του Στέλιου Ελληνιάδη

Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1960 που άρχισε να σχηματίζεται η παρέα μας, ήμασταν όλοι είτε στην τελευταία τάξη του δημοτικού είτε στις πρώτες του γυμνασίου. Χωρίς καν να το σκεφτούμε, χωρίς να έχουμε ιδέα τι γινόταν αλλού, είχαμε γίνει μια παρέα από αγόρια και κορίτσια που μαζευόμασταν στην πλατεία και πολύ γρήγορα μπαινοβγαίναμε στα σπίτια των περισσότερων παιδιών. Ο πιο βασικός λόγος που μας έφερνε κοντά ήταν το παιχνίδι, η ζωτική μας ανάγκη να τρέξουμε, να φωνάξουμε, να κλωτσήσουμε, να σκαρφαλώσουμε, να πηδήξουμε, να μαλώσουμε, να γελάσουμε, να συναγωνιστούμε, να μονιάσουμε, να συγκινηθούμε και να ευχαριστηθούμε, ψάχνοντας, ανακαλύπτοντας και μαθαίνοντας. Από κλέφτες κι αστυνόμους και γκαζάκια μέχρι ποδόσφαιρο με σπρωξίματα και ξύλο και πολέμους «συμμοριών» με σπαθιά, ασπίδες, αλυσίδες, πέτρες και σφεντόνες με δίπροκα. Ο δεύτερος λόγος, που αναδυόταν ύπουλα μέσα από την συνύπαρξη, ήταν το σκίρτημα, το ερωτικό. Και ο τρίτος λόγος ήταν η τάση μας να ξεφύγουμε από τα ασφυκτικά οικογενειακά και κοινωνικά πλαίσια, που ήταν πολύ πιο ασφυκτικά για τα κορίτσια, αλλά και για τα αγόρια που οι γονείς τους απέτρεπαν από το να μπλεχτούν μαζί μας που ήμασταν ή φαινόμασταν υπερκινητικοί, αθυρόστομοι και ανυπότακτοι. Οι δύο τελευταίοι λόγοι, όσο μεγαλώναμε, μήνα με το μήνα, ούτε καν χρόνο με το χρόνο, επηρέαζαν όλο και πιο έντονα τις συμπεριφορές, τις κλίσεις και τις επιλογές μας. Και σ’ αυτή την κρίσιμη διαδικασία, η μουσική και ο χορός εμφιλοχώρησαν σαν καταλύτες. Μας συνδέανε με τον έξω κόσμο, που φαινόταν πιο ελεύθερος και χρωματιστός και μας έδιναν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να σμίγουμε πιο πολύ, να έχουμε ένα δικό μας κώδικα επικοινωνίας και σύγκλισης, να αμβλύνουμε τις διαφορές, να διασκεδάζουμε πιο τολμηρά και να εντάσσουμε την ύπαρξή μας σε ένα μεγαλύτερο ρεύμα που μας έσπρωχνε προς τα έξω και προς τα πάνω ταυτόχρονα∙ σε απόσταση από την οικογένεια και σε αντιπαράθεση με το σχολείο που τα χρόνια εκείνα λειτουργούσε πολύ καταπιεστικά. Γενικά στα παιδιά, τα μοντέλα ήταν οι ηθοποιοί του κινηματογράφου και, στα αγόρια, επιπροσθέτως, οι καλοί ποδοσφαιριστές, που τότε πήγαιναν στα γήπεδα με το λεωφορείο της γραμμής. Μέχρι που προκύψανε οι ποπ τραγουδιστές.

