του Αντώνη Μαυρόματου*

Σε διεθνή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Nature Biotechnology φαίνεται πως τα ποσοστά του άγχους και της κατάθλιψης μεταξύ των μεταπτυχιακών και των διδακτορικών φοιτητών διεθνώς είναι τουλάχιστον έξι φορές μεγαλύτερα από ό,τι στο γενικό πληθυσμό.

Οι δειγματοληπτικές απαντήσεις 2.279 φοιτητών από 234 πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρυμάτων σε 26 χώρες (90% υποψήφιοι για PhD και 10% για Μaster’s) αποκαλύπτουν ότι το 41% αισθάνονται μέτριο έως σοβαρό άγχος, ενώ το 39% έχουν συμπτώματα μέτριας έως σοβαρής κατάθλιψης, έναντι ποσοστού περίπου 6% στο γενικό πληθυσμό. Τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης είναι μεγαλύτερα στις γυναίκες από ότι στους άντρες: 43% και 41% αντίστοιχα, έναντι 34% και 35%. Ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά βρέθηκαν σε όσους δήλωσαν διεμφυλικοί ή μη συμμορφούμενοι/νες στα κυρίαρχα πρότυπα φύλου, με το 55% εξ αυτών να βιώνει άγχος και το 57% κατάθλιψη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη νευροεπιστήμονα Τερέζα Έβανς του Κέντρου Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Σαν Αντόνιο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση, έκαναν λόγο για ανησυχητικά ευρήματα που αναδεικνύουν τη σοβαρότητα του προβλήματος και την παγκόσμια διάστασή του, τονίζοντας την ανάγκη ανάληψης δράσης από τις ιθύνουσες αρχές. Υπογραμμίζουν την ανάγκη τα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο να πάρουν πιο σοβαρά το συγκεκριμένο ζήτημα και να παρέχουν στους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς  φοιτητές καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης ψυχικής υγείας. Θεωρούν ότι η ψυχολογική καταπόνηση των νέων ερευνητών οφείλεται στον υψηλό ανταγωνισμό για εύρεση χρηματοδότησης για την έρευνά τους, αλλά και στην πίεση που τους ασκείται πολλές φορές από τους προϊστάμενους-επόπτες ακαδημαϊκούς.

Οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές (55%) δήλωσαν ότι δεν μπορούν να πετύχουν μια καλή ισορροπία ανάμεσα στην εργασία τους (έρευνα-σπουδές) και στην προσωπική τους ζωή. Μια παλαιότερη μελέτη του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια (Berkeley) το 2014 είχε επίσης βρει ότι το 43% έως 46% των μεταπτυχιακών φοιτητών ειδικότερα στις βιοεπιστήμες νιώθουν κατάθλιψη.

Σίγουρα τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή καθώς η συμπλήρωση των ψυχομετρικών εργαλείων (ερωτηματολογίων) έγινε μέσω e-mail και κοινωνικών δικτύων, άρα θα μπορούσε να υποτεθεί ότι όσοι βίωναν συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης ήταν περισσότερο διατεθειμένοι να συμμετάσχουν εθελοντικά στη μελέτη. Περισσότερη έρευνα σίγουρα θα ρίξει φως σε ένα ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα και τη χώρα μας.

* Ο Αντώνης Μαυρόματος είναι ειδικευόμενος ψυχίατρος

Δρόμος της Αριστεράς

Advertisements