Της Δήμητρας Μυρίλλα

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Μάικ Λη, στην τελευταία του ταινία, το «Peterloo”, αποφάσισε να αφηγηθεί κινηματογραφικά ένα ιστορικ γεγονός που συνέβη στην Αγγλία του 1815. Τότε, λοιπόν, μετά του Ναπολεόντιους Πολέμους, οι εργάτες και ο εξαθλιωμένος πληθυσμός του Μάντσεστερ, περίπου 800.000 άνθρωποι ξεσηκώθηκαν, ζητώντας δικαιώματα, εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο και καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

Βλέπετε, η νικηφόρος Αγγλία, ήταν νικηφόρος μόνο για την ήδη κραταιά αστική της τάξη, αλλά όχι και για τους απόκληρους της κοινωνίας. Αυτός ο ξεσηκωμός έληξε με τους ιππείς να δολοφονούν εν ψυχρώ τουλάχιστον 15 ανθρώπους και να τραυματίζουν δεκάδες χιλιάδες. Στο μεταξύ η σφαγή των φτωχών, πεινασμένων, εξαθλιωμένων δεν συνέβη σε μία μόνο στιγμή. Ηταν μία κατ’ εξακολούθηση καθημερινή πρακτική στην οποία επιδίδονταν όλοι οι μηχανισμοί του κράτους, αστυνομία, στρατός, υπηρεσίες μηδέ εξαιρουμένων των δικαστών. Και οι δικαστές στην ταινία του Μάικ Λη δικάζουν εφαρμόζοντας το νόμο… Ο νόμος στέλνει πένητες και απόκληρους στην κρεμάλα για φοβερά «εγκλήματα» όπως ας πούμε η κλοπή ενός παλτό.

Ηδη, το 1815, οι αστικές επαναστάσεις έχουν συντελεστεί και οι φιλελεύθερες βασικές θεωρίες και αρχές, οικονομικές και πολιτικές, έχουν διατυπωθεί και συνταγματικά  πλαισιώνοντας τις νέες κεφαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, τον καπιταλισμό δηλαδή. Κράτος δικαίου, ισότητα, διάκριση εξουσιών, ατομικά δικαιώματα και εγγύηση όλων αυτών η δικαστική εξουσία, «ουδέτερη» και «δίκαιη». Επειδή, όμως, ο καπιταλισμός είναι ανίκανος αντικειμενικά να ξεπεράσει τον εαυτό του, παρά τις όποιες έστω και γοητευτικά διατυπωμένες θεωρίες, δεν μπορεί να παρά να αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο, κάθε φορά που διαπιστώνει ότι οι φτιασιδωμένες ιδέες δεν είναι ικανές να κουκουλώσουν την αφτιασίδωτη εκμετάλλευση.

Δύο αιώνες μετά κι ενώ ο καπιταλισμός έχει ήδη διανύσει πολύ δρόμο, εδραιώθηκε, εξαπλώθηκε με πολέμους και σφαγές, έγινε παγκόσμιος, συγκέντρωσε τα κεφάλαιά του, εκσυγχρόνισε τους νομιμοποιητικούς του θεσμούς, ο βαθύς και ουσιαστικός του πυρήνας παραμένει ένας, ίδιος, αμετασχημάτιστος, αδύναμος να ωραιοποιηθεί. Εκδηλώνεται όχι μόνο κάθε φορά που νοιώθει ότι κινδυνεύει, αλλά και σε κάθε συμβάν της καθημερινότητας. Διότι οι ίδιοι του οι θεσμοί, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων και που περιβάλλονται από την επί της ουσίας ανιστόρητη και μεταφυσική ιδέα της ουδετερότητας,  δεν είναι αποξενωμένοι από τον οικονομικό του πυρήνα και δεν μπορεί να είναι. Η περίφημη, δε, ουδετερότητα της δικαιοσύνης, θα αρκούσε για να καταρριφθεί μόνο με μια θεωρητική συζήτηση,  αλλά στο μεταξύ φροντίζει η ίδια και τελευταία σε σχεδόν σε καθημερινή βάση να αποδεικνύει την βαθιά ταξική της και επομένως μη ουδέτερη φύση.