Εξέγερση και αφομοίωση

Πριν ακόμα σκάσουν σαρωτικά οι Μπιτλς, στη γειτονιά μας, είχαμε χωριστεί στους φίλους του Έλβις Πρίσλεϊ και του Κλιφ Ρίτσαρντ. Παγκοσμίως, ο Έλβις ήταν ασυναγώνιστος, αλλά ο Κλιφ, στα βήματά του, ήταν πολύ δημοφιλής στη Μεγάλη Βρετανία, την Ευρώπη και όλες τις πρώην αγγλικές αποικίες, από την Ινδία ως την Αυστραλία. Και εμείς που μαγευτήκαμε απ’ αυτή τη μουσική και ό,τι κουβαλούσε μαζί της, είχαμε την ανάγκη να κάνουμε τις επιλογές μας, όχι κατά κανόνα με «αντικειμενικά» κριτήρια. Η ποπ μουσική ήταν το κοινό μας διαβατήριο για τη σύνδεσή μας με τον έξω κόσμο και για την απόκτηση μιας σύγχρονης ταυτότητας, αλλά ήταν και το πεδίο έκφρασης των εσωτερικών, κατά κανόνα αθώων, αλλά κατά περίπτωση και τραυματικών, αντιθέσεών μας. Στις μεταξύ μας σχέσεις, δεν μας χώριζαν οι όροφοι που βρίσκονταν τα διαμερίσματα που μέναμε, άλλοι στα υπόγεια κι άλλοι στα μεσαία ή τα ρετιρέ, που ήταν το κριτήριο της ταξικής διαστρωμάτωσης στην αναπτυσσόμενη πόλη, αλλά μας έφερναν σε τριβές και συγκρούσεις, σε συμπάθειες και αντιπάθειες, τόσο οι δυνατότητες του καθενός μας στο ομαδικό παιχνίδι όσο και οι βλέψεις και οι αγωνίες από την αναζήτηση, έκφραση και διεκδίκηση της ερωτικής ανταπόκρισης.

Εμείς μπαίναμε στην εφηβεία στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς που έπονταν και στους ροκενρολίστες Τσακ Μπέρι, Τζέρι Λι Λιούις, Μπιλ Χάλεϊ και Λιτλ Ρίτσαρντ που προηγούνταν. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα, αναμφισβήτος «βασιλιάς» ήταν ο Έλβις. Πιο όμορφος απ’ όλους, εξεγερμένος με babyface και λευκός. O Τζέρι Λι Λιούις ήταν πραγματικός αλητάμπουρας, εκτός ανεκτών από τη βιομηχανία ορίων και τρόμαζε τον κόσμο, ενώ ο Μπιλ Χάλεϊ έμοιαζε περισσότερο με δάσκαλο παρά με οργισμένο νέο.

Στη μεταβατική μας ηλικία, η καλύτερή του εποχή με τα ροκ εν ρολ τραγούδια που τον καθιέρωσαν, είχε περάσει, αλλά επειδή όλα τότε έφταναν στην Ελλάδα με μια χρονική καθυστέρηση, το 1962-63, για μας, ο Έλβις ήταν ο γόης, ο ασυμβίβαστος, ο προκλητικός, ο δικός μας. Και είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με τον Τζέιμς Ντιν και τον Μάρλον Μπράντο, γιατί εκτός από ηθοποιός, τραγουδούσε και χόρευε, με τρόπο που σε ξεσήκωνε ανά πάσα στιγμή, χωρίς να χρειάζεται να ξαναβλέπεις την ίδια ταινία πολλές φορές. Και πόσες φορές στα δώδεκα και τα δεκατρία σου μπορείς να δεις το «Λιμάνι της αγωνίας» ή το «Επαναστάτης χωρίς αιτία», με ωραία υπόθεση και θαυμάσιους ηθοποιούς, αλλά χωρίς τραγούδια και χορό; Και με πολύ λιγότερο ερωτισμό; H Paramount είχε επιστρατεύσει ακόμα και τον σκηνοθέτη Michael Curtiz της περίφημης ταινίας «Καζαμπλάνκα» (με πρωταγωνιστές τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και την Ίνγκριντ Μπέργκμαν), για να σκηνοθετήσει, με οπερατέρ τον περίφημο Russell Harlan, την ταινία του Έλβις King Creole, το 1958. Οι περισσότερες από τις 31 ταινίες που έκανε ο Έλβις δεν είχαν σοβαρή υπόθεση, αλλά έπαιρνες το δυναμισμό τους, την ένταση, το μήνυμα, το στυλ και το ρυθμό τους και μπορούσες κουτσά-στραβά να τον αναπαραστήσεις με μια φτηνή κιθάρα ή ένα φορητό πικάπ στο σπίτι ή στην πλαζ παίζοντας όλη μέρα το ίδιο τραγούδι μέχρι να χαλάσεις τη βελόνα ή να σπάσεις καμιά χορδή.

