Ιρλανδία: ποσοστιαία εξέλιξη του κόστους εργασίας 2007-2017 (βάση: 2007 = 100)

Επειδή κάθε ιστολόγιο που σέβεται και τον εαυτό του και τους φίλους του οφείλει, στο μέτρο τού δυνατού, να είναι διαδραστικό, παίρνω αφορμή από τα χτεσινά σχόλια για να ανοίξω λίγο την κουβέντα.

Κατ’ αρχήν, ας ξεκαθαρίσουμε μια παρανόηση ώστε να μη γίνει γάγγραινα. Είναι άλλο να διαπιστώνεις ότι ο καπιταλισμός τα έφαγε τα ψωμιά του και άλλο να περιμένεις να καταρρεύσει από μόνος του. Είναι γνωστή η πολεμική που άσκησε ο Λένιν στην οπορτουνιστική θέση ότι ο καπιταλισμός θα μετεξελιχθεί νομοτελειακά σε σοσιαλισμό χωρίς να απαιτείται επαναστατική πάλη. Στο μνημειώδες έργο του “Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού”, ο Βλαδίμηρος Ίλιτς γράφει ότι “οι σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα περίβλημα, που δεν ανταποκρίνεται πια στο περιεχόμενο, περίβλημα που αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να σαπίσει, αν αναβληθεί τεχνητά ο παραμερισμός του, περίβλημα που μπορεί να παραμένει σε κατάσταση αποσύνθεσης ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (στη χειρότερη περίπτωση, αν η θεραπεία του οπορτουνιστικού αποστήματος τραβήξει σε μάκρος), που αναπόφευκτα όμως θα παραμεριστεί” (*). Συνεπώς, μακρυά από μας τα καναπεδίστικα “πέσε πίτα να σε φάω”.

Πάμε τώρα παρακάτω και, συγκεκριμένα, σε ένα εξαιρετικά εύστοχο σχόλιο που γράφτηκε για το χτεσινό κείμενο και αναφερόταν στην Ιρλανδία. Η Ιρλανδία αποτελεί τελείως διαφορετική περίπτωση από εκείνη της Μεγάλης Βρεττανίας, την οποία αναλύσαμε, εφ’ όσον η χώρα δεν διέθετε ποτέ αξιόλογο βιομηχανικό τομέα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα τού προηγούμενου αιώνα. Μέχρι τότε, οι ιρλανδοί ήσαν γνωστοί για τα άλογά τους, το βοδινό τους και την μπύρα τους.

Παρά την φτώχεια της, όμως, αυτή η χώρα πρωτοπορούσε σε έναν τομέα όπου η υπόλοιπη Ευρώπη βρισκόταν πολύ πίσω: στην κατασκευή κατοικιών για τον λαό. Μέχρι και την δεκαετία τού 1970, τα τρία στα δέκα καινούργια σπίτια φτιάχνονταν από το κράτος! Δυστυχώς, κάπου εκεί άρχισε να κερδίζει έδαφος η νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι το κράτος δεν πρέπει να επεμβαίνει στην οικονομία. Έτσι, η κατασκευή τέτοιων κατοικιών άρχισε να φθίνει, με αποτέλεσμα οι ιρλανδοί να στραφούν στον δανεισμό προκειμένου να στεγάσουν τις οικογένειές τους. Και κάπως έτσι τροφοδοτήθηκε μια από τις μεγαλύτερες φούσκες ακινήτων της Ευρώπης, η οποία έσκασε αμέσως με την εκδήλωση της κρίσης του 2008, οδηγώντας τις ιρλανδικές τράπεζες στην χρεωκοπία, την χώρα στα μνημόνια και το δημόσιο χρέος σε δυσθεώρητα ύψη.

