Αμερικανική… υπερπτήση πάνω από την αξιολόγηση

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Πώς επηρεάζει η εξοπλιστική συμφωνία την ατμόσφαιρα εντός του κουαρτέτου – Οι τριβές με την Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση και η επιστροφή της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» μέσω Βερολίνου

Από τη Δευτέρα τίθεται σε δοκιμασία η αξιοπιστία των διαβεβαιώσεων που παρέχουν εδώ και εβδομάδες οι δανειστές και το ΔΝΤ ότι επιθυμούν ταχεία και «αναίμακτη» ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης. Φτάνουν οι επικεφαλής του κουαρτέτου για μια ολιγοήμερη «επιθεώρηση λόχου». Θα βάλουν στην κυβέρνηση μερικές ασκήσεις εφαρμογής των δεκάδων προαπαιτουμένων και θα αναχωρήσουν για να επανέλθουν τον Νοέμβριο, για τον δεύτερο γύρο «επιθεώρησης» που είναι ασαφές αν θα είναι και ο τελικός, με φιλοδοξία το τυπικό της κλείσιμο στο Eurogroup του Δεκεμβρίου.

Αναμφισβήτητα, το ταξίδι του πρωθυπουργού και του υπόλοιπου κυβερνητικού κλιμακίου στις ΗΠΑ, με όλη την πολιτική φόρτιση που προκαλεί η συμφωνία «αναβάθμισης» των F16 και η σοκαριστική δήλωση αφοσίωσης στο ΝΑΤΟ και τις εξοπλιστικές του απαιτήσεις, φωτίζει και σκιάζει ταυτόχρονα τη ρουτίνα της αξιολόγησης. Η κυβέρνηση έσπευσε να διευκρινίσει ότι η συμφωνία των 2,4 δισ. ευρώ (για την οποία ο Τραμπ «τρολάρισε» ότι δημιουργεί νέες αμερικανικές θέσεις εργασίας!) αφορά την μετά το μνημόνιο περίοδο, έχει κόστος μόνο 1,1 δισ. και θα εφαρμοστεί σε βάθος 10ετίας, με «μικρή» ετήσια δαπάνη 110 εκατ. ευρώ. Αλλά το κουαρτέτο των δανειστών δεν είναι καθόλου αδιάφορο για τη δημοσιονομική κατάσταση μετά το 2018, αφού η επιτήρηση θα συνεχιστεί για πολλές δεκαετίες, συνδεδεμένη ενδεχομένως και με την πολυαναμενόμενη «ελάφρυνση» του χρέους.

Τα διλήμματα των δανειστών

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι δανειστές βρίσκονται σε μια ιδιόμορφη κατάσταση και σε αντίστοιχα διλήμματα. Η ελληνοαμερικανική εξοπλιστική συμφωνία έρχεται σε μια περίοδο διατάραξης των ευρωαμερικανικών σχέσεων, με αρκετές ηγεσίες της Ε.Ε. να «τολμούν» να σκεφτούν ότι είναι καιρός αμυντικής αυτονόμησης της Ευρώπης. Αυτό αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση (PESCO) και το αντίστοιχο εξοπλιστικό ταμείο που θα τη συνοδέψει βρίσκονται σε απόλυτη προτεραιότητα, με την υπόρρητη φιλοδοξία ότι μέσω αυτών οι 27 της Ε.Ε. θα αυξήσουν τις παραγγελίες τους από τις ευρωπαϊκές πολεμικές βιομηχανίες, πρωτίστως τις γαλλογερμανικές. Διόλου τυχαία, η σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που ολοκληρώνεται σήμερα (20/10) στις Βρυξέλλες έχει βασικό του θέμα το Πρόγραμμα Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας και το ίδιο θα συμβεί σε άλλες δυο συνόδους μέχρι τα μέσα του 2018.

Αν, όμως, οι αμερικανοί ανταγωνιστές απορροφήσουν τόσο μεγάλα ποσά από έναν καλό και σταθερό «πελάτη» όπως η Ελλάδα, μαζί με το πάρτι που προοιωνίζεται ο διπλασιασμός του κόστους της δια του σκανδαλώδους μηχανισμού των «Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων», τότε θα μένουν ελάχιστα για τους δικούς τους «εθνικούς πρωταθλητές». Εξ ου και αναμένεται με ενδιαφέρον πώς θα αποτιμήσουν τα δημοσιονομικά προβλήματα που γεννά ο ελληνοαμερικανικός «έρωτας».

Από την άλλη πλευρά η προώθηση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης δεν έχει λεχθεί ποτέ και πουθενά ότι σημαίνει κάποιου είδους «αποσκίρτηση» από το ΝΑΤΟ και τους σχεδιασμούς του. Η δέσμευση για εξοπλιστικές δαπάνες τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ, που η Ελλάδα τηρεί απαρέγκλιτα σε πείσμα της χρεοκοπίας της και της εξουθενωτικής λιτότητας που έχει επιβληθεί στην κοινωνία, δεν έχει αμφισβητηθεί ρητά. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. που είναι και μέλη του ΝΑΤΟ την αθετούν εν ονόματι της δημοσιονομικής «εξυγίανσης». Τώρα, έχουν ένα επιπλέον κίνητρο να την αθετήσουν, λόγω των παράλληλων υποχρεώσεων για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Είναι, λοιπόν, ενδιαφέρον να δούμε πώς θα αποτυπωθεί στην αξιολόγηση η λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατήσουν οι δανειστές ανάμεσα στην όψιμη αντιαμερικανική δυσφορία τους και στη δυσανάγνωστη «νέα» αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η «πολυδιάστατη» ελληνική διπλωματία διατρέχει τον κίνδυνο, εκτός των άλλων, να βρεθεί στο μέσο μιας ευρωαμερικανικής αντιπαράθεσης που, προς το παρόν μόνο η κυβέρνηση Μακρόν δείχνει πρόθυμη να τη διατηρήσει σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο. Ίσως αυτή υπήρξε εισηγητής και εμψυχωτής της νέας «αμερικανικής πολιτικής» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η «συνηγορία» για το χρέος