Η εμφάνιση του Πρίσλεϊ ήταν «ό,τι πιο βρώμικο και βλαβερό για τους νέους» σύμφωνα με μια αναφορά στον φάκελο που έχει το FBI για τον Έλβις. Ένας λευκός που τραγουδάει τραγούδια μαύρων και κάνει κινήσεις με φανερά σεξουαλικά υπονοούμενα επί σκηνής. Και το πιο επικίνδυνο: αρέσει πολύ και παρασύρει τα καλά παιδιά των λευκών οικογενειών της Αμερικής. Στο παναμερικανικό τηλεοπτικό σόου του Έντ Σάλιβαν που όλη η Αμερική στήνεται για να το δει τα σαββατόβραδα, η εμφάνιση του Έλβις, το 1956, αν και οι κάμερες έχουν εντολή να τον δείχνουν μόνο από τη μέση και πάνω την ώρα που τραγουδάει και λικνίζεται, χτυπάει ένα εξωφρενικό ποσοστό τηλεθέασης (82,6%), που αφυπνίζει τους εγκέφαλους της βιομηχανίας θεάματος-ακροάματος. Όπως επισημαίνει ο Jon Meacham στο εμπεριστατωμένο άρθρο του με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατο του Έλβις, στο περιοδικό Time, «οι γυναίκες ήθελαν να είναι μαζί του και οι άντρες να του μοιάζουν». Αυτό η βιομηχανία δεν θα το άφηνε ανεκμετάλλευτο.

Παίρνοντας σαν αφετηρία την περίοδο που ο Έλβις υπηρετεί τη θητεία του (1958-1960) σε στρατόπεδο του αμερικάνικου στρατού στη Γερμανία, η βιομηχανία της σόου μπίζνες τού χαράζει ένα διαφορετικό δρόμο απ’ αυτόν που μόνος του είχε βρει. Τέρμα οι αλητείες, τέρμα και οι προκλήσεις. Εφεξής, όλα με μέτρο και εντός πλαισίου. Για να πιάσει η βιομηχανία όχι μόνο τη νεολαία που αυθαδίαζε, εκτιμώντας το εύρος της απήχησής του, αλλά και τον μέσο Αμερικάνο που μια χαρά ζούσε την εκπλήρωση του αμερικάνικου ονείρου, αποκτώντας έγχρωμη τηλεόραση, ηλεκτρικό ψυγείο με καταψύκτη, πλυντήριο με επαναστατικά απορρυπαντικά, αυτοκίνητο με ραδιόφωνο και ηρεμιστικά χάπια για να ελέγχει τα άγχη του, χωρίς καμία διάθεση να επαναστατήσει και να αμφισβητήσει το στάτους κβο. Οι ιθύνοντες, παραγωγοί και σκηνοθέτες του Χόλιγουντ, κατευθύνουν τον Έλβις στις πιο νερόβραστες συνταγές της βιομηχανίας του θεάματος-ακροάματος.

«Ο Έλβις ήταν ο επαναστάτης που ήθελε να επαναστατήσει χωρίς να αφήσει ποτέ το σπίτι του∙ ήταν τέλειος γιατί ήταν ο ασφαλής επαναστάτης», έγραψε εύστοχα ο David Halberstam στο βιβλίο του The Fifties.

