριακών συμμαχιών και συναινέσεων επιβεβλημένων από τις ανάγκες επιβίωσης.


Σημειώσεις

1) «Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο, είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά» (Νίκος Καρούζος, Πέρα απ’ την κατανάλωση). Οι απαρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης που καταδεικνύουν το στίγμα και τις κατευθύνσεις της θα πρέπει να αναζητηθούν στο σκοτεινό πρόσωπο του Αυστριακού Richard Coudenhove-Kalergi, την ύπαρξη του οποίου πολλοί αγνοούν, αλλά οι ισχυροί τον θεωρούν ως τον ιδρυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1922 ίδρυσε το κίνημα «Πανευρώπη» στη Βιέννη, που στόχευε στη δημιουργία μιας Νέας Παγκόσμιας Τάξης, βασισμένης σε μια ομοσπονδία των εθνών υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για την δημιουργία μιας παγκόσμιας κυβέρνησης. Με την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, το σχέδιο τίθεται υπό νάρκωση, και η «Πανευρωπαϊκή» κίνηση αναγκάζεται να διαλυθεί, αλλά μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Kalergi, χάρη σε μία ξέφρενη και ακούραστη δραστηριότητα, καταφέρνει το σχέδιο του να γίνει αποδεκτό από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η σκυτάλη για την «ευρωπαϊκή ενοποίηση» πέρασε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον γαλλογερμανικό άξονα με τις ευλογίες των ΗΠΑ, με πρωτοστάτες δύο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες, τους Ρομπέρ Σουμάν και Ζαν Μονέ. Μέσα στο μεταπολεμικό κλίμα της άμβλυνσης των ενδοκαπιταλιστικών (ενδοϊμπεριαλιστικών) ανταγωνισμών αναπτύχθηκαν οι διαδικασίες για τη δημιουργία της ΕΟΚ, πλήρως εναρμονισμένες με τις απαιτήσεις της Pax Americana. Ιστορική καθοριστική στιγμή για την δημιουργία της ΕΟΚ ήταν το σχέδιο Μάρσαλ, που ονομάστηκε σχέδιο για την «ανασυγκρότηση της Ευρώπης», έδωσε την ώθηση για τη δημιουργία της Ε.Ε. από το 1948 κιόλας. οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κατέληξαν στο ότι η από κοινού διαχείριση της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα θα καθιστούσε στο μέλλον έναν πόλεμο μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας –όπως επί λέξει αναφέρεται στη διακήρυξη– «όχι μόνον αδιανόητο αλλά και υλικά αδύνατο». Μέσα από τις διαδοχικές διευρύνσεις και μετασχηματισμούς με την υποτελή ενσωμάτωση των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ και συνθήκες εσωτερικής αποικιοποίησης των αδύναμων «μελών», η άμβλυνση των κεφαλαιοκρατικών ανταγωνισμών συνδέθηκε άρρηκτα με μια άνευ προηγουμένου επίθεση στον κόσμο της εργασίας, βοηθούντος και του δυσμενούς γι’ αυτόν παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων, που επέτεινε η κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ως αντίπαλου δέους, ώστε να αποτελεί πλέον μια μικρογραφία της παγκόσμιας διαίρεσης του κόσμου.

2) Η στροφή σε μια έντονη εξωστρέφεια της οικονομίας με την παραγωγή να κατευθύνεται στις εξαγωγές, που προτείνεται ως διέξοδος από τους κυρίαρχους κύκλους, πέραν των αρνητικών κοινωνικών επιπτώσεων, προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια της παραγωγικής δομής, όπως έδειξε και η αδυναμία τους καθ’ όλη τη μνημονιακή περίοδο όπου παρά την καταβαράθρωση του μισθολογικού κόστους, υπήρξε μείωση της μέσης παραγωγικότητας της οικονομίας. Η ανταγωνιστικότητα, ως εκ τούτου –εξαρτώμενη βέβαια και από άλλους παράγοντες που ουδόλως βελτιώθηκαν– των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων σε σύγκριση με τα ομοειδή παραγόμενα σε χώρες χαμηλού μισθολογικού κόστους υστερεί ακόμη πολύ. Η μισθολογική μείωση άλλωστε περιορίζει και την εγχωρίως παραγόμενη προστιθέμενη αξία, δεδομένης δε της χαμηλής καθετοποίησης της παραγωγικής δομής, μια μεγάλη αύξηση των εξαγωγών προϋποθέτει και αντίστοιχα μεγάλη αύξηση των εισαγωγών μέσων παραγωγής. Το αποτέλεσμα επομένως μιας μεγάλης εξωστρέφειας δημιουργεί μεγάλους βαθμούς εξάρτησης με αμφίβολη αποτελεσματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πιο έντονα εξωστρεφής, τουριστική δραστηριότητα, με τις μεγάλες διεθνείς εταιρίες διακίνησης, να καθορίζουν τιμές και ροές, η εποχικότητά της, η χαμηλή ειδίκευση και αμοιβή της απασχολούμενης εργασίας, το χαμηλό «περιθώριο κέρδους» και η συνεπαγόμενη υπερχρέωση και υποθήκευση των μονάδων και καταλυμάτων.

Δρόμος της Αριστεράς