Της Νόρας Ράλλη

Να πω πως αισθάνομαι καλά, δεν θα το πω. Σαν μια ταραχή να νιώθω, ένα ασανσέρ, σαν να έχουν έρθει τα πάνω κάτω, ένα μπουρδούκλωμα, μία νευροπαθίασις… κοινώς, έχει έρθει η διάθεσή μου κι έχει γίνει φιστικομανταρινί. Να με συγχωρέσουν οι διανοούμενοι αναγνώστες της στήλης τούτης που δεν χρησιμοποιώ πιο comme il faut αποχρώσεις διάθεσης, αλλά δεν μου κάνουν ούτε το μπλε του κοβαλτίου ούτε το κίτρινο του καδμίου. Φιστικομανταρινένια νιώθω σήμερα και ένα σμάρι μες στο κεφάλι μου έχει κάνει τις σκέψεις κουλουβάχατα. Βιώνω μία ρευστοποίηση, δεν υπάρχει αμφιβολία – στέρεο ουδέν!

Τίποτα! Δεν γίνεται. Θα ζητήσω το κείμενο τούτο να μεταφερθεί στις αρχές της εβδομάδας, γιατί σαν περνάει η ρημάδα, δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Τουλάχιστον στις αρχές, κάτι μπορεί να καμωθούμε πως σώζεται. Αλλά τώρα; Τώρα τα ‘χει πάρει όλα ο χείμαρρος και τα ‘χει διαλύσει εις τα εξ ων συνετέθησαν. Τα μέσα μου και τα έξω τους.

Συγκεντρώνομαι και εξηγώ: Βρέθηκα εντελώς τυχαία (τύχη να σου πετύχει!) σε ένα κάλεσμα. Ιδιαίτερο, σε ιδιαίτερο μέρος, εκτός Αθηνών. Μαζί μου βρέθηκαν εντελώς μοιραία (κάρμα κι αυτό!) διάφοροι, εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους. Μεταξύ αυτών και ένα πρόσωπο γνωστό σε όλους. Από τα παλιά. Τεσσαράκοντα τέσσερα έτη παλιά. Σαν σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές, πριν από 44 χρόνια, η φωνή της έλαχε να συνδεθεί με κάτι συγκινησιακά μοναδικό και ιστορικά πρωτοπόρο.

Δεν πολυκαταλάβαινα τότε και καλά καλά. Οχι πριν από 44 χρόνια, αλλά πριν από 20. Οταν μαζί με τους συμμαθητές μου ακούγαμε δασκάλους και καθηγητές να μας εξηγούν τι έγινε τότε. Τότε, που όλοι μαζί, παιδιά, νέοι, εργάτες και απλοί πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους. Δεν ήξερα πού έπεφταν αυτοί οι δρόμοι, ήξερα όμως ότι εκεί έπεφταν σφαίρες. Και από τη μια ήταν αυτοί που τραγουδούσαν και από την άλλοι αυτοί που βαρούσαν. Και βαρούσαν παιδιά. Σαν κι εμένα, τότε. Με σφαίρες. Εριχναν στα πόδια μαθητριών. Σαν κι εμένα, τότε. Και έκλειναν, με κάτι τανκς, τους δρόμους που κάτι παιδιά προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν. Μεγάλους δρόμους. Ελευθερίας, γνώσης και δημοκρατίας. Αυτούς τους θυμόμουν. Ποτέ δεν τους ξέχασα. Και αυτό μου έφτανε για να καταλάβω και όσα δεν πολυκαταλάβαινα. Τότε.

Τώρα έψαχνα στα μάτια της, στο σουλούπι, στις κινήσεις της να βρω κάτι, έστω και μια σκιά που να φανερώνει πως κάτι έφερε μέσα της, πάνω της, από το τότε. Την κοιτούσα επίμονα, σχεδόν με αγένεια. Είχα ανάγκη να βρω αυτό το «κάτι». Για μένα, όχι για κείνη. Εγώ ήθελα να δώσω δικαιολογία, να βρω συνέχεια… Τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα.

Λίγες μέρες μετά, ξέσπασαν τα γεγονότα. Τα τωρινά. Ανοιξαν οι ουρανοί και χάθηκαν οι άνθρωποι. Εψαχνε το νερό να βρει διέξοδο, δίοδο ν’ αποδράσει μέσα από τα μπετά, έψαχνε τους χειμάρρους και τα ποτάμια του, δεν τους βρήκε και όρμησε στα τυφλά. Μαζί του παρέσυρε οτιδήποτε θεωρούμε απαραίτητο για να ζούμε καλά. Τσιμέντο να γίνει οτιδήποτε στέκεται εμπόδιο σ’ αυτό το «καλά».

Η λέξη που συνδέει αυτές τις δύο περιπτώσεις είναι μία. Δυνατή και αναπάντεχη: διάβρωση.

Δύσκολο να διαβείς από τους καθαρούς δρόμους του ’73, στους μπαζωμένους (εντός και εκτός εισαγωγικών) του σήμερα, χωρίς να λασπωθείς. Βλέπεις, δεν υπάρχει καμία περίπτωση, πιθανότητα καμία, η διάβρωση της συνείδησης να μην οδηγήσει στην αντίστοιχη της φύσης. Ούτε είναι τυχαίο -διόλου τυχαίο δεν είναι- πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος μετά την εξέγερση του τότε ασχολήθηκε με το περιβάλλον τού σήμερα (εξαιρετικά ανεύθυνα, από εξαιρετικά καλοπληρωμένη θέση ευθύνης). Ευτυχώς, το αντίστροφο δεν ισχύει: η φύση, ακόμα και αν καταστρέφεται, δίνει το περιθώριο στον άνθρωπο να την επαναφέρει. Μαζί, και τη δική του φύση, την ανθρωπινή.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεχάστηκα. Μαζί με το χώμα απ’ το πεζοδρόμιο, καλό θα ‘ταν να μαζέψω και το ηθικό μου, μέρα που είναι: με τα πολλά νερά τού σήμερα και τα πολλά όνειρα του τότε.

efsyn