Του Μιχαλη Λαγανη

Οι βαριές ασθένειες της αντιπυρικής πολιτικής έφεραν πάλι ολοκαύτωμα στα δάση

Τον κίνδυνο των δασικών πυρκαγιών και τις μεγάλες ελλείψεις σε έμψυχο δυναμικό και μέσα πυρόσβεσης τα θυμόμαστε κάθε Μάιο και τα βάζουμε στη «ναφθαλίνη» κάθε Οκτώβριο, με τα πρωτοβρόχια. Λησμονούμε πως η απειλή μιας φωτιάς δεν είναι «εποχικό είδος» και πως μια πυρκαγιά δεν είναι δυνατόν να «σβήνει με ένα ποτήρι νερό, στα πρώτα λεπτά της εκδήλωσής της», όπως άστοχα σχολίαζε τα ξημερώματα της Δευτέρας στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ η πρόεδρος της τοπικής Κοινότητας Βαρνάβα Χαραλαμπία Ασημακοπούλου.

Ο κίνδυνος της επανάληψης του καταστροφικού καλοκαιριού το 2007 είχε αρχίσει να διαφαίνεται από τα μέσα Ιουνίου, οπότε σημειώθηκαν θερμοκρασίες – ρεκόρ για την εποχή (άνω των 40 βαθμών) σε πολλές περιοχές της χώρας. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί και τον Ιούνιο του 2007, όταν εκείνο τον καύσωνα ακολούθησαν οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Πάρνηθα, που έκαψε περισσότερα από 25.000 στρέμματα δάσους, στην Ηλεία, στην Εύβοια και αλλού.

«Η αστάθεια που παρατηρήθηκε στις κλιματικές συνθήκες της χώρας κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου έως και τα μέσα Ιουλίου, οπότε τον παρατεταμένο καύσωνα διαδέχθηκε ένα διήμερο έντονων βροχοπτώσεων και ακολούθως ξανά υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των ανέμων και τα χαμηλά επίπεδα υγρασίας δημιούργησαν ένα καταστροφικό τρίπτυχο για τη χλωρίδα, ξεραίνοντας μεγάλες εκτάσεις χορτολιβαδικής έκτασης και δημιουργώντας “ενεργές πυριτιδαποθήκες” μέσα σε παρθένα δάση» επισήμανε στο «Ποντίκι» έμπειρος αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος, ο οποίος υπηρετεί στη νότια Αττική.

Προβλήματα συντονισμού

Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια των τελευταίων μεγάλων πυρκαγιών στη Λακωνία, τα Κύθηρα και την πιο πρόσφατη στον Κάλαμο και τον Βαρνάβα, πολύς λόγος έγινε σχετικά με την επιχειρησιακή ικανότητα της Πυροσβεστικής, ενώ τοπικοί φορείς και κάτοικοι των περιοχών που επλήγησαν καταγγέλλουν έλλειψη συντονισμού και λανθασμένες εκτιμήσεις ως προς την εξέλιξη των πυρκαγιών και τον τρόπο διάθεσης των επίγειων και εναέριων δυνάμεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στις μεγάλες φωτιές στη Μάνη και στα Κύθηρα η μεγάλη καταστροφή σε σπίτια και καλλιέργειες επήλθε όχι με την εκδήλωση των πρώτων μετώπων της πυρκαγιάς, αλλά εξαιτίας αναζωπυρώσεων που προκλήθηκαν ενώ τα ενεργά μέτωπα βρίσκονταν σε ύφεση.

Επίσης, όσον αφορά τη μεγάλη φωτιά στον Κάλαμο, εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι, σύμφωνα με την πρώτη επίσημη ενημέρωση από το κέντρο επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής, αρχικά για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς – στις 4.00 το μεσημέρι της περασμένης Κυριακής – διατέθηκαν μόλις 20 πυροσβέστες με 8 οχήματα, δίχως ενίσχυση από αέρος, αφού, όπως δήλωσαν στο «Π» συνδικαλιστές της Ένωσης Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος, όλα τα διαθέσιμα Καναντέρ και ελικόπτερα απασχολούνταν στα πύρινα μέτωπα που βρίσκονταν σε εξέλιξη την ίδια ώρα στη Ζάκυνθο.

Ένα άλλο κοινό σημείο των τριών μεγάλων πυρκαγιών του φετινού καλοκαιριού έχει να κάνει, σύμφωνα πάντα με πηγές στο Πυροσβεστικό Σώμα, με το πρόσωπο που τέθηκε επικεφαλής των δυνάμεων σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Πρόκειται για τον υπαρχηγό Επιχειρήσεων Γιάννη Βασιλειάδη, ο οποίος, πριν τοποθετηθεί στο πλέον νευραλγικό πόστο της υπηρεσίας, είχε μακρά θητεία ως διοικητής στη Θράκη.