Σήμερα, οι δείκτες λένε πως η Ιρλανδία έχει ανακάμψει από την κρίση. Από μια πλευρά, αυτό είναι σωστό. Όμως, ας μη ξεχνάμε ότι συνήθως “εκεί όπου ευημερούν οι δείκτες, δυστυχούν οι άνθρωποι”. Η Ιρλανδία ανέκαμψε από την κρίση επειδή έχει καταντήσει αποικία των πολιτειακών πολυεθνικών για φορολογικούς λόγους, τους οποίους απέδωσε σχηματικά, λακωνικά και ευφυώς ο χτεσινός σχολιαστής. Το θέμα είναι ότι από αυτή την ανάκαμψη οι ιρλανδοί πολίτες έχουν ωφεληθεί ελάχιστα. Μπορεί ο ελάχιστος μισθός, μετά από οκτώ χρόνια που βρισκόταν καθηλωμένος στα 1.461,85 ευρώ να αυξήθηκε προοδευτικά στα 1.563,25 ευρώ (ποσοστιαία, αυτή η αύξηση είναι σαν να πάει ο δικός μας ελάχιστος μισθός από τα σημερινά 586,08 ευρώ στα 626,73) αλλά το συνολικό κόστος εργασίας είναι μειωμένο σχεδόν κατά 20% σε σχέση με το 2007, κάτι που σημαίνει ότι έχουν καρατομηθεί άλλες παροχές προς τους εργαζόμενους, όπως οι ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών κλπ. (βλ. παραπάνω διάγραμμα).

Περισσότερα για την Ιρλανδία και για το πώς η χώρα μπλέχτηκε στα γρανάζια των μνημονίων, γράψαμε στις αρχές της χρονιάς, σε δυο διαδοχικά κείμενα με τίτλο “Μια φορά κι έναν καιρό στην Ιρλανδία…“, στα οποία μπορεί να προστρέξει ο αναγνώστης. Για σήμερα θα κλείσουμε με μια αναφορά σε μιαν άλλη χώρα που προκαλεί εντύπωση με την παρουσία της στις πρώτες θέσεις τού δεύτερου χτεσινού διαγράμματος: την Σινγκαπούρη. Μιλάμε για μια χώρα, η οποία προβάλλεται ως παράδειγμα προς μίμηση. Πολλοί την χαρακτηρίζουν ως την “Ελβετία της Ασίας”, επειδή -δήθεν- έχει υιοθετήσει έναν “ανόθευτο” καπιταλισμό, με πλήρη ελευθερία στο εμπόριο και στην διακίνηση κεφαλαίων.

Το ερώτημα είναι πόσο “ανόθευτος” είναι ο καπιταλισμός στην Σινγκαπούρη, από την στιγμή που:
– το 80% των εδαφών της συνιστά δημόσια περιουσία,
– το 85% των κατοικιών της κατασκευάζεται από το κράτος,
– το 22% του ΑΕΠ προέρχεται από δημόσιες επιχειρήσεις και
– η πλειοψηφία των ιδιωτικών επιχειρήσεων ελέγχεται από το πανίσχυρο κρατικό επενδυτικό κεφάλαιο Temasek.

Διάγραμμα που αποτυπώνει την συμβολή του χρηματοπιστωτικού τομέα (λευκή γραμμή, δεξιός άξονας) στην αύξηση του συνολικού ΑΕΠ (μπλε μπάρες, αριστερός άξονας) της Σινγκαπούρης. Ήδη το 12,5-13% του ΑΕΠ της χώρας παράγεται από χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Τέλος πάντων, ας αφήσουμε αυτή την απορία κατά μέρος για να σημειώσουμε κάτι άλλο, πολύ πιο ενδιαφέρον, κάτι που οι υμνητές τής Σινγκαπούρης “ξεχνούν” να μας πουν. Κι αυτό δεν είναι άλλο παρά το ότι η χώρα ανήκει στους φορολογικούς παραδείσους, κάτι που διογκώνει ανελέητα και επικίνδυνα τον χρηματοπιστωτικό της τομέα, το ενεργητικό του οποίου ξεπερνά ήδη το εξαπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας (σημ.: όταν η Ισλανδία κατέρρευσε, το ενεργητικό των τράπεζών της έφτανε στο τριπλάσιο του ΑΕΠ).

Τί σημαίνει αυτό για μια χώρα η οποία αυξάνει το ΑΕΠ της παράγοντας αέρα κοπανιστό; Πολύ απλά: μόλις σκάσει (μόλις, όχι αν!) η κινεζική φούσκα, η έκρηξη θα εξαφανίσει την Σινγκαπούρη από τον χάρτη. Μαζί με αρκετούς άλλους, φυσικά, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος.

————————————————–
(*) Β.Ι.Λένιν, “Άπαντα”, τόμος 27, σελ. 432 – Σύγχρονη Εποχή, 1980.

cogito ergo sum