Ο Έλβις από την Α όψη…

Έρωτας και εκτόνωση

Αλλά εμείς, στη γειτονιά μας, συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε τον Έλβις του Jailhouse rock, του Hound dog, του Heartbreak hotel και του Im all shook up, ενώ αυτός έτρεχε στις πίστες των αγωνιστικών αυτοκινήτων σαν παράτολμος οδηγός ή εμφανιζόταν στις ταινίες σαν ανίκητος μποξέρ, πάντα περιτριγυρισμένος από πανέμορφες κοπέλες, και πάντα με χάπι εντ. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και μέσα σ’ αυτά τα ελαφρά κοκτέιλ με τις μπανάλ υποθέσεις, δεν έλειπαν εντελώς οι στιγμές που ο καλλιτέχνης έβγαζε τον καλύτερο εαυτό του. Αυτός ο νεαρός από μια φτωχή οικογένεια του Μισισιπί, που είχε το ταλέντο και την άνεση να μεταμορφώνει, να οικειοποιείται και να εξυψώνει τα τραγούδια των μαύρων μουσικών –δίνοντας τους μια νέα διάσταση και διαπερνώντας τα σε ένα μέχρι τότε απρόσιτο ακροατήριο–, είχε την ίδια ευχέρεια με τα τραγούδια που είχαν τους ξεχωριστούς, ανά είδος, ερμηνευτές. Είτε τραγουδούσε μπαλάντες, είτε τραγουδούσε κάντρι, είτε τραγουδούσε λάτιν, είτε τραγουδούσε γκόσπελ, συγκινούσε τους θιασώτες κάθε είδους με ένα πολύμορφο κοινό που σε κάθε συναυλία του, ή με κάθε ταινία του, αποδεχόταν ό,τι του πρόσφερε. Αυτό λίγοι το δοκίμασαν και ακόμα λιγότεροι το κατάφεραν.

Η αδερφούλα μου, στο μπλοκ των φίλων του Έλβις, μάζευε από τα περιοδικά τις φωτογραφίες και τα άρθρα που γράφονταν για τον Έλβις και τα τοποθετούσε προσεκτικά μέσα σε ένα τετράδιο με καρδούλες, λουλουδάκια και θαυμαστικά. Μερικές έγχρωμες καλοτυπωμένες φωτογραφίες, σαν καρτ ποστάλ, που βρίσκαμε στα κεντρικά δισκάδικα και σε ένα-δυο βιβλιοπωλεία που είχαν ξένο τύπο, τις είχε κορνιζάρει και κρεμάσει δίπλα από το κρεβάτι της. Κι εγώ έκανα τα αντίστοιχα με τον Κλιφ του οποίου αγόραζα με αιματηρές οικονομίες όλα τα δισκάκια, την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας τους από το «Ρεφραίν», του Χρήστου Γιαμπίλη, που ήταν στη στοά Φέξη μεταξύ Πατησίων και Κάνιγγος ή από το κατάστημα δίσκων της «Κολούμπια» στο ισόγειο του μεγάλου πολυκαταστήματος «Αφοι Λαμπρόπουλοι», νυν Notos Gallery, Αιόλου και Λυκούργου γωνία, κοντά στην Ομόνοια.

Το ροκ εν ρολ δεν ήταν εύκολο και ήθελε κατάλληλο παρτενέρ, ήταν ζήτημα αν υπήρχαν ένα ή δύο ζευγάρια που το χόρευαν σωστά στα πάρτι, αλλά ο Έλβις διέπρεπε σε δύο καίρια πεδία των αναγκών μας: το ερωτικό και το εκτονωτικό. Το Its now or never, το Love me tender και το Are you lonesome tonight? έλιωναν στο πικάπ καθώς λιώναμε κι εμείς που τα χορεύαμε κρατώντας την ντάμα ανάλαφρα και διακριτικά, αλλά σπαράσσοντας ψυχολογικά και ιδρώνοντας από πάνω μέχρι κάτω συναισθηματικά. Αλλά και με το Bossa nova baby, γοητευτικότερος κι από λατίνο εραστή στο Ακαπούλκο, μας ξεσήκωνε και ξεδίναμε στον πραγματικά εξουθενωτικό ρυθμό της μπόσα νόβα. Για μας, που μεγαλώναμε εντωμεταξύ, ενώ ο κόσμος γύρω μας άλλαζε πολύ πιο γρήγορα από όσο μπορούσαμε να τον παρακολουθήσουμε, ο Έλβις τελείωσε το 1964 με την ταινία Viva Las Vegas. Ένας Έλβις που μας θύμισε τον παλιό καλό εαυτό του με το ομώνυμο τραγούδι και με το Whatd I say του Ray Charles και το Cmon everybody που είχαμε πρωτακούσει από τον Eddie Cochran. Αλλά μέχρις εκεί.