Ο αμερικανικός παράγοντας, δια στόματος Τραμπ, είχε και μια αξιοσημείωτη συνηγορία υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους, που προκάλεσε τη σχεδόν ακαριαία αντίδραση της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία παρέπεμψε στην απόφαση του Eurogroup του 2016. Τυπικά, αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική κυβέρνηση απλώς δεν αντιτίθεται στην πολιτική που εκφράζει η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία επιμένει ότι μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης πρέπει να επιταχυνθεί η συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Η αναφορά Τραμπ, θεωρητικά, στηρίζει αυτή τη θέση. Αλλά πρέπει κανείς να υπενθυμίσει ότι η κυβέρνησή του βρίσκεται σε μια ιδιότυπη ομηρεία έναντι των νομοθετικών σωμάτων, όπου πολλοί ρεπουμπλικανοί βουλευτές είναι κατά της συμμετοχής του ΔΝΤ σε προγράμματα διάσωσης της Ευρώπης και ειδικότερα της Ελλάδας. Τον περασμένο Μάιο, ο πρόεδρος της υποεπιτροπής Νομισματικών Υποθέσεων του Κογκρέσου, Άντι Μπαρ, είχε απαιτήσει την απόσυρση του ΔΝΤ από τα αποτυχημένα προγράμματα στην Ελλάδα, για να διασώσει το κύρος του και να σταματήσει την «πολιτικοποίησή» του, κάνοντας «χάρες» στη Μέρκελ κι άλλους Ευρωπαίους ηγέτες. Με δεδομένο ότι η συνέχιση της συμμετοχής του ΔΝΤ είναι υπό όρους και χωρίς χρήματα προς το παρόν (Stand by Arrangement), η αμερικανική στήριξη υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους είναι σχετική και με αρκετούς αστερίσκους.

Η κληρονομιά Σόιμπλε

Όμως, αστερίσκοι υπάρχουν και στις διαβεβαιώσεις των ευρωπαϊκών συνιστωσών του κουαρτέτου για γρήγορη ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Και ο λόγος είναι γνωστός: η εκκρεμότητα σχηματισμού κυβέρνησης στο Βερολίνο. Ο ηγέτης των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) Κρίστιαν Λίντνερ διαμηνύει με κάθε ευκαιρία ότι η κυβέρνηση Μέρκελ είναι υπηρεσιακή και δεν μπορεί να δεσμεύει με σοβαρές αποφάσεις τη χώρα, όσο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, στην οποία οι φιλελεύθεροι διεκδικούν το υπουργείο Οικονομικών. Αυτή η προειδοποίηση αφορά εμμέσως και την αξιολόγηση, αλλά αφορά ευθέως και πολύ περισσότερο τις διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της Ευρωζώνης, για την οποία τρία ζητήματα – ο κοινός προϋπολογισμός, το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και η Τραπεζική Ένωση- πρέπει να αποφασιστούν μέχρι σύνοδο της Ε.Ε. τον Δεκέμβριο. Κι εδώ η κληρονομιά του Σόιμπλε, που έγινε πλέον πρόεδρος της Bundestag, πέφτει βαριά: οι φιλελεύθεροι που θέλουν να τον διαδεχθούν στο υπουργείο Οικονομικών απορρίπτουν, όπως και ο Σόιμπλε, τη γαλλική πρόταση για κοινό προϋπολογισμό της Ευρωζώνης, δεν πολυσυμφωνούν με την ιδέα Σόιμπλε να γίνει ο ESM ευρωπαϊκό ΔΝΤ με εξουσία εξαναγκασμού των χωρών σε πολιτικές μείωσης του «πιστωτικού κινδύνου», αλλά συμφωνούν με την άλλη πρότασή του για κανόνες αυτόματης επιμήκυνσης και αναδιάρθρωσης χρέους σε κράτη υπό διάσωση. Είναι η επιστροφή της παλιάς ιδέας της de facto ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αποτυπωμένη σε non paper- παρακαταθήκη του Β. Σόιμπλε για την Ευρωζώνη. Αυτή η ιδέα, που είναι βέβαιο ότι θα κυριαρχήσει στο παζάρι για την ολοκλήρωση της ΟΝΕ, μπορεί να μην επηρεάζει ευθέως τη ρουτίνα της τρίτης αξιολόγησης που θα εξελίσσεται παράλληλα και με τις ζυμώσεις στην ευρωζώνη και με τις διαπραγματεύσεις για τη νέα γερμανική κυβέρνηση, αλλά είναι βέβαιο πως φωτίζει τι χαρακτήρα μπορεί να πάρει η υπεσχημένη «ελάφρυνση» του ελληνικού χρέους και με τι τίμημα.

Δρόμος της Αριστεράς