Του Γιώργου Παυλόπουλου

Με τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος μοιάζουν ο νυν και ο υποψήφιος πρωθυπουργός, που συναγωνίζονται σε υποκρισία

Προσπαθούν να εγκλωβίσουν τον λαό σε κάλπικα διλήμματα

Σε σύγκρουση δυο κόσμων παραπέμπει η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία, εάν βεβαίως πάρουμε τοις μετρητοίς τα λόγια του Τσίπρα και του Μητσοτάκη. Καθώς δε η παρουσία τους στη ΔΕΘ σημαίνει ουσιαστικά την έναρξη της προεκλογικής περιόδου (πιθανότατα ενόψει Μαΐου ή, το πολύ, Σεπτεμβρίου του 2019), επιχειρούν να επιβάλλουν στην κοινωνία συγκεκριμένα διλήμματα, που θα ενισχύουν την παραπάνω εικόνα και θα καθορίσουν την ψήφο – διανθισμένα με μεγάλες δόσεις σκανδαλολογίας, με τη βοήθεια των εκατέρωθεν στρατευμένων ΜΜΕ.

Πρόοδος ή συντήρηση, είναι το ερώτημα που προβάλλει συστηματικά το κυβερνητικό στρατόπεδο, περιορίζοντας ή εξαλείφοντας τις αναφορές στην Αριστερά και προσπαθώντας να παρασύρει τους αριστερούς στη λογική του «μικρότερου κακού». Είναι το διάδοχο σχήμα του «μνημόνιο ή αντιμνημόνιο» – που αποδείχθηκε επιτυχημένο, έστω κι αν τελικά οδήγησε στη σύμπραξη με τους εθνικιστές, αντιδραστικούς και παραδοσιακούς δεξιούς ΑΝΕΛ και στην υπογραφή του μνημονίου διαρκείας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΝΔ παρουσιάζεται ως ένα τέρας με πολλά αποκρουστικά πρόσωπα, με αφορμή και τα… αυτογκόλ στελεχών της, όπως του Καραγκούνη που εισηγήθηκε το μοντέλο Πινοσέτ στο ασφαλιστικό.

Αποτελεί, με λίγα λόγια, τη νεοφιλελεύθερη μέγαιρα που δεν θα επιδείξει ούτε τον ελάχιστο ενδοιασμό στην εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων, που δεν θα φροντίσει ούτε για αντίμετρα ούτε για ψίχουλα προς τους ασθενέστερους. Είναι ο διάδοχος και αυθεντικός εκφραστής της πιο μαύρης δεξιάς, όπως αποτυπώνεται στα πρόσωπα των Σαμαρά, Γεωργιάδη και Βορίδη – που δεν θα διστάσει να εξαπολύσει πογκρόμ κατά αγωνιστών και προσφύγων, που θα εισβάλει στα Εξάρχεια, που θα καταργήσει τον νόμο Παρασκευόπουλου και θα επαναφέρει τις φυλακές τύπου Γ, που ίσως… ξανανοίξει τα ξερονήσια! Είναι, επίσης, αυτή που εκφράζει τους πιο εθνικιστικούς και σκοταδιστικούς κύκλους, αποτρέποντας «προοδευτικά» μέτρα όπως η συμφωνία με την πΓΔΜ και η αναγνώριση των δικαιωμάτων των έμφυλων.

Από την άλλη πλευρά, το στρατόπεδο της αντιπολίτευσης σκιαγραφεί τον Τσίπρα, την κυβέρνηση και το κόμμα του με εξίσου μελανά χρώματα, χτυπώντας σε πολλές πλευρές – αν και είναι γεγονός ότι μέχρι στιγμής, δεν έχει παρουσιάσει ένα εξίσου απλό και πειστικό δίλημμα και ποντάρει στη διάθεση εκδίκησης της κοινωνίας. Έτσι, τους χαρακτηρίζει ως προδότες, επειδή δεν έσκισαν τα μνημόνια όπως είχαν τάξει. Ως ανίκανους που δεν έχουν κυβερνήσει ποτέ και γι’ αυτό, κάνουν μαντάρα ό,τι πιάνουν στα χέρια τους και έχουν διαλύσει τη χώρα. Ως κληρονόμους του παλιού ΠΑΣΟΚ, που επιδιώκουν να κρατηθούν στην εξουσία φτιάχνοντας ένα νέο κομματικό-πελατιεκό κράτος. Ως εθνοπροδότες, που ξεπουλούν τη Μακεδονία και είναι ενδοτικοί έναντι της Τουρκίας. Και για να μην ξεχνιόμαστε, ως έχοντες ρίζες στην Αριστερά και δη την κομμουνιστική-σταλινική, που θέλουν να επιβάλλουνμια ιδιότυπη δικτατορία.

