Του Δημήτρη Κούλαλη

Μέρος Α’

Η ιστορία μας ξεκινά μερικούς αιώνες πριν. Εκεί, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Ήταν το 1874, όταν ο Σκωτσέζος επιστήμονας και πρωτοπόρος εφευρέτης Αlexander Graham Bell ανακάλυπτε την αρχή λειτουργίας του τηλεφώνου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1876, δίνεται στον Bell η πρώτη πατέντα τηλεφώνου (US Patent No. 174,465). Στη συνέχεια βέβαια, ένας άλλος εφευρέτης, ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Elisha Gray διεκδίκησε την πατρότητα της εφεύρεσης του τηλεφώνου. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια, τα οποία δικαίωσαν τον πρώτο. Στις 10 Μαρτίου 1876, το τηλέφωνο του Bell μεταδίδει την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση της ιστορίας. «Mr. Watson», έλεγε ο Bell απευθυνόμενος στον βοηθό του, «come here. I want to see you»!

Το 1877, όλος ο πλανήτης συνδεόταν με μία μόνο τηλεφωνική γραμμή, διαμέσου της οποίας έρχονταν  σε επαφή 778 τηλεφωνικές συσκευές μεταξύ Βοστόνης και Μασαχουσέτης.

Σήμερα, στις ΗΠΑ ο αριθμός των τηλεφώνων ξεπερνά αυτόν των κατοίκων.

***

Ενδεχομένως να αναρωτιέστε πού ωφελεί αυτή η μικρή ιστορική αναδρομή.

Αν λέγαμε ότι σχεδόν ταυτόχρονα με την εξάπλωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας, αναπτύχθηκε και η υποκλοπή των συνομιλιών ίσως να σας εισάγαμε καλύτερα στο θέμα μας…

Τα πρώτα σκάνδαλα υποκλοπών έκαναν την εμφάνισή τους στα 1914. Οι υποκλοπές πήραν τέτοια έκταση ώστε το αμερικανικό Κογκρέσο τις απαγόρευσε, παρά την υπαρκτή απειλή που αποτελούσαν οι ξένοι κατάσκοποι. Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, γαρ!

Βέβαια, στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης, δεδομένου ότι οι Αρχές επιθυμούσαν να παρακολουθούν τους παράνομους διακινητές αλκοόλ παραβίαζαν  τακτικά τη σχετική νομοθεσία.

Με τη σύμφωνη στάση της κοινής γνώμης, ο Γενικός Εισαγγελέας, Χάρλαν Φ. Στόουν απαγόρευσε το 1924 στο υπουργείο Δικαιοσύνης να πραγματοποιεί υποκλοπές. Ματαιοπονούσε βέβαια. Το υπουργείο Οικονομικών και το Γραφείο Ερευνών (υπηρεσιακός πρόγονος του FBI) συνέχισαν μυστικά τις δραστηριότητές τους.

Το 1926, έπειτα από το σκάνδαλο της παρακολούθησης του διακινητή ρουμιού και πρώην υπαστυνόμου Ρόι Όλμστεντ, η Δικαιοσύνη έκρινε υπέρ της Αστυνομίας καταδικάζοντας τον.

Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις. Ο δικαστής Φρανκ Ράντκιν δήλωσε: «Κανένας ομοσπονδιακός πράκτορας δεν έχει το δικαίωμα να ακούει τις τηλεφωνικές συνομιλίες συμπολιτών του και να τις χρησιμοποιεί εναντίον τους» [« Minority opinion on the appeal of the Olmstead defendants », Εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών για την 9η Περιφέρεια, 9/5/1927].

Το 1928, η υπόθεση Όλμστεντ παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα, μαζί με τους πολέμιους των υποκλοπών συντάχθηκαν και επιχειρήσεις, όπως η Pacific Telephone and Telegraph Company του Σιάτλ [« Amicus curiae brief of telephone companies submitted to the Supreme Court in Olmstead v. United States », Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, 1928].

