Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Αποκαλυπτική για τον κυβερνητικό σχεδιασμό, που συνίσταται στο πώς θα «σερβιριστεί» η νέα περίοδος αντιλαϊκών μέτρων η οποία θα συμπέσει με την έναρξη μίας άτυπης προεκλογικής περιόδου, ήταν η συζήτηση της Πέμπτης στη Βουλή για την οικονομία. Μια διαδικασία κατά την οποία η πόλωση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ χρησιμοποιήθηκε για να συσκοτίσει για ευρύτερα λαϊκά στρώματα το τι έχει νομοθετηθεί, αποφασιστεί και πρόκειται να εφαρμοστεί μετά την τελευταία απόφαση στο Eurogroup της 14ης Ιουνίου.

Η διπολική αντιπαράθεση Τσίπρα-Μητσοτάκη κάθε άλλο παρά μπόρεσε να κρύψει τη σύμπλευση αμφότερων στο πακέτο των περικοπών και των νέων φορολογικών βαρών στα λαϊκά στρώματα, καταρχάς έως το 2022 και με επέκταση έως το 2060. Μάλιστα, ως τοποτηρητής, προκειμένου η πόλωση μεταξύ των δύο να μην θέσει σε αμφισβήτηση τις άγριες περικοπές που αναμένονται από 1/1/2019 στις συντάξεις, αυτό-χρίσθηκε ο ίδιος ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών — που σε ανακοίνωσή του ζήτησε να μην υπάρξει κανένα ρίσκο με τα ψηφισμένα μέτρα που έχουν οδηγήσει στο κλείσιμο της 4ης αξιολόγησης και στη συμφωνία του Eurogroup. Όπως ανέφερε άλλωστε σε σχετική ανακοίνωσή του, «η πιθανότητα αναβολής η αθέτησης αυτών των δεσμεύσεων θα προκαλέσει δυσπιστία στις διεθνείς αγορές».

Ο ΣΕΒ πρόσθεσε, μάλιστα, και τα πάγια αιτήματα της εγχώριας αστικής τάξης για μεγαλύτερη μείωση του μισθολογικού κόστους και της φορολογικής επιβάρυνσης των εταιριών. Μετά από αυτό, με κακοπαιγμένη κωμωδία μοιάζει τόσο ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι θα επαναδιαπραγματευθεί το θέμα των μειώσεων στις συντάξεις όσο και οι τροπολογίες που κράδαιναν τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και η Φώφη Γεννηματά, ζητώντας να παρθεί πίσω το μέτρο.

Ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του θέλησε να παρουσιάσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως εγγυητή των εργασιακών δικαιωμάτων και τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως υποστηρικτή της αυστριακής κυβέρνησης που θεσμοθετεί το 12ωρο στην εργασία. Ανήγγειλε για πολλοστή φορά την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Όμως –και αυτή τη φορά– «ξέχασε» να αναφέρει πώς τόσο το μνημόνιο του Αυγούστου του 2015 όσο και η τελευταία συμφωνία στο Eurogroup του Ιουνίου θέτουν για τα εργασιακά ένα βασικό κριτήριο: την ενίσχυση και θωράκιση της ανταγωνιστικότητας. Με βάση αυτό θα καθορισθεί τόσο το ζήτημα των συμβάσεων όσο και του κατώτατου μισθού. Με απλά λόγια, οι μισθοί θα παραμείνουν καθηλωμένοι στα σημερινά επίπεδα φτώχειας, ενώ η ημιαπασχόληση και η απασχολησιμότητα θα συνεχίσουν να βασιλεύουν στους χώρους δουλειάς.

Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι υποσχέσεις του πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής περί «αναδιανομής εισοδήματος». Φυσικά στην αναδιανομή αυτή δεν περιλαμβάνεται ούτε το εγχώριο ούτε, πολύ περισσότερο, το ξένο κεφάλαιο. Εκεί θα παρασχεθούν αφειδώς φοροαπαλλαγές, προκειμένου να υπάρξουν νέες επενδύσεις. Στον «κουβά» της αναδιανομής θα μπει ο συνταξιούχος των 1.100 ευρώ με τον συνταξιούχο των 700 ευρώ και οι αντίστοιχες κατηγορίες μισθωτών που θα κληθούν να μοιράσουν τη φτώχεια τους. Κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι ότι με τα μέτρα που προβλέπονται φορολογείται ο μισθωτός με 10.000 ετήσιο εισόδημα.

