«Η Δύση κέρδισε τον κόσμο όχι με την υπεροχή των ιδεών ή των αξιών ή της θρησκείας της (…) αλλά μάλλον με την υπεροχή της στην εφαρμογή οργανωμένης βίας. Οι δυτικοί συχνά ξεχνούν αυτό το γεγονός, οι μη δυτικοί ποτέ.» (Σάμιουελ Π. Χάντινγκτον)

Το 1998, ο εκδοτικός οίκος Terzo Books έδωσε στην κυκλοφορία το εξαιρετικά ενδιαφέρον και πολυσυζητημένο έργο του -μακαρίτη πλέον- πολιτειακού πολιτικού επιστήμονα και καθηγητή τού Χάρβαρντ Σάμιουελ Π. Χάντινγκτον «Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης». Σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολούθησε και δεύτερη έκδοση αλλά το βιβλίο ήταν εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια, ώσπου επανεκδόθηκε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις Πατάκη.

Με το έργο του αυτό, ο Χάντινγκτον επιχειρεί ουσιαστικά να απαντήσει στο πολύκροτο «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα, όπου διατρανωνόταν η άποψη ότι η κατάρρευση του σοσιαλισμού οδηγεί αναπόφευκτα στην παγκόσμια ειρήνη διά της επικρατήσεως του καπιταλισμού. Ο Χάντινγκτον προσπαθεί να καταδείξει ότι οι συγκρούσεις και οι ρήξεις θα συνεχιστούν λόγω πολιτισμικών διαφορών.

Στο τρίτο μέρος τού βιβλίου του («Η ανατέλλουσα τάξη των πολιτισμών»), ο Χάντινγκτον εισάγει τον όρο διχασμένες χώρες, ορίζοντας ως τέτοιες εκείνες όπου υπάρχουν μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς. «Μια διχασμένη χώρα», λέει ο Χάντινγκτον, «έχει μια κυρίαρχη κουλτούρα που την κατατάσσει σε έναν πολιτισμό αλλά οι πολιτικοί ηγέτες της επιθυμούν να την εντάξουν σε έναν άλλο». Παραδείγματα διχασμένων χωρών είναι η προεπαναστατική Ρωσσία (οι τσάροι επιθυμούσαν τον δυτικό πολιτισμό, αντίθετα προς την πλειοψηφία του λαού που προτιμούσε την ευρασιατική ορθοδοξία του), το Μεξικό (η άρχουσα τάξη επιθυμεί την πρόσδεση στο βορειοαμερικανικό άρμα παρ’ ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων αισθάνονται -και είναι- λατινοαμερικανοί), ακόμη δε και η Αυστραλία (οι κάτοικοι αισθάνονται δυτικοί αλλά η οικονομική ελίτ προτιμά την στροφή προς την Ασία, με την οποία γίνονται οι μεγάλες δουλειές).

Όμως, το κορυφαίο παράδειγμα διχασμένης χώρας είναι η Τουρκία, η οποία παραμένει διχασμένη εδώ και έναν αιώνα περίπου. Ήταν η δεκαετία του 1920, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ επιχείρησε να «εκδυτικοποιήσει» (συγγνώμη για τον όρο) την χώρα με εξαιρετικά βίαιο τρόπο. Μεταξύ άλλων (όπου συμπεριλαμβάνονται οι εκκαθαρίσεις αρμενίων και ελλήνων) κατάργησε το αξίωμα του χαλίφη (δηλαδή, την κεντρική θρησκευτική εξουσία), την παραδοσιακή εκπαίδευση και τα θρησκευτικά υπουργεία, αντικατέστησε τα θρησκευτικά σχολεία με ενιαία δημόσια κοσμική εκπαίδευση, τα θρησκευτικά δικαστήρια με νομικό σύστημα ελβετικού τύπου και το παραδοσιακό ημερολόγιο με το Γρηγοριανό, απαγόρευσε τον φερετζέ και το φέσι, επέβαλε το λατινικό αλφάβητο αντί του αραβικού και αφαίρεσε από το ισλάμ τον τίτλο της επίσημης θρησκείας του κράτους.

Η κεμαλική αστική τάξη συνέχισε επί πολλές δεκαετίες την προσπάθεια να προσδέσει την χώρα στην Δύση: εισήγαγε τον πολυκομματισμό, μπήκε στο ΝΑΤΟ, αποδέχτηκε το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, δέχτηκε πολιτειακές βάσεις και, γενικά, έφτασε να θεωρείται το ανατολικό προπύργιο της Δύσης στην προσπάθεια ανάσχεσης της σοβιετικής επέκτασης προς νότο. Το πρόβλημα της Τουρκίας είναι ότι το τέλος του ψυχρού πολέμου μείωσε την σημασία της για την Δύση. Έτσι, η προσπάθεια της αστικής εξουσίας να εντάξει την χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τελεσφορεί.

Κατά τον Χάντινγκτον, «μια διχασμένη χώρα για να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει την πολιτισμική της ταυτότητα, πρέπει να εξασφαλίσει τρεις τουλάχιστον όρους. Πρώτον, η πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας θα πρέπει να υποστηρίζουν αυτη την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας. Δεύτερον, η κοινή γνώμη πρέπει τουλάχιστον να συναινεί. Τρίτον, ο ξενιστής πολιτισμός, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η Δύση, θα πρέπει να είναι έτοιμος να υποδεχτεί τον προσήλυτο». Η Τουρκία έχει εξασφαλίσει τους δυο πρώτους όρους αλλά βρίσκεται πολύ μακρυά από την εκπλήρωση του τρίτου, λόγω της δυτικής ισλαμοφοβίας.