Σ’ αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε ότι όταν έσκασε η βόμβα Σνόουντεν, οι Facebook, Google και MSN έκαναν τις ανήξερες αναφορικά με τις κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις της ιδιωτικότητας.

Κλείνει η παρένθεση.

Τελικά, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δικαίωσε τον Όλμστεντ. Ένας από τους δικαστές, ο Λούις Μπραντέις, εξέφρασε τη σφοδρή αντίθεσή του. Κατά τη γνώμη του, « το έγκλημα είναι μεταδοτικό. Εάν το κράτος παρανομεί, ενθαρρύνει και τους πολίτες να πράξουν το ίδιο.(…) Το να δηλώνει κανείς ότι στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (…)θα έχει τρομερές συνέπειες» [« Dissenting opinion of justice Louis D. Brandeis in Olmstead v. United States », Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, 1928].

Η οπτική των Αμερικανών αλλάζει τη δεκαετία του ‘40. Αφενός, εξαιτίας του πολέμου, και, αφετέρου, επειδή το τηλέφωνο δεν αποτελεί πλέον κεκτημένο μιας ελίτ. Αυτό οδηγεί τις Αρχές να επανεξετάσουν το ζήτημα της νομιμότητας των υποκλοπών. Όπως σημείωνε πριν μερικά χρόνια η γαλλική “Le Monde’’, «λίγο πριν από την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, ο διευθυντής του FBI, Τζον Έντγκαρ Χούβερ, απαιτεί από το Κογκρέσο να αναγνωρίσει στην υπηρεσία του ακόμα ευρύτερες αρμοδιότητες για διεξαγωγή παρακολουθήσεων των τηλεφωνικών συνομιλιών. Παρά την αντίθεση του Τζέιμς Φλάι, του προέδρου της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), ο Φραγκλίνος Ντ. Ρούσβελτ επιτρέπει μυστικά στο υπουργείο Δικαιοσύνης να επιτηρεί- διάβαζε παρακολουθεί- τα «ανατρεπτικά στοιχεία» και τους υπόπτους για κατασκοπία». (Πολλές φορές, στα μάτια του αμερικανικού κράτους, το ένα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το άλλο).

Καθώς το τι αποτελούσε «ανατρεπτική δραστηριότητα» ήταν ασαφές, ο Χούβερ δεν χρησιμοποίησε τις νεοαποκτηθείσες αρμοδιότητές του για να διεξαγάγει έρευνες για τον εντοπισμό των ναζί. Μιλάμε άλλωστε για την εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ άρχισαν να σχεδιάζουν την επόμενη μέρα. Την μέρα που εκατοντάδες φυγάδες-εγκληματίες πολέμου ναζί θα στρατεύονταν κάτω από την αστερόεσσα ενάντια στον διαχρονικό και μεταπολεμικά ισχυρό εχθρό τους: Τους κομμουνιστές και την ΕΣΣΔ (βλ. http://www.imerodromos.gr/oi-nazi-sthn-c-i-a/) .

Ο βοηθός του Χούβερ, Ουίλιαμ Σάλιβαν, θα διηγηθεί αργότερα ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, το FBI πραγματοποιούσε τακτικά υποκλοπές χωρίς να διαθέτει εισαγγελική άδεια : «Δεδομένου ότι διακυβευόταν το μέλλον της χώρας, η άδεια της Ουάσιγκτον δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια άχρηστη τυπική διαδικασία. Πολλά χρόνια μετά [το τέλος του πολέμου], το FBI συνέχιζε να υποκλέπτει τηλεφωνικές συνομιλίες χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Γενικού Εισαγγελέα», παραδεχόταν.

