Ο Τσίπρας στις ΗΠΑ: Η σύγχρονη εκδοχή του «Ανήκομεν εις την Δύσιν»

Του Σπύρου Παναγιώτου

Η προδιαγεγραμμένη τύχη των φτωχών συγγενών του μνημονιακού προτεκτοράτου

Το ταξίδι του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα και του μισού υπουργικού συμβουλίου στις ΗΠΑ αποτελεί μοναδική επικοινωνιακή ευκαιρία για την κυβέρνηση, στην μακρά προσπάθεια αντιστροφής του αρνητικού κλίματος στο εσωτερικό της χώρας και προβολής του μύθου για την επερχόμενη διέξοδο της οικονομίας και της κοινωνίας από το μαύρο πέπλο των μνημονίων. Ίσως είναι και ο μοναδικός στόχος, το μοναδικό ζητούμενο.

Δεν ισχύει το ίδιο για την αμερικανική πλευρά. Πίσω από τα καλά λόγια, που θα περισσέψουν, και τις διαβεβαιώσεις για «συμπαράσταση» στο κυβερνητικό έργο κρύβονται απαιτήσεις για νέες παραχωρήσεις. Ωμά, κυνικά ζητείται η χωρίς όρους παράδοση της χώρας στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ στη Ν. Α Μεσόγειο και η συνδρομή της στην περικύκλωση της Ρωσίας. Παράλληλα απαιτείται η απρόσκοπτη συμμετοχή των αμερικάνικων εταιρειών στο πλιάτσικο της ελληνικής οικονομίας στους στρατηγικούς τομείς της ενέργειας και των υποδομών. Τα ανταλλάγματα; Πέρα από τις πιθανές χάντρες προς του «ιθαγενείς» δεν θα είναι τίποτα περισσότερο από την εκδήλωση ανοχής των ΗΠΑ στη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όσο αυτή, πειθήνια και αποτελεσματικά, εκτελεί το συμβόλαιο που έχει προσυπογράψει. Πέραν τούτου ουδέν.

Οι τρεις κυβερνητικό μύθοι

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προπαγανδίζει, και ο εσμός αναλυτών και «έγκριτων» δημοσιογράφων αναπαράγει σε μεγάλη κλίμακα, ότι το ταξίδι Τσίπρα πραγματοποιείται σε μια ιστορική στιγμή όπου η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ -Τουρκίας δημιουργεί παράθυρο ευκαιρίας για την ελληνική πλευρά. Και η κυβέρνηση δια των «ειδικών», επί αμερικάνικου εδάφους, αποστολών υπουργών Καμμένου και Παπά, διαβεβαιώνει ότι «το παράθυρο ευκαιρίας» θα ανοίξει προσφέροντας στην Ελλάδα σημαντικά ανταλλάγματα.

Να δεχθούμε ότι υπάρχουν, αυτή την περίοδο, όροι στρατηγικής αναβάθμισης του ρόλου της Ελλάδας στην περιοχή. Το πραγματικό ερώτημα που παραμένει είναι αν μπορεί η χώρα να εκμεταλλευθεί αυτή τη συγκυρία, χωρίς σχέδιο και με συμπεριφορά υποτελούς φτωχού συγγενή.

Αυτό ακριβώς που βαραίνει στο ταξίδι του Τσίπρα στις ΗΠΑ είναι ακριβώς ότι, έναντι των μεγάλων εσωτερικών προβλημάτων, δεν έχει σχέδιο διεξόδου πέρα από την αναζήτηση προστασίας και την πρόθεση να προσφέρει αποκλειστικά και μόνο «γη και ύδωρ» στους υποτιθέμενους προστάτες.

Η κυβέρνηση προβάλει τρεις μύθους ως διαπραγματευτικά όπλα στο υπερατλαντικό της ταξίδι. Επενδύει σε αυτούς και αναμένει αποτελέσματα.

Στη δίνη γεωπολιτικών και στρατιωτικών ανταγωνισμών

Μύθος πρώτος. Η κυβέρνηση προβάλλει ως σημαντικό πλεονέκτημα της χώρας ότι παραμένει μοναδική «νησίδα ειρήνης και σταθερότητας» στην περιοχή. Και προτίθεται να «πουλήσει» αυτό το επίτευγμα διευρύνοντας το.