Η συγκίνηση που ένιωσα παρακολουθώντας το Viva Las Vegas στον κινηματογράφο Αθηνά, στην Πατησίων, 14 ετών, κρατώντας με καταϊδρωμένη παλάμη στα σκοτεινά τα επίσης καταϊδρωμένα δάχτυλα μιας κοπέλας που το φλερτ μας δεν είχε καμία συνέχεια, ήταν και η τελευταία που μου έδωσε ο Έλβις Πρίσλεϊ. Η Β όψη του, όπως στα δισκάκια 45 στροφών, ήταν σαφώς κατώτερη της Α. Τα ενδιαφέροντά μου με οδηγούσαν αλλού, αν και η σχέση με το παρελθόν υποχωρούσε σταδιακά, κρατώντας σαν απόθεμα ό,τι συνδεόταν με την πιο ευτυχισμένη πλευρά των παιδικών μας χρόνων. Ο μόνος που έμεινε πιστός στον Έλβις ήταν ο Λάκυ Τζάκσον. Συμμαθητής στο Η΄, φίλος και γείτονας από την οδό Ρόδου κοντά στην Αχαρνών, ηλεκτρικός κιθαρίστας, με μαύρα δερμάτινα, γεροδεμένος που έκανε μονόζυγο στα κάγκελα της μικρής εκκλησίας στο πελώριο προαύλιο του σχολείου, ένα παιδί που φανταζόταν μια ζωή γεμάτη περιπέτειες. Βλέποντας τον Έλβις και τη γυναίκα των νεανικών μας φαντασιώσεων Αν Μάργκρετ στην οθόνη, είχε υιοθετήσει το όνομα που είχε το είδωλό του στο σινεμά, κι ας του έκαναν πλάκα οι άλλοι γιατί φαινόταν απροσάρμοστος και φευγάτος.

…και ο Έλβις από την Β όψη

Από τον Έλβις στον Τζιμ

Οι εποχές άλλαξαν. Η νεολαία πολιτικοποιήθηκε και βγήκε στους δρόμους αντιδρώντας στον πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, οι αδελφοί Κένεντι και ο Μάλκολμ Χ δολοφονήθηκαν. Ο Ντίλαν και η Μπαέζ, οι Μπιτλς και οι Στόουνς, ο Στίβι Γουόντερ και η Τίνα Τάρνερ, τα παιδιά των λουλουδιών και το Woodstock, οι Led Zeppelin και οι Pink Floyd ανήκαν σε μία κοσμογονία μουσικής και ιδεών. Πού να χωρέσει σ’ αυτό το πανηγύρι ο συντηρητικός Έλβις; Τελευταία φορά που έπαιξα καινούργια τραγούδια του Έλβις ήταν το 1968-69, ντι-τζέι στο «Φαληρικό Δέλτα», βάζοντας στο πικάπ τα σαρανταπεντάρια με τα γλυκερά In the ghetto και Suspicious minds, σαν διάλειμμα στους ξέφρενους χορούς της νεολαίας που προτιμούσε το Whole lotta love των Led Zeppelin και εκφραζόταν πια πιο ελεύθερα σεξουαλικά με το Sex machine του James Brown ή το Je taime mois non plus του Serge Gainsbourg με την Jane Birkin. Τα σεξουαλικά υπονοούμενα με τα οποία ερέθιζε στη δεκαετία του 1950 ο Έλβις τη νεολαία ήταν ξεπερασμένα από τις πολύ πιο προκλητικές εμφανίσεις του Jim Morrison των Doors μια δεκαετία αργότερα.

Αυτά τα δύο μεσήλικα σουξέ του Έλβις, στα τέλη της εξεγερτικής δεκαετίας του 1960, σηματοδοτούν και την κατηφορική του πορεία. Οι ταινίες του έχουν γίνει απελπιστικά κακές. Εκατομμύρια δίσκοι του έχουν πουληθεί (μέχρι σήμερα έχουν ξεπεράσει το ένα δισεκατομμύριο αντίτυπα!), μεγάλη είναι η δόξα του και άπειρα τα λεφτά που κερδίζει, αλλά έχει πλέον παραδοθεί στην αιχμαλωσία των ναρκωτικών ουσιών και στη σαγήνη του φαγητού με πολλές θερμίδες και κιλά. Ταυτόχρονα, τον έχει πιάσει μια μανία να υπερασπιστεί την Αμερική που πιστεύει ότι κινδυνεύει από την εξέγερση της νεολαίας η οποία υφίσταται, όπως ισχυρίζεται, πλύση εγκεφάλου από τους κομμουνιστές. Μαζεύει όπλα και διακριτικά σήματα της αστυνομίας και το 1970 πηγαίνει στο Λευκό Οίκο, χωρίς ραντεβού, απαιτώντας να συναντήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ! Ο Νίξον δεν του χαλάει χατίρι, τον δέχεται στο ωοειδές γραφείο, είναι ο εθνικός σταρ, και τον ακούει έκπληκτος να του ζητάει να τον διορίσει μυστικό πράκτορα, κάτι σαν Τζέιμς Μποντ, για να αγωνιστεί ενάντια στον εκφυλισμό που απειλεί την Αμερική!