Δύο αιώνες μετά δεν άλλαξε τίποτα. Και το ζήτημα δεν είναι απλώς προσωπικό και δεν αφορά έναν δικαστή, στην προκειμένη περίπτωση εκείνον που ενεργώντας τελικά «κακουργηματικά» έστειλε μία εργάτρια – καθαρίστρια στην φυλακή για δέκα χρόνια επειδή παραποίησε ένα απολυτήριο δημοτικού. Το ζήτημα αφορά την πραγματική φύση ενός ανελέητα εκμεταλλευτικού συστήματος, το οποίο οργανώνει θεσμούς και νομοθεσία εντός αυτού του εκμεταλλευτικού πλαισίου. Θα ήταν αφελές να αναμένει κανείς δικαστές που να ζουν έξω από το σύστημα, κάπου σε ένα σύμπαν ουδέτερο και οι οποίοι θα εκαλούντο σε ιστορικό και πολιτικό κενό να αποδώσουν δικαιοσύνη, όσο κι αν δε μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι οπωσδήποτε θα υπάρχουν και υπάρχουν δικαστές με ενσυναίσθηση, ευαισθησία και πραγματικό αίσθημα του δικαίου, αλλά προφανώς όχι επειδή εκείνη ζουν εκτός πραγματικότητας, αλλά ακριβώς επειδή ίσως αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Αυτή η γυναίκα της καθημερινής και σκληρής βιοπάλης παρανόμησε; Ναι. Αλλά σε σε ποιο σύστημα δικαιοσύνης, τουλάχιστον κατά τας γραφάς, δεν συνεκτιμάται το κίνητρο; Διότι προφανώς και είναι άλλο να παραποιήσεις ένα απολυτήριο δημοτικού για να εργαστείς ως καθαρίστρια και άλλο να παρανομήσεις προκειμένου να αποκτήσεις προσωπικό πλούτο…, αλλά σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν και τα βραχιολάκια που ενίοτε σπάνε ή και χρέη που όταν είναι δυσθεώρητα παραγράφονται. Να τιμωθηθεί; Οι νόμοι λένε ναι. Αλλά, αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο πέρα από τους νόμους θα δει ότι μια γυναίκα που δεν τελείωσε ούτε το δημοτικό, δεν ήταν επειδή δεν «έπαιρνε» του γράμματα, ούτε επειδή βαριόταν το σχολείο, ήταν επειδή ζούσε μέσα στη φτώχεια. Και η φτώχεια ΔΕΝ είναι φυσικό φαινόμενο.

Αλλά για να δούμε ποιο είναι το κράτος που θεωρείται κατά τεκμήριο ότι δεν παρανομεί και επομένως μπορεί να στέλνει στην  κοινωνική «κρεμάλα» τους παρανομούντες.

Εάν αυτή η γυναίκα  παρανόμησε επειδή παραποίησε ένα απολυτήριο δημοτικού πόσες φορές έχει παρανομήσει το κράτος που την καταδίκασε δεδομένου ότι δεν εξασφάλισε τους όρους και τις προϋποθέσεις  για να ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση, δεδομένου ότι αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας; Εάν αυτή η γυναίκα παρανόμησε για μια θέση εργασίας προκειμένου να ζήσει τα παιδιά της και αυτή τη θέση εργασίας δεν μπορούσε να την έχει επειδή δεν ολοκλήρωσε έστω το Δημοτικό (για την παροχή της ίσης και δωρεάν παιδείας είναι υπεύθυνο συνταγματικά το κράτος), πόσες φορές αυτό το κράτος έχει παρανομήσει επειδή δεν εξασφάλισε τους όρους τους προϋποθέσεις για να έχει εργασία, για το οποίο υπεύθυνη εκ του Συντάγματος είναι η Πολιτεία; Εάν αυτή η γυναίκα παρανόμησε για να έχουν τροφή, ρουχισμό και μόρφωση τα παιδιά της, πόσες φορές έχει παρανομήσει το κράτος, το οποίο και συνταγματικά είναι υπεύθυνο να προασπίζει τα δικαιώματα των παιδιών και όπως φαίνεται δεν φρόντισε ώστε αυτά τα παιδιά να διαθέτουν τα μέσα επιβίωσης μέσω της εργασίας της μητέρας τους; ‘Η μήπως ανάμεσα στα δικαιώματα του παιδιού δεν είναι η τροφή, ο ρουχισμός και η μόρφωση;

Είναι προφανές ότι ο κατάλογος αυτών των βαθύτατα κοινωνικών και πολιτικών παρανομιών του κράτους είναι μακρύς, ατελείωτος. Τόσος και τέτοιος ώστε θα αρκούσε για να καταδικαστούν ετούτο το κράτος και το σύστημα το οποιίο υπηρετεί εκατομμύρια φορές, ίσες με τον αριθμό των αναλφάβητων, των φτωχών, των άνεργων, των άστεγων, των άρρωστων, των πεινασμένων παιδιών.

Τέτοιες όμως καταδίκες δεν απαγγέλονται στα αστικά δικαστήρια. Απαγγέλονται στα δικαστήρια της κοινωνίας, όταν εκείνη αποφασίζει να σπάσει να κάγκελα του κλουβιού που κρατάει φυλακισμένο το γορίλα…. Και δεν είναι ένας γορίλας, είναι χιλιάδες.

Επειδή, όμως, καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια ώστε η κοινωνία και δη το ασθενέστερο μέρος αυτής, να πειστεί ότι οι αστικοί θεσμοί και τα Συντάγματα λειτουργούν και μάλιστα προς όφελός της, ιδού… ενεργοποιείστε κύριοι το συνταγματικό θεσμό και αποδώστε χάρη σε αυτή τη γυναίκα της βιοπάλης. Όχι χάρη λύπησης… αλλά χάρη δικαιοσύνης.

Ημεροδρομος