Του Δημήτρη Αγγελίδη

Το μακρινό 2001, ο Β.Γ. (τα στοιχεία του βρίσκονται στη διάθεση της «Εφ.Συν.») αποφάσισε, ακούγοντας τη συμβουλή ενός φίλου του ασφαλιστή που εργαζόταν στην Εθνική Ασφαλιστική, να μεταφέρει στην εταιρεία τρία ασφαλιστικά συμβόλαια, ένα πυρός και αστικής ευθύνης για το κατάστημά του, ένα αυτοκινήτου και ένα ασφάλειας ζωής.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, συμπλήρωσε την αίτηση για την ασφάλεια ζωής και κατέβαλε την προκαταβολή, 50 χιλιάδες δραχμές (περίπου 147 ευρώ).

Οπως διηγείται σήμερα, ύστερα από έναν μαραθώνιο δικαστικό αγώνα δεκαέξι χρόνων, που ακόμη δεν τον έχει δικαιώσει, λίγο μετά επικοινώνησε μαζί του υπάλληλος της ασφαλιστικής και του ζήτησε το απολυτήριο στρατού και στη συνέχεια του τηλεφώνησε για να τον ενημερώσει ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί το συμβόλαιο ζωής.

«Μου λέει “θεωρείστε άτομο υψηλού κινδύνου, δεν ασφαλίζουμε ομοφυλόφιλους”. Της λέω “δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό. Αμα θέλετε, να κάνω ιατρικές εξετάσεις, δεν έχω πρόβλημα”. “Δεν είναι θέμα εξετάσεων”, μου λέει. “Είναι θέμα στρατηγικής της εταιρείας, δεν ασφαλίζουμε άτομα υψηλού κινδύνου, όπως εσείς, που είστε ομοφυλόφιλος”», λέει ο Β.Γ.

«Πάγια τακτική»

Απαντώντας σε αίτημα του Β.Γ. να του γνωστοποιηθούν γραπτώς οι λόγοι της απόρριψης του συμβολαίου, η Εθνική Ασφαλιστική τού έστειλε επιστολή στις 12 Νοεμβρίου 2001, στην οποία αναφερόταν:

«Μετά την παραλαβή των απαιτουμένων δικαιολογητικών ασφαλισιμότητας και τον έλεγχο αυτών για την έκδοση ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, με λύπη σας πληροφορούμε ότι δεν μπορούμε να προβούμε στη σύναψη της ασφάλισης. Σας ενημερώνουμε επί πλέον ότι η απόφασή μας αυτή στηρίζεται σε ιατρικά και στατιστικά δεδομένα, καθώς και στην πάγια τακτική που ακολουθεί η εταιρεία μας σε ανάλογες περιπτώσεις».

Μέχρι σήμερα, η Εθνική Ασφαλιστική δεν έχει εξηγήσει σε κανένα από τα δικαστήρια όλων αυτών των χρόνων ποια είναι τα ιατρικά και στατιστικά δεδομένα που επικαλείται αορίστως, ούτε ποιες είναι οι ανάλογες περιπτώσεις για τις οποίες ακολουθεί παρόμοια τακτική.

Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι η εταιρεία προχώρησε στην ακύρωση του συμβολαίου, αφού προηγουμένως ζήτησε και ενημερώθηκε για τη στρατολογική κατάσταση του Β.Γ., ο οποίος πήρε το 1997 απολυτήριο Ι5, αλλιώς «προσωρινό απολυτήριο ακαταλλήλων – τυχόντων αναβολής».

Σ’ αυτό αναγράφεται ότι κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση «ως πάσχων από αναφερόμενη διαταραχή της σεξουαλικής ταυτότητος σε άτομο με χαρακτηρολογική εκτροπή (οιστριονικός)».

Μπορεί μια ασφαλιστική εταιρεία να προβαίνει σε εκτίμηση κινδύνου, προκειμένου να συνάψει συμβόλαιο ζωής, βασισμένη όχι σε ιατρικές εξετάσεις που πραγματοποιούνται για τον σκοπό αυτόν, αλλά επικαλούμενη τα προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στο απολυτήριο στρατού, το οποίο εκδόθηκε σε άσχετη χρονική στιγμή και στο πλαίσιο μιας άλλης, τελείως διαφορετικής διαδικασίας;

Επιπλέον, μπορεί μια ασφαλιστική εταιρεία, στο όνομα της ελευθερίας των συναλλαγών, να αποκλείει τη σύναψη συμβολαίων μόνο και μόνο στη βάση του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού, εξισώνοντας αυθαίρετα, κατά παρέκκλιση κάθε ορθής ιατρικά προσέγγισης, την ομοφυλοφιλία με υψηλό κίνδυνο υγείας;

«Υπέστην διάκριση»

Ομοφυλοφιλία, ισότητα

«Θεωρώ ότι θίγεται η προσωπικότητά μου διότι έχω υποστεί διάκριση. Ολα αυτά τα χρόνια έχω υποστεί μεγάλη ταλαιπωρία και οικονομική αιμορραγία για να κυνηγήσω δικαστικά την υπόθεση. Δεν είμαι όμως διατεθειμένος να κάνω πίσω. Για μένα, όλο αυτό που έγινε ήταν τελείως ρατσιστικό», λέει ο Β.Γ.