Πιο κάτω, ο Χάντινγκτον εξετάζει την κατάσταση στον ισλαμικό χώρο, εκφράζει το ερώτημα τι θα συμβεί αν αυτό ο χώρος ενοποιηθεί υπό μια ηγέτιδα χώρα και παρατηρεί ότι «η Τουρκία διαθέτει την ιστορία, τον πληθυσμό, μέσο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, εθνική συνοχή και στρατιωτική παράδοση και ικανότητα για να γίνει κράτος πυρήνας του Ισλάμ. Ωστόσο, ο Ατατούρκ, με το να ορίσει κατηγορηματικά την Τουρκία ως κοσμική κοινωνία, εμπόδισε την τουρκική δημοκρατία να διαδεχτεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία σ’ αυτόν τον ρόλο. Η Τουρκία δεν θα μπορούσε καν να γίνει μέλος του ΟΙΣ (Οργανισμός Ισλαμικής Συνδιάσκεψης) λόγω της συνταγματικής δέσμευσής της να είναι κοσμικό το καθεστώς της. Όσο η Τουρκία θα συνεχίσει να αυτοχαρακτηρίζεται κοσμικό κράτος, δεν μπορεί να ηγηθεί του Ισλάμ. Τι θα συνέβαινε, όμως, αν η Τουρκία αποφάσιζε να επαναπροσδιορίσει την θέση της; Κάποια στιγμή η Τουρκία θα μπορέσει να εγκαταλείψει τον κουραστικό και εξευτελιστικό ρόλο του ζητιάνου που ικετεύει να γίνει μέλος της Δύσης και να συνεχίει τον εντυπωσιακό και σοβαρό ιστορικό της ρόλο ως του σημαντικότερου ισλαμικού συνομιλητή και ανατγωνιστή της Δύσης. Ο φονταμενταλισμός βρίσκεται σε άνοδο στην Τουρκία».

Ας θυμηθούμε ότι, τότε που έγραφε ο Χάντινγκτον όλα αυτά, δεν είχε ανατείλει ακόμη το άστρο τού Ταγίπ Ερντογκάν, ο οποίος έχει αποδυθεί σε μια προσπάθεια αποκαθήλωσης του Ατατούρκ και ενδυνάμωσης του ισλαμισμού στην χώρα. Είναι, λοιπόν, λογικό η Δύση να αντιμετωπίζει με άκρα σοβαρότητα το ενδεχόμενο «αποσκίρτησης» της Τουρκίας από το δυτικό στρατόπεδο και προσανατολισμού της προς το ισλαμικό.

Ίσως να αναρωτιέται ο αναγνώστης γιατί θυμήθηκα όλα τούτα σήμερα. Αφορμή ήταν η προ ολίγου συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, η οποία έγινε με πρωτοβουλία τής Ουάσιγκτον και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Εκτίμησή μου είναι ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για πιθανή μεταστροφή τής Τουρκίας και στρώνουν το έδαφος ώστε να παίξει πλέον η Ελλάδα τον ρόλο που μέχρι τώρα παίζουν οι γείτονες ως ανατολικό μετερίζι της δύσης προς το ισλαμικό τόξο. Την εκτίμησή μου αυτή προσυπογράφουν τα αιτήματα των πολιτειακών για πενταετή -από μονοετή που ισχύει ως τώρα- συμφωνία για την Σούδα, για χρήση διαφόρων ελληνικών αεροδρομίων από τα αεροσκάφη τους, για παραχώρηση των Νεωρίου Σύρου προς εξυπηρέτηση των αναγκών τού στόλου τους, για συνεργασία στα ενεργειακά σχέδια (πολιτειακών συμφερόντων αγωγοί μεταφοράς υδρογονανθράκων) κλπ. τα οποία συζητήθηκαν σήμερα από τον Τσίπρα και τον Τραμπ. Παράλληλα, δεν μπορώ να μη λάβω υπ’ όψη μου τις αποκαλύψεις για σχεδιαζόμενη αποθήκευση ατομικών όπλων στην αεροπορική βάση του Άραξου.

Εν κατακλείδι, ο φόβος για ενδεχόμενη πολιτισμική -και πολιτική- μεταστροφή της Τουρκίας σημαίνει την οριστική εγκατάλειψη μερικών αλήστου μνήμης σοσιαλιστικής προέλευσης συνθημάτων, όπως π.χ. «έξω τώρα οι αμερικάνοι», «φονιάδες των λαών αμερικάνοι», «έξω οι βάσεις του θανάτου» κλπ. Η ειρωνεία είναι ότι το θάψιμό τους γίνεται επί αριστερής διακυβέρνησης. Τελικά, η ιστορία έχει περίεργη αίσθηση του χιούμορ.

ΥΓ: Ίσως θα είχε ενδιαφέρον μια συζήτηση περί του αν και κατά πόσο είναι και η Ελλάδα μια διχασμένη χώρα (ειδικά μετά το δημοψήφισμα του 2015) αλλά αυτό ας το αφήσουμε για μια άλλη φορά.

cogito ergo sum

Advertisements