Φυσικά, πίσω από όλα αυτά και πέρα από τους πολεμικούς τόνους, η ουσία είναι ότι τα δύο κόμματα και οι αρχηγοί τους αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος: της εξυπηρέτησης των συμφερόντων του κεφαλαίου, της άρχουσας τάξης και των ξένων συνεργατών, συμμάχων και ντααβατζήδων τους, ΗΠΑ και ΕΕ.

Στο ασφαλιστικό, για παράδειγμα, η πολιτική της νυν κυβέρνησης με τις θέσεις της ΝΔ λειτουργούν κυριολεκτικά συμπληρωματικά. Ο Τσίπρας, με το νόμο Κατρούγκαλου, δήμευσε ουσιαστικά τις εισφορές των ασφαλισμένων, ολοκληρώνοντας την καταστροφή που είχαν αρχίσει οι προκάτοχοί του με το «κούρεμα» και τη μαζική ανεργία. Μετατρέποντας δε την εγγυημένη από το κράτος ανταποδοτική σύνταξη σε φιλοδώρημα και συρρικνώνοντας δραματικά τις επικουρικές, οδηγεί αναγκαστικά τους εργαζόμενους (όσους μπορούν…) προς τις ιδιωτικές εταιρίες. Πάνω σε αυτόν τον καμβά, έρχεται ο Μητσοτάκης και ολοκληρώνει θεσμικά την ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος, με την πρόταση για τρεις πυλώνες – στο πλαίσιο των οποίων, ο εγγυημένος από το κράτος δεν φτάνει για επιβίωση, ενώ οι άλλοι δύο εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τις αποδόσεις στα χρηματιστήρια.

Στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, δεν θέλει ιδιαίτερες γνώσεις για να διαπιστώσει κανείς ότι τα δύο κόμματα συναγωνίζονται ποιο ξεπουλά καλύτερα τη εναπομείνασα δημόσια περιουσία. Στο δε δημόσιο, ο τρόμος που προσπαθεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση για τις μαζικές απολύσεις που θα κάνει ο Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός – κάτι πολύ πιθανό – αποκρύπτει τη βίαιη αποψίλωση ζωτικών λειτουργιών (υγεία, παιδεία, πυροσβεστική κ.λπ) που συντελέστηκε επί θητείας της. Αλλά και στο προσφυγικό, το όνειδος της Μόρια και των άλλων στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για φόβο ότι θα έρθει κάτι χειρότερο. Όσο για την καταστολή και τα δημοκρατικά δικαιώματα που θα κινδυνεύσουν περισσότερο, τα διαπιστευτήρια που έχουν δώσει όλα αυτά τα χρόνια τα ΜΑΤ, οι ασφαλίτες και η «ανεξάρτητη δικαιοσύνη» ξεθωριάζουν αυτομάτως το επιχείρημα…

Τέλος, στο Μακεδονικό, πρέπει να είναι σαφές ότι κυβέρνηση και ΝΔ προωθούν τις επιθετικές-επεκτατικές φιλοδοξίες της ελληνικής αστικής τάξης με διαφορετικό τρόπο: Η μεν με τη μέθοδο της οικονομικής εισβολής και κατάκτησης (μόνο έτσι θα γίνει η θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των Βαλκανίων, είπε ο Τσίπρας), ενώ η δε – ή τουλάχιστον ένα τμήμα της – συντηρώντας την ανοιχτά αλυτρωτική, ακόμη και μιλιταριστική εκδοχή στις διμερείς σχέσεις.

Τα κάλπικα πολιτικά-εκλογικά διλήμματα και τα λόγια της ΔΕΘ δεν μπορούν και δεν πρέπει να παρασύρουν ξανά τον λαό. Ούτε η κυβέρνηση που τάζει αόριστα και εκ του ασφαλούς, χωρίς καμία δέσμευση, απλώς και μόνο για να εκθέσει τον Μητσοτάκη ότι θα πάρει πίσω τις δήθεν παροχές. Ούτε η ΝΔ που πλασάρει ανοιχτά πλέον το κλασικό και δοκιμασμένο σενάριο της «καμμένης γης» και μας προετοιμάζει για παράταση του πόνου, παραπέμποντας μάλιστα στην Αργεντινή η οποία «αναγκάζεται» να πέσει και πάλι στην αγκαλιά του ΔΝΤ εξαιτίας της δήθεν αλόγιστης πολιτικής των εκεί αριστερών.

ΠΡΙΝ