Ο υπ. Άμυνας έχει προτείνει να υπογραφεί μια νέα πεντάχρονη συμφωνία παραχώρησης της βάσης της Σούδας, ώστε απρόσκοπτα οι ΗΠΑ να προχωρήσουν σε έργα βελτίωσης των υποδομών της και διεύρυνσης των επιχειρησιακών της δυνατοτήτων. Προτείνει ακόμα την παραχώρηση νέων λιμανιών (Κάρπαθος) και τη βελτίωση των αεροδρομίων σε Άραχθο, Καστέλι, Σκύρο κλπ για να εξυπηρετηθούν ΝΑΤΟϊκές και Αμερικανικές δραστηριότητες. Σε τι αποσκοπούν αυτές οι διευκολύνσεις; Στην καταπολέμηση μήπως της βαρβαρότητας του ISIS; Σήμερα ο πόλεμος στη Συρία όλο και πιο πολύ μετατρέπεται σε μια ευθεία σύγκρουση ΗΠΑ – Ρωσίας για τον έλεγχο των δρόμων διακίνησης και των ενεργειακών πηγών της Μ. Ανατολής. Το μέτωπο αντιπαράθεσης στη Μ. Ανατολή διευρύνεται όλο και πιο βόρεια προς τη Μαύρη Θάλασσα. Επίσημα το ΝΑΤΟ διακηρύσσει ότι η αρμάδα του στη Μεσόγειο έχει στόχο τον έλεγχο της Ρωσίας.

Η Ελλάδα αντί να ακολουθήσει μια αυστηρή πολιτική ουδετερότητας έναντι της Δυτικής επιθετικότητας κατά της Ρωσίας, όλο και πιο πολύ εμπλέκεται σε στρατιωτικούς σχεδιασμούς σε βάρος της. Εμπλέκεται δηλαδή σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση σε μια περιοχή που κλυδωνίζεται ισχυρά από τις γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις των ισχυρών. Η επιλογή αυτή όχι μόνο διαψεύδει το μύθο της «σταθερότητας» αλλά, το ακριβώς αντίθετο, οδηγεί σε μια επέκταση της κλιμάκωσης σε νέες περιοχές αστάθειας όπως τα Βαλκάνια έστω και δια αντιπροσώπων, στην καλύτερη περίπτωση.

Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει ο παραμικρός σχεδιασμός ανάσχεσης της τουρκικής επιθετικότητας σε ολόκληρο τον άξονα Θράκη- Αιγαίο- Κύπρος. Η συζήτηση αυτή είναι ουσιαστικά έξω από την ατζέντα και τις προτεραιότητες των ΗΠΑ.

Χώρα – χώρος επέκτασης πολυεθνικών συμφερόντων

Μύθος δεύτερος. Ο κυβερνητικός μύθος θέλει να προβάλλει την χώρα σαν ευνοϊκό χώρο υποδοχής επενδύσεων. Και πράγματι έχει κάνει πολλά στον τομέα αυτό. Έχει εγγράψει ολόκληρη τη δημόσια περιουσία και επιχειρήσεις στο ΤΑΙΠΕΔ για 99 χρόνια και την παραχωρεί σε «επενδυτές» ώστε να εξυπηρετηθεί η αποπληρωμή ενός χρέους που όλοι οι αναλυτές θεωρούν μη βιώσιμο. Συνεχίζει να εφαρμόζει πολιτικές που κατακρημνίζουν μισθούς και συντάξεις, οδηγούν σε πρωτοφανή συρρίκνωση τη ζήτηση και εξαναγκάζουν το πιο παραγωγικό στοιχείο της χώρας, νέους, επιστήμονες και ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό στην ξενιτειά. Πράγματι, εξαιρετικοί όροι για επενδύσεις που στοχεύουν αποκλειστικά στην λεηλασία της χώρας, του φυσικού πλούτου και του ανθρώπινου και δυναμικού της.