Από τις πρώτες ημέρες ανάληψης των καθηκόντων του κάποιες… «κακές γλώσσες» εντός του Πυροσβεστικού Σώματος αμφισβητούσαν την πείρα του στην αντιμετώπιση μεγάλων πυρκαγιών, ενώ άφηναν υπόνοιες για πολιτικά κριτήρια στην προαγωγή του στη θέση του υπαρχηγού Επιχειρήσεων.

Δραματικές ελλείψεις

Τα παραπάνω φυσικά είναι αδύνατον να τεκμηριωθούν και τα παραθέτουμε μόνο επειδή περιγράφουν το κλίμα εντός της Πυροσβεστικής. Εξάλλου, το πραγματικά κρίσιμο γεγονός είναι ότι από το 2010 και την υπογραφή του πρώτου μνημονίου έως και σήμερα όλες οι κυβερνήσεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, όχι μόνο δεν ενίσχυσαν, αλλά αποδυνάμωσαν – και συνεχίζουν να το κάνουν – το Πυροσβεστικό Σώμα σε έμψυχο δυναμικό όσο και σε μέσα πυρόσβεσης.

Φέτος δε, λίγες μόλις ημέρες μετά την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου τον περασμένο Μάιο, κρίθηκε απαραίτητο να μετακινηθούν από τις υπηρεσίες τους εντός της Αττικής περίπου 400 πυροσβέστες για να καλύψουν ανάγκες στα 14 περιφερειακά αεροδρόμια και τις εθνικές οδούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν «γυμνές» νευραλγικές υπηρεσίες στο Λεκανοπέδιο, με συνέπεια, σε περίπτωση ταυτόχρονης εκδήλωσης δύο μεγάλων πυρκαγιών στην Αττική και σε άλλη περιοχή της χώρας, οι δυνάμεις του Πυροσβεστικού Σώματος να μην επαρκούν για την έγκαιρη αντιμετώπισή τους.

Αυτό αποδείχθηκε στην πράξη κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, με τις δύο μεγάλες πυρκαγιές στον Κάλαμο και τη Ζάκυνθο, καθώς το αποτέλεσμα ήταν η διάσπαση των δυνάμεων της Πυροσβεστικής.

Όσο για τον «μεγάλο ασθενή» της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, αυτός ακόμη μια χρονιά παρέμεινε ο στόλος των επίγειων και εναέριων μέσων πυρόσβεσης. Σύμφωνα με την Ένωση Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία από την αρχή της φετινής αντιπυρικής περιόδου είχε επισημάνει με διαδοχικές γραπτές αναφορές στη φυσική και πολιτική ηγεσία τα μεγάλα κενά στη δασοπυρόσβεση, πάνω από το 20% των υδροφόρων και το 30% των βοηθητικών οχημάτων ήταν ακινητοποιημένα εξαιτίας βλαβών και έλλειψης ανταλλακτικών και ελαστικών.

Επιπλέον, ο διαθέσιμος εναέριος στόλος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εφέτος ήταν «φτωχότερος από ποτέ». Είναι χαρακτηριστικό πως τα 32 εναέρια μέσα (Καναντέρ και ελικόπτερα) που διέθετε η υπηρεσία δέκα χρόνια πριν (το 2007) σήμερα είναι κατά πολύ μειωμένα. Η μεγάλη «πληγή» παρατηρείται στα Καναντέρ, τα περισσότερα από τα οποία έχουν συμπληρώσει πάνω από 40 χρόνια και αμέτρητες ώρες πτήσεων, με συνέπεια συχνά να «καθηλώνονται» εξαιτίας βλαβών.

Συγκεκριμένα, εφέτος η Πυροσβεστική διαθέτει συνολικά τέσσερα Καναντέρ τύπου C-415 νεότερης γενιάς με δυνατότητα μεταφοράς 6 τόνων νερού, αφού τα τελευταία χρόνια άλλα τέσσερα, που διέθετε η υπηρεσία, συνετρίβησαν δίχως να αντικατασταθούν.

Επιπλέον, από τα 13 Καναντέρ τύπου C-215 (ηλικίας άνω των 40 ετών, με δυνατότητα μεταφοράς 5,5 τόνων νερού) επιχειρησιακά έτοιμα είναι τα εννέα. Όμως και αυτά «συχνά – πυκνά» παρουσιάζουν βλάβες ή δεν μπορούν να πετάξουν κάτω από ακραίες καιρικές συνθήκες, όπως άνεμοι εντάσεων άνω των 6 μποφόρ.

Τον «στόλο» των αεροσκαφών συμπληρώνουν τα 19 αεροσκάφη τύπου Petzetel, τα οποία, εκτός της περιορισμένης ποσότητας νερού που είναι σε θέση να μεταφέρουν (1,5 – 2 τόνοι), επιπλέον δεν μπορούν να ανεφοδιαστούν διά θαλάσσης, παρά μόνο από σταθερές εγκαταστάσεις (δεξαμενές).

