Της Δήμητρας Μυρίλλα

Η 11η και 12η Απριλίου 2018 θα μπορούσαν να ανακηρυχθούν από το ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα ως ημέρα μνήμης για την κινηματογραφική αποικιοποίηση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Όχι επειδή αυτές τις δύο ημέρες πραγματοποιήθηκαν στο Σούνιο τα γυρίσματα του BBC για την τηλεοπτική σειρά «Η μικρή Τυμπανίστρια», βασισμένη στο ομώνυμα μυθιστόρημα κατασκοπίας του Τζον Λε Καρέ.

Δεν είναι, δα,  και η πρώτη φορά που αρχαιολογικοί χώροι παραχωρούνται  για γυρίσματα ξένων κινηματογραφικών ή τηλεοπτικών παραγωγών. Εξάλλου, γι’ αυτή τη συγκεκριμένη σειρά ήδη έχουν παραχωρηθεί η Ακρόπολη και Πλάκα. Αλλά, επειδή τα συγκεκριμένα γυρίσματα συνοδεύτηκαν από μία πρωτοφανή  επίθεση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο το οποίο «τόλμησε» να ασκήσει τη στοιχειώδη υποχρέωσή του, δηλαδή να θέσει τεχνικές προϋποθέσεις για την ασφάλεια του αρχαιολογικού χώρου του Σουνίου και τη διαχείριση των επισκεπτών. Δηλαδή, για να λέμε τα γεγονότα όπως ακριβώς είναι δεν επρόκειτο καν για άρνηση ως προς τα γυρίσματα αυτά καθ’ εαυτά.

Εκτοτε, ακολούθησε μία ομόθυμη ιερή οργή που κατέληγε στον εξοβελισμό των γνωστών πλέον χαρακτηρισμών που αποδίδονται στους αρχαιολόγους όπως «αναχρονιστικοί, οπισθοδρομικοί, εχθροί της ανάπτυξης». Η ιερή οργή συνδυάστηκε και με περίτεχνη αντιστροφή της πραγματικότητας, αφού η τελική έγκριση που δόθηκε στη συνέχεια από το ΚΑΣ και η οποία ήταν αποτέλεσμα υποχώρησης του παραγωγού από τις αρχικές τεχνικές και χρονολογικές λεπτομέρειες των γυρισμάτων, παρουσιάστηκε ως ολική συμμόρφωση των αρχαιολόγων προς τις υποδείξεις. Βέβαια, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο δεν συνιστά μία «επαναστατική νησίδα» σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Κάθε άλλο… κάτω από συγκεκριμένους συσχετισμούς μελών, αλλά και πίεσης του κινήματος έχει ορθώσει το ανάστημά του και προστατεύσει τα αρχαία, αλλά έχει επίσης συμβιβαστεί με την κυρίαρχη πολιτική πρακτική και ιδεολογία, ως θεσμικό  και δημοκρατικό άλλοθι ενός συστήματος που σταθερά και οργανωμένα οδεύει προς την πλήρη εμπορευματοποίηση του πολιτισμού.

Το όχημα του κινηματογράφου εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται το πιο πρόσφορο μέσο, ως μαζικό εργαλείο χειραγώγησης, εμπορευματοποίησης των μνημείων με απώτερο στόχο να μπουν στο παιχνίδι και άλλες μορφές έμμεσης, διαμεσολαβημένης (και γιατί όχι και αδιαμεσολάβητης;) ιδιωτικοποίησής τους. «Δεν είμαι αντίθετη με τη συνεργασία του Δημοσίου με τον ιδιωτικό φορέα» έλεγε πριν ένα χρόνο η Λυδία Κονιόρδου, ενώ ο Σταύρος Μπένος, πρόεδρος του διαβόητου «Διαζώματος», το οποίο έχει αναλάβει περίπου εργολαβικά την προετοιμασία του εδάφους για την ιδιωτικοοικονομική διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς «αναρωτιόταν», υπονοώντας φυσικά κατάφαση «Γιατί οι τράπεζες να μην αναλάβουν ένα θέατρο;».

Η νεοφιλελεύθερη αγανάκτηση, ενορχηστρωμένη από την κυβέρνηση, εναντίον των αρχαιολόγων που εμποδίζουν την κινηματογραφική επένδυση και ανάπτυξη είχε βέβαια αποδέκτες και ακροατήριο. Επρεπε τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο, κυρίως εκείνα των ΗΠΑ, να λάβουν ξεκάθαρα το μήνυμα ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να «πνίξει» κάθε αντίθετη φωνή που θα έχει στόχο να αποτρέψει την μετατροπή των αρχαιολογικών χώρων σε φυσική Σινετσιτά.