Παράλληλα ο Α. Τσίπρας επιχείρησε ακόμη μια φορά να πλασάρει τη συμφωνία για το χρέος –την οποία βρήκε θετική και ο Κυριάκος Μητσοτάκης– ως «ανάσα για την οικονομία». Δίχως, φυσικά, να προσδιορίσει ποιοι θα είναι αυτοί που θα… πάρουν την ανάσα αυτή. Η απάντηση θα δοθεί, όπως όλα δείχνουν, τους επόμενους μήνες. Τότε που με μία εκδήλωση ανάλογη αυτής του Ζαππείου η κυβέρνηση θα επιχειρήσει την πρώτη κανονική και όχι δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, αναζητώντας επιτόκια δανεισμού της τάξης του 3,5% για τα επταετή ομόλογα. Τα funds που θα αγοράσουν τα ελληνικά ομόλογα θα έχουν για τα επόμενα χρόνια ως εγγυητή των κερδών τους τον περίφημο μηχανισμό του ESM, άρα διασφαλισμένα τα οφέλη τους. Για τους εργαζόμενους και τον λαό θα μείνουν τα υποχρεωτικά πλεονάσματα του 3,5% και 2,2% που εγγυώνται τη λιτότητα και τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες –αφού αλλιώς δεν μπορούν να επιτευχθούν– μέχρι το 2060.

Ο υπουργός Οικονομίας Ευκλείδης Τσακαλώτος ήταν αρκετά ειλικρινής σχετικά με το ποιους, στην πραγματικότητα, θα βοηθήσει αυτή η ρύθμιση, όπως τόνισε αποτιμώντας τις προσπάθειες των δύο τελευταίων χρόνων: «Το κριτήριο που έβαλα από το 2017 είναι, εάν θα έχουμε καθαρό διάδρομο για τους επενδυτές. Είμαι σίγουρος ότι όλοι και όλες με έχετε ακούσει να το λέω αυτό. Θα έχουμε καθαρό διάδρομο για το χρέος; Αυτό ήταν το βασικό ερώτημα». Μάλιστα, επισήμανε ότι εφόσον οι επενδύσεις αυξηθούν, το χρέος μπορεί να οδηγηθεί σε επαναδιαπραγμάτευση το… 2032 και αν δεν είναι μεγαλύτερο του 20% του ΑΕΠ, να αναζητηθούν πιο θετικές λύσεις.

Για την αλλαγή της μορφής εποπτείας, είναι φανερό πως πρόκειται για ένα καθαρά επικοινωνιακό τέχνασμα. Ίσως οι εκπρόσωποι της τρόικας να μην μένουν πια στο Χίλτον, παρόλα αυτά θα ελέγχουν ανά τρίμηνο την εφαρμογή των προ-ψηφισμένων μέτρων. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση μοιάζει να δίνει τις δικές της εγγυήσεις για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εγχώριας αστικής τάξης. Όπως δήλωσε άλλωστε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης, «η έξοδος από τα μνημόνια μας δίνει, από τη μια μεριά, περισσότερους βαθμούς ελευθερίας αλλά, από την άλλη μεριά, μας δημιουργεί και μεγαλύτερες ευθύνες». Αυτές, σύμφωνα πάντα με τον αντιπρόεδρο,  είναι ότι «πρέπει να αναμετρηθούμε με βαθύτερες αιτίες και παθογένειες του ελληνικού συστήματος, θα έλεγα με ταυτοτικά στοιχεία του ελληνικού καπιταλισμού», αφού δεν υφίσταται ανάπτυξη «αν μια χώρα δεν έχει κτηματολόγιο, αν δεν έχει δασικούς χάρτες, δεν έχει χαράξει τον αιγιαλό, δεν έχει υποδοχείς για να μπαίνουν επιχειρήσεις, πάρκα να εντάσσονται, αν δεν έχει προϋποθέσεις οργανωμένης ανάπτυξης».

ΠΡΙΝ

Advertisements