Ελλάδα, 2015: Οι πρώτες μέρες των capital control

Ομολογώ ότι κάθε άλλο παρά συμμερίζομαι την άποψη ότι η μεγάλη καπιταλιστική κρίση είναι ήδη πίσω μας και η ανάπτυξη βρίσκεται ante portas. Μιλώντας με οικονομικούς όρους, η κρίση ορίζεται ως πιστωτική συρρίκνωση, δηλαδή ως μείωση των κεφαλαίων που δημιουργήθηκαν -με οποιονδήποτε τρόπο- κατά την προηγούμενη φάση, εκείνη της ανάπτυξης ή της πιστωτικής επέκτασης. Όπως είναι κατανοητό, για να αρχίσει η επέκταση πρέπει πρώτα να σταματήσει η συρρίκνωση. Προσωπικά, λοιπόν, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί.

Αλλά, για να μη μιλάμε αόριστα και με όρους που είτε κουράζουν είτε δεν γίνονται κατανοητοί εύκολα, ας δούμε πώς δουλεύει το κύκλωμα, χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα:

Ας πούμε, λοιπόν, ότι πάω σήμερα στην Εθνική και καταθέτω 10.000 ευρώ. Μπορεί την ώρα που καταθέτω να μη το συνειδητοποιώ αλλά, όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, με την ενέργειά μου αυτή κινητοποιώ έναν μηχανισμό δημιουργίας χρήματος, αφού η Εθνική θα κρατήσει στα συρτάρια της ως απόθεμα ασφαλείας (ρεζέρβα) δυο χιλάρικα και τα υπόλοιπα οκτώ θα τα δανείσει στην Alpha. Εκείνη θα κρατήσει απ’ αυτά επίσης ένα 20% ως απόθεμα και θα δανείσει τα 6.400 στην Πειραιώς. Με την ίδια διαδικασία, 1.280 ευρώ θα μείνουν απόθεμα στην Πειραιώς και 5.120 θα πάρουν την άγουσα για την Eurobank, απ’ όπου τα 4.096 θα κατευθυνθούν στην Αττικής κι από εκεί το 80% τους θα φτάσει στην Σανταντέρ… και ούτω καθ’ εξής.

Όταν ολοκληρωθεί αυτή η αλυσιδωτή διαδικασία, τα δέκα πραγματικά χιλιάρικα που κατέθεσα, θα έχουν μοιραστεί ως ρεζέρβες σε διάφορες τράπεζες. Στο διάβα τους, όμως, θα έχουν δημιουργήσει άλλα σαράντα χιλιάρικα εικονικό χρήμα, μέσω των διαδοχικών λογιστικών εγγραφών. Έτσι, οι λογής-λογής τράπεζες έχουν, αντί για δέκα, πενήντα χιλιάρικα διαθέσιμα για να σπρώξουν είτε σε δάνεια προς την “πραγματική” οικονομία (επιτρέψτε μου τα εισαγωγικά) είτε σε διάφορες επενδύσεις χαμηλότερης ή υψηλότερης αναμενόμενης κερδοφορίας. Και κάπως έτσι έχουμε πιστωτική επέκταση, δηλαδή ανάπτυξη.

Κατά πάσα πιθανότητα, κάποια ποσότητα από το χρήμα που γεννιέται κατά την πιστωτική επέκταση θα φτάσει και στα χέρια μου, οπότε δεν αποκλείεται να πάω άλλα δέκα χιλιάρικα για κατάθεση, τα οποία θα γεννήσουν άλλα σαράντα και ούτω καθ’ εξής. Και όλοι θα είμαστε ευυχισμένοι…

Το κακό είναι πως όλο αυτό το σκηνικό δεν μπορεί να διατηρηθεί στο διηνεκές. Κάποια στιγμή το σύστημα θα μπουκώσει και δεν θα έχει χώρο για παραπέρα επέκταση, κάτι σαν αυτό που συμβαίνει με όλες τις πυραμίδες. Τότε δημιουργούνται οι συνθήκες που θα με στείλουν στην τράπεζα όχι πια για να καταθέσω αλλά για να σηκώσω τα δέκα χιλιάρικά μου. Μόνο που έτσι θα χαθούν από τ κύκλωμα όχι μόνο αυτά τα δέκα χιλιάρικα αλλά και τα υπόλοιπα σαράντα που γεννήθηκαν εξ αιτίας του. Πώς;