Το κυβερνητικό σχήμα είναι πλήρως συντονισμένο και στοιχισμένο σε αυτόν το σχεδιασμό.  Ο Νίκος Ξυδάκης, πρώην υπουργός Πολιτισμού και νυν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, κατέθεσε ερώτηση προς τον υπουργό Οικονομικών προτείνοντας την παροχή περαιτέρω φορολογικών κινήτρων και απλοποίηση των διαδικασιών  για την προσέλκυση ξένων κινηματογραφικών παραγωγών στην. Για τον κ. Ξυδάκη το υφιστάμενο πλαίσιο φοροαπαλλαγών (έως 20%) είναι αποτρεπτικό…  Μάλιστα, προσδιορίζει ακριβώς τι είδους και τι προέλευσης κινηματογράφο «οραματίζεται», αφού ισχυρίζεται το υφιστάμενο πλαίσιο δεν είναι συμβατό με τον τρόπο υλοποίησης των αμερικανικών κινηματογραφικών παραγωγών.

Είναι, δε, τέτοιος ο αρχοντοχωριατισμός τους και τόσο γλοιώδικη η υποταγή τους, ώστε ακόμα και εκείνοι που είχαν συμφωνήσει και εργαστεί για την προσέλκυση ξένων κινηματογραφικών παραγωγών με ευνοικούς φορολογικούς και χαλαρό διαδικαστικό πλαίσιο – όταν λένε διαδικασίες εννοούν πάντα τους  περιορισμούς που θέτει η αρχαιολογική νομοθεσία – εξανίστανται για την προοπτική της μετατροπής του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος σε ένα τεράστιο κινηματογραφικό στούντιο με όρους αποικίας. Ο Γιάννης Λεοντάρης, ο οποίος πριν ένα χρόνο παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, σε άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών αναφέρει «Στην επιστολή παραίτησής μου, ακριβώς πριν από ένα χρόνο, από τη θέση του Προέδρου του Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου εξέφραζα προς την ΥΠ.ΠΟ.Α το φόβο ότι η ενδεχόμενη διαφαινόμενη εκχώρηση των αρμοδιοτήτων του HELLENIC FILM COMMISSION στον νέο υπό ίδρυση φορέα  (Ε.Κ.Ο.ΜΕ.) στο πλαίσιο νέου νομοθετικού πλαισίου, αν τελικά πραγματοποιηθεί, εγκυμονεί τον κίνδυνο της εκχώρησης του ελέγχου αυτής της δραστηριότητας στον ιδιωτικό τομέα σε αντίθεση με την συνήθη ευρωπαική πρακτική, με όλες τις συνέπειες που αυτό θα επιφέρει. Επειδή ο φόβος μου επιβεβαιώθηκε με το χειρότερο τρόπο μετά τις πρόσφατες εξαγγελίες του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής και επειδή αυτό το πολύ σοβαρό ζήτημα το οποίο μαζί με το τότε Δ.Σ. αντιμετώπισα με συγκεκριμένες αποφάσεις κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο Ε.Κ.Κ., αισθάνομαι την υποχρέωση απέναντι στους εργαζόμενους στον κινηματογράφο (σκηνοθέτες, ηθοποιούς, τεχνικούς) να αναφερθώ αναλυτικότερα στο πρόβλημα και να υποστηρίξω ακόμη πιο έντονα τον δημόσιο χαρακτήρα αυτών των δραστηριοτήτων που φαίνεται να παραδίδονται χωρίς όρια και περιορισμούς στις ορέξεις της «αγοράς». 

Επί των ημερών του το 2017 ιδρύθηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου το Hellenic Film Commission, το γραφείο δηλαδή που είναι αρμόδιο για την προσέλκυση ξένων κινηματογραφικών παραγωγών στην Ελλάδα.  Ο ίδιος περιγράφει την πρακτική των ξένων παραγωγών ως εξής:  «Η συνήθης πρακτική είναι, η ξένη παραγωγή να συνεργάζεται με παραγωγό της χώρας υποδοχής για τα γυρίσματα και να εργάζονται σε αυτήν, όχι μόνο υψηλής εξειδίκευσης τεχνικοί (όπως, διευθυντές φωτογραφίας, ηχολήπτες, σκηνογράφοι κλπ), αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των βοηθητικών ειδικοτήτων του κλάδου, όπως φωτιστές, βοηθοί κλπ. Οι υπηρεσίες εξυπηρέτησης των ξένων παραγωγών, προσφέρουν στους παραγωγούς, πέρα από καταλόγους με εξειδικευμένους επαγγελματίες του κλάδου, διευκολύνσεις για τις άδειες γυρίσματος σε δημόσιους ή/και αρχαιολογικούς χώρους, και οποιαδήποτε άλλη βοήθεια μπορεί να ζητηθεί. Τα Εθνικά Κέντρα Κινηματογράφου έχουν τις κατάλληλες υποδομές και την εξειδικευμένη γνώση ώστε να μπορούν να αξιολογήσουν το βαθμό ανταποδοτικότητας της κάθε προτεινόμενης παραγωγής για την τοπική οικονομία (δημιουργία θέσεων εργασίας του συγκεκριμμένου κλάδου, αλλά και του τουριστικού, της τοπικής κοινωνίας κ.ά.). Το σημαντικότερο, τα Εθνικά Κέντρα Κινηματογράφου, προτάσσουν ως κριτήριο ανταπόκρισης στα αιτήματα ξένων παραγωγών, το δημόσιο συμφέρον, την ενίσχυση της εγχώριας απασχόλησης, την κατεύθυνση των ξένων παραγωγών σε περιφέρειες με προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής υποβάθμισης».