Τέτοιες επενδύσεις βέβαια δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια να προωθηθούν. Το έχει διαβεβαιώσει ο δραστήριος Αμερικάνος πρέσβης. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, το ναυπηγείο της Σύρου, οι εγκαταστάσεις και το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, η εξασφάλιση της παρουσία της Exxon στις έρευνες για φυσικό αέριο, η επίσπευση των οδών μεταφοράς του αζέρικου φυσικού αέριου αποτελούν τις πρώτες επιλογές των ΗΠΑ. Επιλογές που δεν αφορούν απλά τις οικονομικές προτεραιότητες των αμερικανικών πολυεθνικών, αλλά εντάσσονται στον οξύτατο ανταγωνισμό τους με τα κινέζικα σχέδια που θέλουν τις ελληνικές χερσαίες και θαλάσσιες υποδομές κομμάτι του σχεδιασμού του νέου «Δρόμου του Μεταξιού». Η χώρα μετατρέπεται έτσι σε χώρο υποδοχής μεγάλων οικονομικών ανταγωνισμών. Και ο ανταγωνισμός αυτός γίνεται πιο αποτελεσματικός σε βάρος της, όσο αυτή παραμένει αδύναμη, παραμένει μια αποικία χρέους. Και αυτή η καταδίκη αποτελεί το μοναδικό της «συγκριτικό πλεονέκτημα» έναντι των επίδοξων «επενδυτών».

Αυτό το πλεονέκτημα διαφημίζει η κυβέρνηση στις αγορές και στο ταξίδι στις ΗΠΑ. Σημαντικό έργο που δύσκολα θα μπορούσαν να εκτελέσουν αδιαμαρτύρητα όλοι οι προηγούμενοι μνημονιακοί…

Χώρα δοκιμών και πειραματισμών

Μύθος τρίτος. Ο κυβερνητικός μύθος προβάλλει την επιστροφή της χώρας στην «κανονικότητα» που μάλιστα θα ενισχυθεί με το ταξίδι στις ΗΠΑ. Ξεχνιέται, βέβαια, ότι λίγα εικοσιτετράωρα πριν το ταξίδι το ΔΝΤ διέψευσε τις κυβερνητικές προσδοκίες για την πορεία των οικονομικών μεγεθών του 2018 και ζητά άμεσα πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

Οι δηλώσεις Λαγκάρντ δεν συνιστούν όμως απλά μια τεχνική προσέγγιση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Συνιστούν μια βαθιά πολιτική επιλογή που συναρθρώνεται με τις προθέσεις Τραμπ έναντι της Ε.Ε. Η τύχη της Ελλάδας, για τους Αμερικανούς «φίλους», ήταν και είναι αμελητέος παράγοντας.

Η πολιτική του Τραμπ αποσκοπεί στο να χρεωθεί αποκλειστικά η Γερμανία και η Ε.Ε το κόστος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Πρόκειται δηλαδή για μια αντιπαράθεση που υποκρύπτει το ρήγμα στις σχέσεις της Δυτικής συμμαχίας και την αμοιβαία προσπάθεια να καταφερθούν πλήγματα που σχετίζονται με τον επανακαθορισμό των όρων ηγεμονίας στο εσωτερικό της. Σε αυτή την τεράστιου μεγέθους αντιπαράθεση, η Ελλάδα αποτελεί ασήμαντο παράγοντα. Το χρέος της αποτελεί παρωνυχίδα μπροστά στο χρέος των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, στην ανασφάλεια του τραπεζικού συστήματος και στο ύψος του ιδιωτικού χρέους.

Και με αυτή την έννοια, γίνεται χώρα δοκιμών και πολιτικών πειραματισμών.

Το Brexit και πιο πρόσφατα η ισπανική κρίση στην Καταλονία αποτελούν τους πραγματικούς εφιάλτες της Δύσης. Έναντι αυτών των προβλημάτων η Ελλάδα είναι αμελητέα ποσότητα.

Αυτή η διάσταση των πραγμάτων καθορίζει αντικειμενικά τον πήχη του πρωθυπουργικού ταξιδιού. Και είναι αυτή που καθιστά τη νέα εκδοχή παράδοσης στη Δύση πιο δεδομένη από ποτέ.

Δρόμος της Αριστεράς

Advertisements