Της Νόρας Ράλλη

Ως γνήσιο τέκνο της πατρίδος ταύτης, νιώθω πως θα έπρεπε να αναφερθώ μόνον, μη σου πω και σε μόνιμη βάση, στις επετείους της εθνοδιεγέρσεως. Στις μέρες αυτές που το φρόνημα του καταφρονεμένου μας έθνους ήρθε και ανεγέρθη, διεγέρθη, εξεγέρθη, μη σου πω και εκσφενδονίσθη σε δυσθεώρητα ύψη αυταπάρνησης. Αυταπάρνησης και αυτοθυσίας. Αυτοθυσίας και παραδειγματικής ανιδιοτέλειας. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο παραδειγματικής, γιατί πάντα λίγο μετά τις νίκες άρχιζε εμφύλιος, οπότε κάπου, κάπως, κάτι μάλλον δεν κάναμε καλά… Ωστόσο αυτός δεν είναι λόγος να μην είμεθα περήφανοι ως Ελληνες (ως νεοέλληνες καθόλου όμως!) για τους αγώνες των προγόνων ημών.

Ημών, που κάθε 25η Μαρτίου ξαναθυμόμαστε εκείνους που στη ζωή τους όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες (κοτσάραμε και έναν Ευαγγελισμό μαζί, έτσι να χαρεί η νέα κλίκα παπαδαριού – ΣτΕ). Εκείνους που πήραν τα κουμπούρια και τα γιαταγάνια, πήραν δρόμο και στρατί, ανέβηκαν βουνά και διάβηκαν ραχούλες και με τα πολλά μάς λευτέρωσαν και είμαστε τώρα εμείς εδώ, λεύτεροι ν’ αναπαράγουμε το εντελώς αντίθετό τους. Δηλαδή την απληστία, την οκνηρία, τη λαιμαργία, την αλαζονεία, τη λαγνεία, την οργή και τη ζηλοφθονία. Τουτέστιν, και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Συν ένα. Τη ρεμούλα.

Και δεν θέλω ν’ ακούσω πως αυτά τα ’χαν και οι φουστανελοφορούντες, γιατί θα γίνω Τούρκος στη Μάχη του Αναλάτου και τότε ποιος είδε τον Κιουταχή και δεν τον φοβήθηκε. Πολλή εντύπωση μου είχε κάνει εκείνη η μάχη, όταν μας τη μαθαίναν στο σχολείο. Εγινε στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως στάση μετρό Νέος Κόσμος!

Ξεκινάω απ’ το φινάλε: ολέθρια ήττα! Για τους Ελληνες. Κάτι που ένας Αγγλος λόρδος (φιλέλληνες τους είπανε μετά) πούλησε τον Καραϊσκάκη – του ’χε πει πως θα του στείλει 1.000 αξίνες και φτυάρια για οχυρωματικά έργα και του έστειλε μόνο 70, που έκαναν μόνο για εργασίες ανάπλασης πρασίνου. Κάτι που ήταν και γριπιασμένος ο σπουδαίος αυτός στρατηγός, κάτι που τα ρούχα του ξεχώριζαν, τον κατάλαβαν οι Τούρκοι, τον πυροβόλησαν, αναγκάστηκε ν’ αποχωρήσει από τη μάχη, αναστατώθηκε το στράτευμα και, παρόλο που πολέμησε σκληρά, εν τέλει ηττήθηκε. Επίσης σκληρά. Ο Καραϊσκάκης μάλιστα πέθανε τελικά από εκείνο το τραύμα. Στο υπογάστριο τον πέτυχαν οι άτιμοι.

Πόλεμος είναι, θα μου πεις, δεν τρέχει και τίποτα να χαθεί και μια μάχη, να χαθεί και ένας αρχηγός. Ελα, όμως, που αυτές οι αξίνες πολύ με είχαν αναστατώσει τότε. Την έλεγα και την ξανάλεγα την ιστορία στον παππού μου, κάθε που ξεχορτάριαζε τον κήπο. «Πού να δεις, παππού, πόση αξία μπορεί να έχει μία αξίνα κι ένα φτυάρι!» του ’λεγα. Και δώσ’ του να εξιστορώ τη μάχη, που από κάτι αξίνες λιγότερες χάθηκε τζάμπα και βερεσέ ολάκερος οπλαρχηγός. Στο παιδικό μου μυαλό, μια τέτοια συνειρμική σκέψη ήταν αδιανόητη! Πού νά ’ξερα…

Από τότε έως τα τώρα, πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι που άνοιγε ο παππούς στον κήπο. Αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω παιδί, το καλοκατάλαβα μεγαλώνοντας. Χρειάστηκε, βέβαια, να μελετήσω πρώτα κάτι σκάνδαλα δισεκατομμυρίων, κάτι λεχρίτες υπουργείων και κάτι πολιτικούς καταγωγίων. Δεν θα πάει λέει ο Λοβέρδος στην Προανακριτική για τη Novartis, γιατί λέει πως «το θλιβερό προνόμιο της συμμετοχής στην πλεκτάνη σπίλωσης πολιτικών αντιπάλων και δολοφονίας χαρακτήρων ανήκει αποκλειστικά στα μέλη της συμμορίας που την οργάνωσαν».

Τι μας λες, ρε μεγάλε! Εδώ ολόκληρο Νικολά και τον κλείσαν μέσα (έστω και για 48 ώρες) και τον έχουν και τον ανακρίνουν μέχρι τα μεσάνυχτα για βρόμικο χρήμα που πήρε από τον Καντάφι, εσύ θα τη γλιτώσεις νομίζεις από «τη συμμορία»; Εμπρός στο δρόμο που άνοιξε ο Σαρκοζί!

Γιατί το θέμα δεν είναι η αξίνα. Ούτε το φτυάρι. Ποτέ δεν ήταν.

Το θέμα είναι το αυλάκι. Ή που το ανοίγεις – να τρέξει γάργαρο νερό, να διώξει τα σαρίδια. Ή που το μπαζώνεις – να θαφτούν τα χλωρά μαζί με τα ξερά (σου!) και τίποτα ποτέ να μην αποκαλυφθεί ξανά.

efsyn