Όπως ακριβώς έπραξε μερικές δεκαετίες αργότερα ο «αόρατος πρόεδρος» των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι μαζί με την υπόλοιπη παρέα των νεο- συντηρητικών γερακιών της Ουάσινγκτον. Όπως εξηγούσε ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Γέιλ, David Bromwich, είχε τη φαντασίωση ενός κράτους σε διαρκή συναγερμό, «με την ευρύτερη δυνατή γνώση (total information awareness) για τις σκέψεις και τις προθέσεις των πολιτών του. Γνωρίζοντας ωστόσο, πως ένα τέτοιο σχέδιο έπρεπε να μείνει μυστικό, κινήθηκε στο παρασκήνιο και μαζί με τον δικηγόρο του, Ντέιβιντ Άντινγκτον, που κατέγραψε την όλη συλλογιστική του εγχειρήματος, και τον Τομ Χέιντεν της NSA άρχισε να εφαρμόζει πρακτικά μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.

Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα των “TNYork Times” στις 16/12/2005, η κυβέρνηση Μπους αγνοώντας την υποχρέωσή της να γίνονται παρακολουθήσεις έπειτα από σχετικό ένταλμα ειδικού δικαστηρίου, όπως οριζόταν από το νόμο του προέδρου Κάρτερ- νόμος FISA (Foreign Intelligence Surveillance Act), προχώρησε  σε μαζικές παρακολουθήσεις Αμερικανών πολιτών. Πρωτεργάτης αυτής της οργουελιανής επιχείρησης ήταν ο Τσένι.

Δεν πατούσε ωστόσο σε αχαρτογράφητα νερά. Αρκεί απλώς να αναφερθεί ότι ο αριθμός των απορριπτικών απαντήσεων στο αίτημα των μυστικών υπηρεσιών για παρακολούθηση ήταν 5 για 22.990 αιτήματα υποκλοπών, την περίοδο 1979-2006.

Από το 1950, όταν ο γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθι δρομολόγησε το κυνήγι μαγισσών, το FBI πάτησε επάνω στους φόβους που προκαλούσε ο Ψυχρός Πόλεμος για να επεκτείνει τις τηλεφωνικές υποκλοπές.

Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, οι επιτροπές Τσερτς και Πάικ αποκάλυψαν το μέγεθος διείσδυσης των υπηρεσιών πληροφοριών στη ζωή των Αμερικανών και τις ευρύτατες εκστρατείες παρακολούθησης πολιτών που συμμετείχαν σε καθόλα νόμιμες πολιτικές δραστηριότητες.

Πιθανότατα, το βεβαρημένο παρελθόν της υπηρεσίας να είχαν στο μυαλό τους οι ερευνητές της εφημερίδας «USA Today», η οποία δύο μήνες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο τίτλο : « 4 στους 10 Αμερικανούς δεν εμπιστεύονται το FBI» (20 Ιουνίου 2001)…

«Η Google μας κατασκοπεύει και μας παραδίδει στις ΗΠΑ»*

Τζούλιαν Ασάνζ

Η παρέμβαση του κράτους- ντετέκτιβ, όμως, στην προσωπική ζωή των πολιτών δεν έμεινε στα παλαιά μέσα. Όσο εξελισσόταν η τεχνολογία αυξανόταν και ο ρυθμός μόχλευσής της με σκοπό την προστασία και τη διατήρηση του πολιτικού, μα κυρίως του οικονομικού status quo. Δεν είναι μόνο οι δυστοπικές φαντασιώσεις του κ. Τσένι, αλλά ολόκληρη η βιομηχανία επιτήρησης, επιρροής και κερδοφορίας που στήθηκε μέσα από τη δυναμική είσοδο του διαδικτύου στην καθημερινότητα με άμεσο αντίκτυπο σε εμάς. Θα λέγαμε δηλαδή, ότι από τη μία πλευρά κατασκευάζονται «κατηγορίες υπόπτων» και από την άλλη «κατηγορίες προσέλκυσης».

Όπως πολύ εύστοχα αναφέρεται στο βιβλίο του Michael Margolis: «Τα εκτός Ιστού συμφέροντα καθορίζουν τα εντός Ιστού, ενώ σε ό, τι αφορά τις πολιτικές διεργασίες, αυτές μπορούν να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της φράσης «politics as usual» [Resnick, D. &Margolis, M. (2000), Politics as usual: The Cyberspace “Revolution”, London: Sage Publications].

Παράλληλα, το διαδίκτυο αποδείχτηκε πεδίο αντανάκλασης των ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη.