Αν το σύστημα εξακολουθούσε να δουλεύει και η δική μου ανάληψη είναι συμπτωματική, η Εθνική θα βρει τα λεφτά που ζητάω από την κατάθεση κάποιου άλλου. Αν, όμως, η ανάληψή μου έρχεται ως απόρροια κάποιου δυσμενούς κλίματος, τότε σαν εμένα θα υπάρχουν πολλοί ενώ καταθέτες ελάχιστοι. Σ’ αυτή την περίπτωση, μόνη λύση για την Εθνική είναι να ζητήσει από την Alpha τις οκτώ χιλιάδες που της είχε δανείσει. Εκείνη, με την σειρά της θα ζητήσει τα δανεικά της από την Πειραιώς και ούτω καθ’ εξής, ώσπου πενήντα χιλιάδες θα βγουν από την αγορά όπως μπήκαν. Η πιστωτική συρρίκνωση, δηλαδή η ύφεση, αρχίζει.

Τι γίνεται τώρα αν κάποια από τις τράπεζες που εμπλέκονται σ’ αυτή την αλυσίδα δεν μπορεί να ανταποκριθεί επειδή, ας πούμε, έχει σπρώξει τα λεφτά της σε ρισκαδόρικες επενδύσεις, οι οποίες την δεδομένη στιγμή έχουν αρνητική απόδοση; Αν, στο παράδειγμά μας, η Αττικής δεν έχει 4.096 να δώσει στην Eurobank; Προφανώς, η Eurobank πρέπει να τα βρει από αλλού (αν μπορέσει) και ταυτόχρονα να εγγράψει στον ισολογισμό της πρόβλεψη για ισόποση ζημιά. Έλα, όμως, που τέτοιες άσχημες προβλέψεις έχουν αντίκτυπο: μειώνουν την περιουσία τής τράπεζας, χαλάνε την εικόνα της και ρίχνουν και την αξία της μετοχής της…

Εδώ είναι το κομβικό σημείο. Αν το δυσμενές κλίμα δεν είναι προσωρινό ή μικρής εμβελείας αλλά μακροχρόνιο και ευρύτερο, είναι λογικό η Eurobank να αρχίσει να ψάχνεται. Ίσως κλείσει τις κάνουλες, σταματώντας να διοχετεύει χρήμα οπουδήποτε (επιχειρήσεις, ιδιώτες, άλλες τράπεζες κλπ), σε μια προσπάθεια να μειώσει την πιστωτική της έκθεση άρα και τον πιστωτικό της κίνδυνο. Το σίγουρο είναι ότι θα προσπαθήσει να ανακτήσει όσο περισσότερα από τα δανεικά που έχει δώσει, είτε με εύσχημους τρόπους είτε με διαφόρων μορφών πιέσεις.

Και τώρα, προσέξτε μια λεπτομέρεια. Στο παράδειγμά μας, πρόβλημα ρευστότητας είχε η Αττικής αλλά την ζημιά την έπαθε η Eurobank, η οποία ως τότε ήταν μια χαρά. Κι όταν η Eurobank αποφασίσει να μαζέψει τα λεφτά που έχει σκορπίσει γύρω-γύρω, από τους καλοπληρωτές θα τα πάρει πρώτα, όχι από τους μπαταχτσήδες ή, εν πάση περιπτώσει, από όσους έχουν αδυναμία πληρωμής. Περίπου το ίδιο κάνει και ο εισπρακτικός μηχανισμός τού κράτους: προτιμά τις κατασχέσεις των λίγων, που μαζεύονται εύκολα παρά το κυνήγι των πολλών, που είναι επιμελώς κρυμμένα. Σε τελική ανάλυση, δηλαδή, το δυσμενές οικονομικό κλίμα πλήττει κατά κύριο λόγο τούς πλέον συνεπείς και υγιείς. Ενδιαφέρον, δεν βρίσκετε;

Ας επιστρέψουμε τώρα στην επιφύλαξη που διατύπωσα στην αρχή. Με την ραχοκοκκαλιά τής εθνικής μας οικονομίας (την μικρομεσαία επιχείρηση, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους) σχεδόν κατεστραμμένη και τους -ντόπιους και ξένους- “επενδυτές” να λειτουργούν ως αρπακτικά και όχι ως επενδυτές, πόσο σίγουρο είναι ότι η διαδικασία συρρίκνωσης έχει περάσει; Με άλλα λόγια, πόσο σίγουρο είναι ότι στο κοντινό μέλλον πρόκειται να σταματήσω να σηκώνω λεφτά από την τράπεζά μου και να αρχίσω πάλι να καταθέτω;

cogito ergo sum