Ο Νίξον, που έχει εκλεγεί χάρη στην προτίμηση της τάξης των λευκών εργαζομένων από την οποία προερχόταν ο Πρίσλεϊ, εκπίπτει το 1974 από το αξίωμά του λόγω του σκανδάλου της υποκλοπής εγγράφων από τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος, το γνωστό Watergate, και ο Έλβις, τον Αύγουστο του 1977, βρίσκεται νεκρός στην μπανιέρα του από χρήση μεγάλης ποσότητας οπιοειδών, απ’ αυτά που επί χρόνια συνταγογραφεί ο έμπιστός του Γιώργος «Νικ» Νικόπουλος. Οι ανακριτές που ασχολήθηκαν με τα αίτια του θανάτου του, βρήκαν συνταγές με 8.805 νόμιμα ναρκωτικά σκευάσματα που είχε υπογράψει ο Έλληνας γιατρός για τον διάσημο πελάτη του, αγορασμένα από 153 διαφορετικά φαρμακεία!

Πράγματι, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον πώς μπορεί να αναδειχτεί ήρωας και θεμελιωτής της ριζοσπαστικής νεανικής κουλτούρας, ένας άνθρωπος συντηρητικός και θρησκόληπτος. Ένας καλλιτέχνης που εκθειάστηκε από τον Bob Dylan, τον John Lennon και τον Leonard Bernstein, σαν πρωτοπόρος, μοναδικός και ανεπανάληπτος, που άλλαξε τον τρόπο έκφρασης μιας γενιάς σε παγκόσμια κλίμακα με διαχρονικές επιπτώσεις, ενώ μέσα του ζυμωνόταν με τις προλήψεις, τις φυλετικές διακρίσεις και την αντίθεσή του σε κάθε τι ρηξικέλευθο και προοδευτικό.

Σήμερα, η λεγόμενη «σιωπηλή πλειοψηφία» συντηρεί το μύθο του πάνω σε μια προσαρμοσμένη στις ανάγκες της βάση. 600.000 άνθρωποι, απ’ όλη την Αμερική, συρρέουν κάθε χρόνο στην Graceland, για να αποτίσουν φόρο τιμής στον Πρίσλεϊ. Από νοσταλγία σ’ αυτό που εξέφρασε με την ανεμελιά και το θάρρος του ο Έλβις πριν από 60 χρόνια, ότι όλα θα είναι καλύτερα στο μέλλον και όλοι θα έχουν ένα μερίδιο συμμετοχής. Ίσως, από μία άποψη, κι αυτό να εμπεριέχει κάτι το ανατρεπτικό έστω κι απ’ την ανάποδη. Από την απογοήτευση για τη διάψευση του ονείρου. Γιατί ο Έλβις, στα φόρτε του, είχε δημιουργήσει την ελπίδα στον κάθε ανθρωπάκο ότι όλα μπορούν εφεξής να γίνονται με χαρά, με ήχους και χρώματα, απροβλημάτιστα, όχι μόνο για τους πλούσιους, αλλά και για κάθε παιδί του λαού, αγόρι ή κορίτσι. Τη διάψευση που εκφράστηκε κι όταν από μέσα απ’ αυτή την απογοητευμένη κοινωνία βγήκε ο Τραμπ, η σύγχρονη προσωποποίηση της παρακμής του αμερικάνικου μοντέλου που τόσο εξωράισε με το ταλέντο του ο αθώος Έλβις των νεανικών μας χρόνων.

Δρόμος της Αριστεράς