Του Γιώργου Παυλόπουλου

Η κυβέρνηση ολοκληρώνει το πολιτικό συμβόλαιο θανάτου που είχε αναλάβει από κεφάλαιο, ΕΕ και ΗΠΑ – εκκρεμότητα τα «κόκκινα δάνεια»

Ο λαός δεν έχει ανάγκη από «αποκούμπι» ή καταφύγιο, αλλά από αντεπίθεση και νίκες

Με την ψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών, Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ έκαναν ένα αποφασιστικό βήμα προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει τόσο απέναντι στην ελληνική αστική τάξη όσο και απέναντι σε ΕΕ, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ – σαν ένα συμβόλαιο θανάτου που είχε ανατεθεί σε μια εταιρία πολιτικών δολοφόνων. Η ετερόκλητη συμμαχία που τους διασφάλισε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία προέκυψε, βεβαίως, με ανάλογο τρόπο (αν και όχι εξίσου κραυγαλέο) όπως η αντίστοιχη του Ζάεφ στην Δημοκρατία της Μακεδονίας – ή Βόρεια Μακεδονία, όπως ονομάζεται πλέον επισήμως και παρά τη θέληση του λαού της. Αυτό, όμως, μικρή σημασία έχει για τον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση  και τους συμμάχους τους, που και σε αυτή την περίπτωση  λειτούργησαν με βάση το δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Της εξέλιξης αυτής, όπως είναι γνωστό, είχε προηγηθεί η υπερψήφιση του προϋπολογισμού του 2019, που ήταν ο πρώτος της μακράς περιόδου του μνημονίου διαρκείας το οποίο υπέγραψε τον περασμένο Αύγουστο η κυβέρνηση με τους δανειστές, ενεχειριάζοντάς τους για πολλές δεκαετίες την δημόσια περιουσία και το μέλλον της χώρας. Έτσι, με τη θέλησή τους πλέον και όχι λόγω καταναγκασμού, όπως έχουν πει σε όλους τους τόνους Τσίπρας, Τσακαλώτος και άλλοι υπουργοί, προχωρούν ακάθεκτοι στη υλοποίηση του σχεδίου αντιδραστικής ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού στο εσωτερικό . Δίνοντας ως αντάλλαγμα κάποια ψίχουλα προς τα ιδιαιτέρως καταπονημένα και σε μεγάλο βαθμό εξαθλιωμένα κατώτερα λαϊκά στρώματα, ώστε να διασφαλιστεί η σιωπή και η ανοχή τους.

Πρόκειται για μια ανασυγκρότηση η οποία εξελίσσεται ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα: Στην πλήρη αποδιάρθρωση και ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, στην (άμεση ή έμμεση) εκχώρηση στο ιδιωτικό κεφάλαιο τόσο της δημόσιας περιουσίας όσο και ζωτικών λειτουργιών του κράτους, στην αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, την αναβάθμιση των μηχανισμών καταστολής και του ρόλου τους – με «κορωνίδα» τη συνταγματική αναθεώρηση. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι αλλαγές στην εκπαίδευση, που πέρασαν πρόσφατα από τη βουλή (αλλά όχι από τους ηρωικά μαχόμενους εκπαιδευτικούς), οδηγώντας στην απότομη υποβάθμιση του πτυχίου και τη θέσπιση του προσοντολογίου και της αξιολόγησης.

Μοναδική σημαντική εκκρεμότητα φαίνεται πως έχει παραμείνει το ζήτημα των «κόκκινων δανείων». Η παράταση ως το τέλος Φεβρουαρίου του «νόμου Κατσέλη», που αποτελούσε το μοναδικό ουσιαστικά θεσμικό ανάχωμα στις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς της πρώτης και της λαϊκής κατοικίας, είναι φανερό ότι ήταν ένα προσωρινό μέτρο, προκειμένου η κυβέρνηση να «καθαρίσει» τα άλλα μέτωπα που είχε ανοιχτά. Πλέον, με βάση και τις ασφυκτικές πιέσεις «θεσμών» και ΕΚΤ, είναι σαφές ότι βρίσκεται στα σκαριά μια μόνιμη λύση, η οποία θα καταργεί πρακτικά κάθε δίχτυ προστασίας και θα αφήνει τα σπίτια στα νύχια των τραπεζών και των funds.

