Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Στην Ελλάδα μπορεί τυπικά να ολοκληρώθηκαν τα «μνημόνια», όχι όμως και οι πολιτικές τους, αφού οι «πιέσεις των δανειστών» θα αντικατασταθούν από την «ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων». Η βασική συνταγή των χαμηλών μισθών, των φοροαπαλλαγών στις ΑΕ και στα διεθνή funds, των ιδιωτικοποιήσεων  και της προσαρμογής του κράτους στις ανάγκες των επενδυτών  είναι το νέο δόγμα. Διατυμπανίζεται μάλιστα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σε όλα τα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα.

Το κλίμα αυτό άλλωστε έχει πρωτίστως αναλάβει να προβάλει ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Καθόλου τυχαίες οι συνεντεύξεις του σε μέσα ενημέρωσης της Γερμανίας και των ΗΠΑ, όπως και οι επισκέψεις του στο Κατάρ και την Νέα Υόρκη.

Μετά την ομιλία του στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης, ο Αλέξης Τσίπρας το απέδειξε και με τις επαφές που είχε κατά την επίσκεψή του στην Νέα Υόρκη με τον αμερικανό υπουργό Εμποριου Γουίλμπουρ Ρος, με πολλά  επενδυτικά funds αλλά ιδίως με τον διευθύνοντα σύμβουλο της JP Morgan Chase, Τζέιμι Ντίμον. Δηλαδή ενός οργανισμού που θεωρείται ένας από πλέον σημαντικούς συμβούλους επενδύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Αξίζει μάλιστα να θυμίσουμε ότι η JP Morgan ήταν ο οργανισμός που μόλις στις 2 Φεβρουαρίου του 2015, με τον ΣΥΡΙΖΑ μόλις μερικές μέρες στην κυβέρνηση της χώρας, είχε ανακοινώσει την εκτίμηση ότι το κόμμα αυτό «έκανε στροφή προς το ρεαλισμό» προκαλώντας έκπληξη διεθνώς. Αποδείχτηκε φυσικά από τις εξελίξεις των επόμενων μηνών πως είχε δίκιο.

Στις συναντήσεις αυτές ο Αλέξης Τσίπρας έκανε εκτενή αναφορά καταρχάς στη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Αξιοποίησε ιδιαίτερα τη συμφωνία για το δημόσιο χρέους παρουσιάζοντάς την από την μία ως παράγοντα ομαλής εξέλιξης των ελληνικών δημοσιονομικών αλλά και ως εγγύηση για τη συνέχιση των πολιτικών που μετατρέπουν την Ελλάδα σε πόλο έλξης για τους επενδυτές. Δηλαδή τις μνημονιακές πολιτικές που πλέον θα συνεχιστούν χωρίς δανειακές συμβάσεις και προγράμματα προσαρμογής. Σύμφωνα άλλωστε με το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι υπήρξαν εξελίξεις  «που πλέον διαμορφώνουν μια αισθητή βελτιωμένη εικόνα για τη χώρα και τις προοπτικές της». Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τόνισε πως «προτεραιότητά μας η δημιουργία φιλοεπενδυτικού κλίματος για την προσέλκυση σημαντικών παραγωγικών επενδύσεων που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας» και ότι «οι μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα θα συνεχιστούν απρόσκοπτα» και μάλιστα «με έμφαση σε αυτές που σχετίζονται με την ανάπτυξη και την παραγωγή νέου πλούτου». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι ακριβώς σημαίνει αυτό είναι και η επιμέρους συμφωνία που φέρεται να προέκυψε με παρέμβαση της κυβέρνησης και προσωπικά του αντιπροέδρου της Γιάννη Δραγασάκη ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και τη Σωληνουργεία Κορίνθου προκειμένου να υπάρξει ειδικό και ευνοϊκό καθεστώς για τη δασμολόγηση των σωλήνων υψηλού διαμετρήματος που εξάγει η εν λόγω εταιρία για την κατασκευή του αγωγού Κάκτους 2 στις ΗΠΑ.

Αυτά την ίδια στιγμή που ο ΣΕΒ έχει ζητήσει με ανακοίνωσή του «φορολογική πολιτική ισχυρών κινήτρων καθώς και  οριζόντιο εξορθολογισμό της μεταφοράς ζημιών μέσα από  μια νέα ενεργητική φορολογική λογική, που μετατρέπει τις οικονομικές ζημίες σε αναπτυξιακό μοχλό με τη δυνατότητα μεταφοράς τους, για 12 έτη μέχρι του 70% των κερδών (έναντι 5 ετών σήμερα), όπως συμβαίνει, ήδη, στην Πορτογαλία». Με λίγα λόγια καινούργιες και ιδιαίτερα γενναίες φοροαπαλλαγές.

Φυσικά στο πλαίσιο της άτυπης προεκλογικής περιόδου στο εσωτερικό της χώρας προβάλλεται μια …διαφορετική εκδοχή του πράγματος: αυτή την οποία επισήμανε πριν λίγες ημέρες στην ΕΡΤ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος. Υποστήριξε ότι σε αντίθεση με την πολιτική της ΝΔ, η εργατική νομοθεσία θα είναι υποχρεωτική για τους νέους επενδυτές. Προσπερνώντας φυσικά τη διατήρηση των μισθών σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, καθώς και τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί για επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών στο όνομα της καταπολέμησης της ανεργίας. Δηλαδή τη λογική της πλάγιας ενίσχυσης των επιχειρήσεων.

ΠΡΙΝ