«Για τη διατήρηση της ευημερίας η Γερμανία πρέπει να συμβαδίσει με τον ξένο ανταγωνισμό», προειδοποιούσε η Άνγκελα Μέρκελ αναφορικά με την προστασία των δεδομένων.

Συνεπώς, σχολίαζε ο οικονομικός αναλυτής της Handelsblatt Νόρμπερτ Χέρινγκ, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, αν «οι αμερικανικές εταιρείες συλλογής δεδομένων δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη κατά παράβαση όλων των υφιστάμενων ευρωπαϊκών νόμων(…) θα πρέπει να διευκολύνονται και οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες (…) δηλαδή να – μας- εκμεταλλεύονται ως πρώτη ύλη δεδομένων».

Τον περασμένο Απρίλιο, με μια πιο επιθετική γραμμή, δια στόματος της υπ. Προστασίας Καταναλωτών Καταρίνα Μπάρλεϊ, η γερμανική πλευρά ζητούσε τη λήψη άμεσων μέτρων πανευρωπαϊκά μετά το σκάνδαλο της Cambridge Analytica.

Μπορεί βέβαια, μετά το νέο σκάνδαλο διαρροής, οι Γερμανοί να ήταν λάβροι απέναντι στη Facebook, «κάνοντας έξυπνη αντίσταση», κατά την προσέγγιση του «Spiegel», απέναντι στις ΗΠΑ, όπως και στην περίπτωση των ενδονατοϊκών προστριβών· ωστόσο, τρία χρόνια πριν, αγνοήθηκε επιδεικτικά η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδίκαζε την σύμπραξη των Ευρωπαίων με τους Αμερικανούς συλλογείς δεδομένων, παραβιάζοντας τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί μη αποθήκευσης δεδομένων Ευρωπαίων πολιτών σε χώρες με χαμηλότερο δίκτυο προστασίας αυτών. (Οι ΗΠΑ, δεν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δεδομένων[1981]).

«Buisiness as usual», θα ‘λεγε κάποιος…

***

Το γεωπολιτικό διακύβευμα του Διαδικτύου ξεδιπλώθηκε καθαρά τoν Δεκέμβριο του 2012, κατά τη διάρκεια διεθνούς διάσκεψης στο Ντουμπάι (WCIT), σχετικά με την εποπτεία ή μη του διαδικτύου από τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, υπό την αιγίδα της οποίας λάμβανε χώρα η διάσκεψη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είπαν όχι και η θέση τους υπερίσχυσε. Το ίδιο έκαναν, μεταξύ άλλων, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία. Μολοταύτα, περισσότερα από τα δύο τρίτα των παρισταμένων κρατών –89 εν συνόλω– επικύρωσαν το έγγραφο.

Πρόκειται για μια κοσμοϊστορική σύγκρουση μεταξύ των υποστηρικτών ενός ανοιχτού διαδικτύου και των επίδοξων σφετεριστών της ελευθερίας και των κυβερνητικών λογοκριτών, όπως υποστήριζαν αρκετοί, μήνες πριν τη Διάσκεψη;  Ή απλά για την επιβολή της θέλησης της πρωτοπορίας της παγκοσμιοποιημένης κεφαλαιοκρατίας έναντι των ανταγωνιστών της;

Απάντηση στο ερώτημά μας ίσως δώσει ο νεοφιλελεύθερος θιασώτης της πολιτικής της μη παρέμβασης Λάρι Σάμερς, ο άνθρωπος που ως υπ. Οικ. των ΗΠΑ, μαζί με τον Α. Γκρίνσπαν και τον Ρ. Ρούμπιν, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κρίση των subprimes. «Οι νόμοι της οικονομίας», έλεγε, «είναι σαν αυτούς της μηχανικής. Οι ίδιοι νόμοι ισχύον παντού».  Kαι αν αναρωτιέστε τι σχέση έχουν τα κελεύσματα ενός κατ’ εξοχήν μονεταριστή με το θέμα μας, μια αρκετά πειστική απάντηση δίνει ο ακαδημαϊκός Μιχάλης Λιανός. Πρόκειται για την κρυφή πλευρά του κυρίαρχου δόγματος, αναφέρει, σύμφωνα με την οποία «δεν μπορεί το κράτος να κυβερνά ενάντια στην οικονομία» και κατ’ επέκταση «δεν μπορεί το κράτος να ελέγχει (…)την κοινωνία χωρίς την οικονομία».