Σε κάθε περίπτωση, ο βασικός σκοπός όλων των παραπάνω αλλαγών δεν είναι άλλος από το να προετοιμάσουν και να εξοπλίσουν κατάλληλα τον ελληνικό καπιταλισμό, για να αντεπεξέλθει στις απειλές και τις προκλήσεις ενός άκρως ανταγωνιστικού και ρευστού διεθνούς περιβάλλοντος. Έτσι ώστε, σε συνδυασμό με τις διεθνείς συμμαχίες που οικοδομεί και με την ενεργό εμπλοκή του στα πολεμικά και τυχοδιωκτικά σχέδια Ευρωπαίων και Αμερικανών, να είναι πανέτοιμος να αδράξει τις ευκαιρίες που του προσφέρουν οι ανακατατάξεις στις γεωπολιτικές ισορροπίες και στην ευρύτερη περιοχή. Εκεί, δηλαδή, όπου η φιλοδοξία του δεν περιορίζεται στο να ανακτήσει απλώς κάποιο από το χαμένο έδαφος της περιόδου της κρίσης, αλλά να διεκδικήσει επιθετικά ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα – αξιοποιώντας και τη συμφωνία των Πρεσπών. Κεφάλαιο και αστική τάξη γνωρίζουν δε καλά ότι το «κλειδί» δεν είναι ποιο κόμμα θα βρίσκεται στην κυβέρνηση – ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, εξάλλου, εξυπηρετούν εξίσου πιστά τα συμφέροντά τους, αν και ενίοτε  με διαφορετικό τρόπο – αλλά η διασφάλιση της «κοινωνικής ειρήνης», είτε ομαλά και δια της συναίνεσης είτε δια της βίας, εάν κριθεί αναγκαίο.

Από αυτή την άποψη και καθώς ο πρώτος δρόμος είναι σαφώς αυτός που προτιμούν οι «πάνω», η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει προσφέρει υπερπολύτιμη υπηρεσία στους εντολοδόχους της. Τσαλαπατώντας αδίστακτα τις ελπίδες ενός μεγάλου τμήματος του λαού, εκμεταλλευόμενη τις αυταπάτες του και τις ανεπάρκειες της συστημικής Αριστεράς, καθώς και τις αντιφάσεις και την ατολμία των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων (ή όσων δηλώνουν τέτοιες) να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο ισχυρό πόλο, που θα είναι αποφασισμένος να φτάσει τη σύγκρουση μέχρι το μεδούλι και μέχρι το τέλος, κατάφερε να πατήσει «χωράφια» τα οποία για τους προκατόχους της είχαν αποδειχθεί ναρκοπέδια. Ακριβώς γι’ αυτό, η αλήθεια είναι ότι ακόμη και η ΝΔ του Μητσοτάκη αισθάνεται ευγνωμοσύνη για τα επιτεύγματα της απερχόμενης κυβέρνησης, μιας και τώρα, εφόσον καταφέρει να πάρει τη σκυτάλη (αν και θα έχει «αγκάθια», ανάμεσά τους και τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό), θα είναι ελεύθερη να πατήσει γκάζι και να προχωρήσει ακόμη πιο επιθετικά.

Με βαση όλα αυτά, ο δρόμος για τις εκλογές είναι πλέον ανοιχτός. Μάλιστα, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ τελειώνει τη δουλειά που ανέλαβε, είναι λογικό το κεφάλαιο και οι «επενδυτές» να βιάζονται, προκειμένου να δοθεί μια αίσθηση ανανέωσης του πολιτικού σκηνικού, να επιταχυνθεί η τόσο αναγκαία γι’ αυτούς ανάπτυξη και να αυξηθεί περαιτέρω η κερδοφορία τους. Το σίγουρο είναι ότι η επερχόμενη τριπλή αναμέτρηση θα είναι σκληρή, εφ’ όλης της ύλης, με έντονη πόλωση και πλαστά (αλλά όχι λιγότερο εκβιαστικά) διλήμματα ανάμεσα στους δύο μονομάχους και με συντονισμένη προσπάθεια – με τη βοήθεια και των ΜΜΕ – να μείνουν μακριά τα πραγματικά προβλήματα.

Σε αυτό το φόντο, ο λαός δεν έχει ανάγκη από «αποκούμπι» ή καταφύγιο, αλλά από σχέδιο αντεπίθεσης.

ΠΡΙΝ