Όσον αφορά τα ελικόπτερα, για την ενοικίαση των οποίων κάθε χρόνο ξοδεύονται πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που θα κόστιζε η αγορά τους, φέτος διατέθηκαν επτά ενοικιαζόμενα ελικόπτερα Ericsson, ενώ στην κατοχή της Πυροσβεστικής υπάρχουν ακόμα 3 ελικόπτερα τύπου Σινούκ, τα οποία παρέχει ο στρατός και έχουν τη δυνατότητα μεταφοράς κάδου ρίψης νερού.

Στις «ελληνικές καλένδες» εναποτέθηκε για ακόμα μια χρονιά η αγορά 15 ελικοπτέρων Σινούκ (αξίας 2,5 εκατομμυρίων το καθένα, συν 1,2 εκατομμυρίων για το κόστος τοποθέτησης κάδου ρίψης), των οποίων το συνολικό κόστος, όπως επισημαίνουν αξιωματικοί της Πυροσβεστικής, θα ήταν μικρότερο από τα χρήματα που ξοδεύονται κάθε χρόνο για την ενοικίαση ελικοπτέρων μειωμένης επιχειρησιακής ικανότητας.

Μια «πονεμένη ιστορία»

Ένα άλλο μεγάλο αγκάθι της δασοπυρόσβεσης στην Ελλάδα είναι οι πολύπαθοι δασικοί χάρτες, των οποίων η κατάρτιση εκκρεμεί εδώ και δεκαετίες και μόλις πρόσφατα ολοκληρώθηκε, ώστε προσεχώς να τεθούν σε εφαρμογή. Η ύπαρξή τους, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, θα μπορούσε να έχει αποτρέψει πολλές από τις μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ετών.

Η ολοκλήρωσή τους – η κατάρτιση δασικών χαρτών προβλεπόταν ήδη από το σύνταγμα του 1975 – θα μπορούσε να καταφέρει γερό πλήγμα στους δασικούς εμπρησμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι περίπου το 30% των δασικών πυρκαγιών οφείλεται σε κακόβουλο εμπρησμό, που έχει στόχο την οικοπεδοποίηση, ενώ ένα επιπλέον 10% αφορά καύση βοσκοτόπων. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία του WWF Ελλάς, τουλάχιστον το 40% των πυρκαγιών κάθε χρόνο προκαλείται από ανθρώπινο χέρι, ενώ υπολογίζεται ότι αυτό το ποσοστό ίσως να ξεπερνά το 70%, αφού γνωρίζουμε τα αίτια μόνο για τις μισές από τις πυρκαγιές που εκδηλώνονται ετησίως.

Η έγκαιρη κύρωση των δασικών χαρτών θα έβαζε φρένο ακόμη και στην επέκταση όσων οικισμών έχουν χτιστεί, αυθαίρετα ή με ευθύνη της Διοίκησης, μέσα σε δάση.

Οι δασικοί χάρτες όμως παραμένουν ευχολόγιο εδώ και χρόνια – η κατάρτισή τους ξεκίνησε το 1999 βάσει του πρώτου νόμου για το Εθνικό Κτηματολόγιο –, ωστόσο κανένας δεν κυρώθηκε τη δεκαετία που ακολούθησε. Τη διαδικασία επανεκκίνησε το 2010 η τότε υπουργός Περιβάλλοντος Τίνα Μπιρμπίλη με μια ρύθμιση που προέβλεπε και τη μερική κύρωσή τους, ώσπου να εξεταστούν οι αντιρρήσεις των πολιτών που θα ανακύψουν.

Οι πρώτες αναρτήσεις αφορούσαν την πολύπαθη περιοχή της Αττικής: Μαραθώνα, Πεντέλη και Νέα Πεντέλη. Πέντε χρόνια μετά, οι χάρτες για τις συγκεκριμένες περιοχές δεν έχουν ακόμη κυρωθεί οριστικά (παρά μόνο τα τμήματα για τα οποία δεν έχουν εκφραστεί αντιρρήσεις). Το ίδιο έχει συμβεί και για τους χάρτες της Κηφισιάς, της Φυλής και της Δροσιάς. Συνολικά, για την υπόλοιπη περιοχή της Αττικής, αν και έχουν καταρτιστεί 137 χάρτες, κανένας δεν έχει αναρτηθεί.

Έτσι σήμερα η τέταρτη σε δασικό πλούτο χώρα της Ευρώπης ακόμη δεν διαθέτει δασικούς χάρτες, παρότι η σύνταξή τους αποτελεί και μνημονιακή υποχρέωση, αφού θεωρούνται σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο. Απαιτείται σαφής οριοθέτηση των δασικών εκτάσεων, ώστε οι επενδυτές να γνωρίζουν πού μπορούν να επενδύσουν, σε ποιες περιοχές επιτρέπεται η πολεοδόμηση, ποιες εκτάσεις είναι ιδιωτικές και ποιες δημόσιες. Με τη χαρτογράφησή τους εκτιμάται ότι θα περιοριστούν στο ελάχιστο οι κακόβουλοι εμπρησμοί.

ποντίκι