Κάτι τέτοιο δεν προϋποθέτει στρατιές καραβανάδων λογοκριτών ή κάποιον ηλεκτρονικό  «γύψο». Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η ρητορική της «ελεύθερης ροής των δεδομένων», αυτή η υποδόρια μορφή χειραγώγησης,  αποτελεί κεντρικό θεμέλιο τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στοχεύοντας σε έναν ιδιότυπο ομοφρονισμό. Έναν ομοφρονισμό για τον οποίο όλες οι κοινωνικές σχέσεις αποτελούν εμπορεύματα, ενώ οι επιθυμίες και οι συμπεριφορές μας διαπλάθονται από την αγορά. Παράλληλα, η σύνδεση της ιδιωτικότητας με την ελευθερία υλοποιεί και κάτι άλλο, απόλυτα σημαντικό για την καπιταλιστική κοινωνική διαστρωμάτωση. «Να παρουσιάζεται(…) η κοινωνική θέση ως αποτέλεσμα ατομικής επιλογής (…) και όχι ως αποτέλεσμα δομικών συνθηκών και των πολιτισμικών αναπαραστάσεων που τις νομιμοποιούν»**.

****                                                                                                                                                                             

«Καμία γωνιά του κόσμου δεν είναι αρκετά απομακρυσμένη, κανένα βουνό αρκετά ψηλό, καμία σπηλιά και κανένα καταφύγιο δεν είναι αρκετά βαθύ για να κρύψει τους εχθρούς μας»

Αυτά ήταν τα λόγια με τα οποία ο πρώην υπουργός Άμυνας της πολεμοχαρούς κυβέρνησης Μπους του νεότερου, Ντόναλντ Ράμσφελντ, είχε επιλέξει να δείξει το ιμπεριαλιστικό του θράσος.

Στην ψηφιακή εποχή, η αυτοκρατορία δεν οργανώνει αμέσως πολυαίμακτες πολεμικές επιχειρήσεις προκειμένου να επιβάλλει το δίκαιο. Μπορεί, αρχικά, να επιστρατεύσει άλλα μέσα, όπως τους αλγόριθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Πρόκειται για «απολίτικους» μηχανισμούς, θα ισχυριστούν κάποιοι. Θα μας επιτρέψετε να αμφιβάλουμε.

Όπως εξηγούσε ο συγγραφέας Φράνκλιν Φόερ στο βιβλίο με τίτλο «World Without Mind», «(…)οι φαινομενικά ουδέτεροι αλγόριθμοι της σημερινής εποχής (…)έρχονται να αντικαταστήσουν την ουτοπία και τον μύθο των πρώτων τεχνοκρατών. (…)Κάθε αλγόριθμος κρύβει τεράστιες ποσότητες πολιτικής (…)και πολιτικής οικονομίας ανάλογα με τις επιδιώξεις των δημιουργών του»-.

***

Κι αν κάποιος έχει ενστάσεις σχετικά με τις φήμες (;) περί αγαστής συνεργασίας εταιρειών όπως η FΒ, η Google, η Twitter, η Αmazon κ.ά. με τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δεν έχει παρά να ανατρέξει:

  • Στα λόγια του Mark Zuckerberg στο απολογητικό «διάγγελμά» του για την υποτιθέμενη ανεμπόδιστη δημοσίευση πληρωμένων κοινοποιήσεων Ρώσων χάκερ που επηρέασαν τις αμερικανικές εκλογές, όπου δεσμεύτηκε ότι θα προσφέρει σε επιτροπή του Κογκρέσου στοιχεία των χρηστών του. Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα θέλαμε να σκεφτούμε τι υλικό δεδομένων μπορεί να φτάσει στα χέρια των Υπηρεσιών Πληροφοριών για την ιδιωτική ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν από το 2013 βρίσκεται στην κατοχή της Facebook η εταιρία αναλυτικών δεδομένων κινητής τηλεφωνίας “Onavo”, η οποία, σύμφωνα με τη Wall Street Journal , επιτρέπει στη Facebook «να παρακολουθεί την ηλεκτρονική συμπεριφορά των χρηστών του διαδικτύου, παρέχοντας (…) μια ασυνήθιστα λεπτομερή ματιά στο τι κάνουν συλλογικά οι χρήστες στα τηλέφωνά τους».
  • Στα όσα δήλωνε ο Ισραηλινός υπουργός Δικαιοσύνης Ayelet Shaked, ο οποίος έχει δημοσιεύσει ρατσιστικά σχόλια σχετικά με τα παλαιστινιακά «μικρά φίδια» (παιδιά) και τους «Αφρικανούς εισβολείς» (μετανάστες), μετά τη συμφωνία με τη FB το 2016 για τη σύσταση ομάδων παρακολούθησης και απομάκρυνσης επικριτικών προς την κατοχή αναρτήσεων. Σε αδρές γραμμές, καυχιόταν ότι ο κολοσσός των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης ικανοποιεί το 95% από τα 158 αιτήματα για την απομάκρυνση παλαιστινιακού περιεχομένου.
  • Στα όσα αναφέρουν στη μελέτη τους οι Richard Ericson και Κevin Haggerty, σχετικά με την πληθώρα ενδείξεων ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες συμβάλλουν στο έργο της αστυνομίας στον Καναδά, καθώς οι «λογικές κινδύνου» και ταξινόμησης εξωτερικών οργανώσεων την καθιστούν εν τέλει συνεργάτη τους στην παροχή πληροφοριών. Βιογραφικά στοιχεία διάφορων πληθυσμών τίθενται στο στόχαστρο, ώστε να σχηματίζεται το προφίλ τους με όρους πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Σύμφωνα μάλιστα με τον διακεκριμένο ακαδημαϊκό κοινωνιολόγο David Lyon: «Η γνώση των κινδύνων είναι πιο σημαντική από την ηθική ενοχή και ο καθένας υποτίθεται ότι είναι ένοχος μέχρι το σύστημα κοινοποίησης των κινδύνων να αποφανθεί διαφορετικά».
  • Στην απενεργοποίηση του λογαριασμού στο Twitter της φυλακισμένης Παλαιστίνιας έφηβης Ahed Tamimi έπειτα από τη σύλληψή και τη φυλάκισή της από τις ισραηλινές Αρχές.
  • Στο παράδειγμα της τεχνητής μείωσης της κατάταξης των ειδήσεων του ρωσικού δικτύου RT από τη Google.
  • Στην επιβεβαίωση από (ανώνυμο) εκπρόσωπο της FB στην «Washington Post» ότι η απενεργοποίηση του λογαριασμού του –κατά τα άλλα αμφιλεγόμενου- ηγέτη της Τσετσενίας, Ramzan Kadyrov στο –εξαγορασμένο από τη Facebook- Instagram, έγινε όχι λόγω παραβίασης των κανόνων λειτουργίας, αλλά εξαιτίας της ένταξής του στη λίστα των «Specially Designated Nationals», η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε εμπορική ή και οικονομική συναλλαγή μαζί του. Κάτι το οποίο, σύμφωνα με την εφημερίδα του ιδιοκτήτη της Amazon, Jeff Bezos, «φαίνεται να συνδέει την πολιτική του Facebook πιο στενά με αυτή της εξωτερικής πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης».
