Της Αρχοντίας Κάτσουρα

Είμαι γυναίκα, κοντά στη μέση ηλικία. Όσο μεγαλώνω το χρώμα των μαλλιών μου ανοίγει –μπορεί έως τα γεράματα, αν η υγεία μου το επιτρέψει να φτάσω εκεί, να γίνω πολύ ξανθιά. Πάντα με επέπλητταν ότι ήμουν πολύ σοβαρή, πολύ του διαβάσματος, που δεν χόρευα μέχρι τελικής πτώσεως στα γλέντια και στα πάρτι, που δεν διασκέδαζα όπως οι πολλοί.

Προτιμούσα άλλες διασκεδάσεις, λιγότερο θορυβώδεις, κι ας κουνούσαν όλοι το κεφάλι: «Μα, τι καταλαβαίνεις σε όλα αυτά. Πότε θα εκτονωθείς». Κανείς δεν με ρώτησε αν χρειάζομαι εκτόνωση.

Δεν υπήρξα ποτέ συλφίδα, σαν όλες αυτές τις πραγματικά οπτικά υπέροχες κοπέλες που παρελαύνουν από τις τηλεοπτικές οθόνες και στα περιοδικά και κάνουν τα στόματα να ανοίγουν. Πολλές φορές μού είπαν, ότι «κοίταξε, μια χαρά είσαι, αλλά αν έχανες και πέντε κιλάκια, καλό θα σου έκανε. Αν βαφόσουν λίγο παραπάνω και αν φορούσες και κάτι πιο κοντό, πιο στενό, πιο χρωματιστό, θα σε διάλεγαν περισσότερο τα αγόρια».

Μου άρεσαν πάντα τα αγόρια, αλλά έχω κάνει φίλους και φίλες που αγαπάνε μόνο αγόρια, μόνο κορίτσια ή και τα δύο. Και τους αγαπώ πολύ, χαίρομαι να τους βλέπω, να κουβεντιάζω μαζί τους, να μοιραζόμαστε τις χαρές και τις λύπες μας. Αυτές μοιάζουν πολύ. Και λυπάμαι γιατί πρέπει μερικές φορές να υπερασπίζομαι σε τρίτους το δικαίωμά τους να υπάρχουν.

Ζω σε μια πόλη που λέει ότι είναι πολυπολιτισμική, στην πρωτεύουσα, και οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Όμως κάποιος κάποια στιγμή με προειδοποίησε πολύ φιλικά και με πολλή ευγένεια ότι αν λέω τη γνώμη μου, ότι ζω σε μια πόλη βρόμικη και σκληρή, όπου οι σχέσεις στηρίζονται κυρίως στη σύγκρουση και όχι στη συναίνεση, κάποιοι μπορεί να μου πουν να πάω να ζήσω αλλού, αν δεν μ’ αρέσει.

Προέρχομαι από οικογένειες προσφύγων, με μέλη τους που πήγαν μετανάστες, μεγάλωσα σε γειτονιά προσφύγων, κι όμως φίλοι και γνωστοί, πρόσφυγες δεύτερης και τρίτης γενιάς οι ίδιοι, που διατείνονται ότι είναι πολύ δημοκράτες, βλέπουν τους άλλους πρόσφυγες και τους άλλους μετανάστες, τους σύγχρονους, σαν μιάσματα. Δυσκολεύομαι να το κάνω κι εγώ.

Και δουλεύω σε μια δουλειά που οι άνθρωποι ψάχνουν την αλήθεια –όσο μπορούν, ο αγώνας είναι δύσκολος και τα εμπόδια πολλά. Μαζί τους κι εγώ, όσο μπορώ. Και μερικές φορές συγκρουόμαστε όταν διαφωνούμε, γιατί δεν είμαστε ίδιοι.

Και ντρέπομαι που υπάρχουν συνάδελφοι, σε κάποια μέσα, που μπροστά από την αλήθεια βάζουν την τηλεθέαση θυσιάζοντας την αξία της δουλειάς τους στον βωμό μιας ασαφούς έννοιας «κοινής γνώμης» που αν την ταΐσεις φέρνει νούμερα. Που στον θάνατο ενός νέου ανθρώπου, διαφορετικού από τον μέσο όρο, επενδύουν στο κλίμα φόβου που σε μεγάλο βαθμό έχουν καλλιεργήσει, δίνοντας τροφή σε πραγματικά «κακούς λύκους»: στην άκρα Δεξιά και στην κοινωνία της αυτοδικίας.

Είμαι ένας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος, που τρώει, μαγειρεύει, καθαρίζει, δουλεύει. Αλλά είμαι διαφορετική από τους γονείς μου, τα αδέλφια μου, τους φίλους μου, τους συγγενείς, τους συναδέλφους, τους γείτονες, τους παλιούς συμμαθητές. Ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Ούτε πιο έξυπνη ούτε πιο καλή. Κι εκείνοι είναι διαφορετικοί από εμένα.

Ποιος από μας έχει μεγαλύτερο δικαίωμα να ζει;

efsyn