Δηλαδή, ήταν ήδη φανερή η  κατεύθυνση προς την ενίσχυση όχι της εθνικής κινηματογραφίας, αλλά της υπαγωγής του έμπειρου και εξειδικευμένου εγχώριου δυναμικού στις υπηρεσίες μεγάλων επιχειρηματικών κινηματογραφικών στούντιο.  Η υπαγωγή του Hellenic Film Commission σε ένα δημόσιο φορέα ήταν το τελευταίο φύλλο συκής, το οποίο αποξηλώνεται με τις ευλογίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Μια αποξήλωση που εγγράφεται εξ’ ολοκλήρου στο πλαίσιο της στρατηγικής της Ε.Ε. η οποία δεν εξαιρεί ούτε τον πολιτισμό από την εμπορευματοποίηση και την αγοραία λογική της κερδοφορίας. Σε αυτό το δρόμο και προκειμένου να υποθηκευτεί διά βίου κάθε κομμάτι γης, φυσικού και πολιτιστικού πλούτου δεν χωράνε ούτε  τα συνήθη θεσμικά αστικά δημοκρατικά άλλοθι.

Προς το παρόν οι παραγωγοί που χρησιμοποιούν την Ακρόπολη, την Πλάκα, το Σούνιο ως ιδανικό σκηνικό φόντο  – διότι είναι τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι η Ακρόπολή και το Σούνιο διαφημίζονται επειδή είναι ωραία κινηματογραφικά σκηνικά! – καλούνται να καταβάλουν κάποια τέλη κινηματογράφησης  (1600 ευρώ ως 2000 για κάθε ημέρα γυρίσματος) και επιπλέον τέλη χρήσης. Αλλά προς το παρόν…. Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτοί οι ευεργέτες στο όνομα της ευεργεσίας που μας παρέχουν να ζητήσουν σε αντάλλαγμα να μην πληρώνουν ούτε τα ελάχιστα τέλη που σήμερα προβλέπονται; Αλλωστε πρέπει να αισθανόμαστε εθνικά υπερήφανοι και σεμνά ταπεινοί και υποτακτικοί που μας προτιμούν… Όχι;

Υ. Γ. Οι «φιλελεύθερες δημοκρατικές» φωνές που ομνύον στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό με την επιτηδευμένη πόζα του κοσμοπολιτισμού και κατακεραυνώνουν υποτίθεται κάθε απόπειρα λογοκρισίας ανάλογα με το μέτρο που θίγονται τα ιερά και τα όσια της αστικής τους δημοκρατίας, προφανώς δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το γεγονός ότι το κομμάτι της μυθοπλασίας που εκτυλίσσεται στο Σούνιο αφορά στη συνάντηση της αγγλίδας διπλής πράκτορα με τους ισραηλινούς εντολείς της των Μυστικών Υπηρεσιών προκειμένου να τεθούν οι λεπτομέρειες για το σχέδιο παγίδευσης ενός παλαιστίνιου «τρομοκράτη». Ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του το 2013 στο ΒΗΜΑΓΚΑΖΙΝΟ, σχετικά με το μυθιστόρημα «Η μικρή τυμπανίστρια» είχε πει ότι «εξαγρίωσε τους εβραίους της διασποράς, έλαβα φρικτά γράμματα από Αμερικανοεβραίους, στα οποία έγραφαν ότι θα ρίξουν οξύ στα μάτια τα δικά μου και στων παιδιών μου». Από την άλλη  πλευρά, ο ίδιος πριν γίνει συγγραφέας ήταν πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.  Ακόμα κι αν ανιχνεύεται θετική στάση απέναντι στον αγώνα των παλαιστινίων, είναι ένας αγώνας που παρουσιάζεται αποκλειστικά και μόνο μέσα από το πρίσμα βομβιστικών ενεργειών. Δηλαδή, αγωνιστές μεν, τρομοκράτες δε. Η αφήγηση που βολεύει, νομιμοποιεί και ξεπλένει τα διαρκή εγκλήματα του ισραηλινού κράτους.

Το τι συνάδει, ως περιεχόμενο, με έναν αρχαιολογικό χώρο είναι μια ερμηνεία πολιτική, ιστορική, ιδεολογική. Αλλά, η διπλωματική, γεωπολιτική και στρατιωτική σύμπλευση της «αριστερής» κυβέρνησης με το Ισραήλ που δολοφονεί παλαιστίνιους «τρομοκράτες» που πετούν σφεντόνες και πέτρες είναι επίσης μια πολιτική πραγματικότητα. Η οποία, επίσης, ξεπλένεται με φόντο την Ακρόπολη και το Σούνιο.

Ημεροδρόμος

Advertisements