  • Στα όσα γράφονται στην επιστολή που απέστειλαν τον περασμένο Μάιο το Κέντρο Δικαιοσύνης στα Μέσα Ενημέρωσης, η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών και περισσότερες από είκοσι οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Amazon, Jeff Bezos, όπου μεταξύ άλλων λέγεται ότι: «Η Amazon …ενθαρρύνει τη χρήση του Rekognition (2016) για την παρακολούθηση «σημαντικών προσώπων», αυξάνοντας την πιθανότητα να στοχοποιηθούν από την υπηρεσία παρακολούθησης(… )όσοι χαρακτηρίζονται ως ύποπτοι από τις κυβερνήσεις – όπως οι άτυποι μετανάστες ή οι μαύροι ακτιβιστές. Η Amazon έχει ακόμη διαφημίσει το Rekognition για χρήση με κάμερες σώματος της αστυνομίας, οι οποίες θα μεταμόρφωναν πλήρως αυτές τις συσκευές σε κινητές κάμερες παρακολούθησης που καταγράφουν το κοινό».
  • Στα πρωτόκολλα συμφωνίας μεταξύ διαδικτυακών επιχειρήσεων και ακαδημαϊκών με υπηρεσίες όπως η αμερικανική υπηρεσία IARPA, η οποία χρηματοδοτεί από το 2011 ένα έργο, σκοπός του οποίου είναι η αυτόματη καταγραφή των διαδικτυακών δεδομένων από τις λατινοαμερικανικές χώρες, ώστε να «αναπτύξει μαθηματικές μεθόδους πρόβλεψης και πρόληψης πιθανών εξεγέρσεων». Παρόμοια προγράμματα έχει αναπτύξει κατά καιρούς και η ΕΕ, όπως το FuturICT, αποσκοπώντας στην αποτροπή κρίσεων «που συστηματικά κλονίζουν τον κόσμο –διαμέσου της λειτουργίας- παρατηρητηρίων κρίσεων και συστημάτων, υποστήριξης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εκ μέρους των επιχειρηματικών και πολιτικών ιθυνόντων» ( από τον ιστότοπο της ΕΕ σχετικά με τους στόχους του προγράμματος).
  • Στην πρόσφατη συνάντηση, σύμφωνα με τους «ΤNYork Times» και την «Washington Post», μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ και των εκπροσώπων των Amazon, Apple, Google, Microsoft, Snap, Twitter, Oath και του τηλεπικοινωνιακού δικτύου Verizon, προκειμένου να διασφαλιστεί το αδιάβλητο των ενδιάμεσων εκλογών του ερχόμενου Νοεμβρίου.
  • Στις συνομιλίες της Cambridge Analytica με την κυβέρνηση Τραμπ για την αποστολή στοχευμένων πολιτικών μηνυμάτων προς όφελος του τελευταίου. Όπως η ίδια η εταιρεία ομολογεί: «έχει συνθέσει ψυχολογικά προφίλ, χρησιμοποιώντας 5.000 διαφορετικές αλυσίδες δεδομένων από 220 εκ. Αμερικανούς ψηφοφόρους. Γνωρίζει τις ιδιομορφίες, τις μικροδιαφορές και τις καθημερινές τους συνήθειες και έχει την ικανότητα να απευθύνεται στον καθέναν προσωπικά». Να σημειωθεί ότι ο Steve Bannon, πρόσφατα διορισμένος επικεφαλής στρατηγικής του Τραμπ, μετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της Cambridge Analytica.

«Κάποιος», σημείωνε σε άρθρο του ο δημοσιογράφος Glenn Greenwald,  «μπορεί να δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο, (…) στον οποίο τα στελέχη της Silicon Valley χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να προστατεύσουν τους περιθωριοποιημένους λαούς σε όλο τον κόσμο, λογοκρίνοντας εκείνους που θέλουν να τους βλάψουν, (…) αλλά στον πραγματικό κόσμο, αυτό δεν είναι παρά ένα θλιβερό όνειρο. Όπως ακριβώς οι κυβερνήσεις, αυτές οι εταιρείες θα χρησιμοποιήσουν τη λογοκρισία τους για να εξυπηρετήσουν και όχι για να υπονομεύσουν τις πιο ισχυρές φατρίες του κόσμου».

νόστιμο ήμαρ

Advertisements