Υστερα από μια πολύχρονη δικαστική περιπέτεια αγωγών και αναιρέσεων, που έφτασε μέχρι τον Αρειο Πάγο, ο οποίος αποφάσισε την αναίρεση της απόφασης Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση ξανά ενώπιον του δικαστηρίου, το Εφετείο Αθηνών έβγαλε πριν από μερικούς μήνες απόφαση (1900/2017) κατά πλειοψηφία που δικαιώνει την εταιρεία.

Σύμφωνα με το σκεπτικό των εφετών Μαρίας – Μάριον Δερεχάνη και Ελπινίκης Θεοφίλη, που πλειοψήφησαν, με την αποστολή του απολυτηρίου στρατού στην ασφαλιστική υπήρξε η συγκατάθεση του Β.Γ. «για την κατ’ εξαίρεση επεξεργασία του επίμαχου απολυτηρίου στρατού από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, όχι μόνο ως αφορώντος τη στρατολογική του ικανότητα αλλά και την εν γένει κατάσταση της υγείας του, και απέβλεπε […] στην πληροφόρησή της περί των στοιχείων και περιστατικών που θα ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου που θα αναλάμβανε με την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ζωής».

Επιπλέον, συνεχίζει η απόφαση, «κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας δεν αποδείχθηκε ότι η προσωπικότητα του ενάγοντος προσβλήθηκε […] και τούτο διότι δεν υφίσταται υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να αποδεχθεί την πρόταση του ενάγοντος για κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ζωής, αλλά εναπόκειται στην ευχέρεια της ασφαλιστικής εταιρείας, εκτιμώντας κατά τρόπο αντικειμενικό τον ασφαλιστικό κίνδυνο, με βάση τα στοιχεία που ζήτησε η ίδια και προσκομίστηκαν από τον ενδιαφερόμενο, να συνάψει ή μη σύμβαση ασφάλισης ζωής με τον ενάγοντα […] Αλλωστε, ούτε η αιτιολογία της απόρριψης είναι αρκετή από μόνη της για να στοιχειοθετήσει προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αφού, όπως προεκτίθεται, αναφέρεται αορίστως σε ιατρικά και στατιστικά δεδομένα και σε πάγια πρακτική της ασφαλιστικής εταιρίας».

Με άλλα λόγια, η απόφαση δέχτηκε τους ισχυρισμούς της εταιρείας, παρά το ότι δεν προσκόμισε η εταιρεία εξηγήσεις και τεκμήρια που να αποδεικνύουν σε ποια ακριβώς ιατρικά και στατιστικά δεδομένα και σε ποια ακριβώς πάγια πρακτική βασίζει την απόρριψη του συμβολαίου. Η απόφαση βασίζεται στην «αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων» ως «ακρογωνιαίο λίθο του δικαιικού μας συστήματος».

Διαφορετική είναι πάντως η γνώμη του προέδρου Εφετών Απόστολου Παπαθεοδώρου, που μειοψήφησε. Σε ένα πολυσέλιδο αναλυτικό σκεπτικό, ο κ. Παπαθεοδώρου αποδομεί τους ισχυρισμούς της εταιρείας και δικαιώνει τον Β.Γ., γεγονός που δεν περνά φυσικά απαρατήρητο από τη συνήγορό του, Ελένη Λουκαΐτη.

«Αν και χάσαμε την υπόθεση, εντούτοις νιώθουμε μερικώς δικαιωμένοι, και αυτό γιατί, αν και το δικαστήριο εφάρμοσε την τυπική νομιμότητα, ένα μεγάλο τμήμα της αποφάσεως καταλαμβάνει το σκεπτικό της μειοψηφίας, το οποίο πολύ εμπεριστατωμένα προχωράει πέραν της τυπικής νομιμότητας και επιτάσσει αυτό ακριβώς που είπαμε και εμείς.

»Οτι δηλαδή η σύγχρονη τάση της νομοθεσίας, όπως εκπορεύεται από τις διεθνείς συνθήκες και τις κοινοτικές οδηγίες, απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου. Με άλλα λόγια, απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση, όχι μόνο στις σχέσεις του πολίτη με το κράτος, αλλά, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον, και σε επίπεδο ιδιωτικού δικαίου», σημειώνει η κ. Λουκαΐτη.

«Η αρχή της μη διάκρισης εγγυάται ένα μίνιμουμ οικουμενικότητας για τον σεβασμό των δικαιωμάτων, αποκλείοντας τη δημιουργία δικαιωμάτων πολλών ταχυτήτων», σημειώνει το σκεπτικό της μειοψηφίας, επικαλούμενο σειρά διατάξεων του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και φτάνοντας μέχρι τον Μοντεσκιέ και το απόσπασμα από το «Πνεύμα των Νόμων»: «Στη φυσική κατάσταση οι άνθρωποι γεννιούνται όλοι ίσοι, αλλά δεν μπορούν να παραμείνουν έτσι. Η κοινωνία τούς κάνει να χάνουν αυτή την ισότητα και ξαναγίνονται ίσοι μόνο με τους νόμους» (μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη, Παναγιώτη Κονδύλη, τόμος Α’, 1994).

«Δεν είναι ασθένεια»

Το σκεπτικό της μειοψηφίας σημειώνει ότι δεν προκύπτει πως ο ενάγων εμφάνιζε χαρακτηρολογική εκτροπή κατά τον χρόνο της αίτησης για ασφάλιση, καθώς «επ’ ουδενί σημαίνει ότι σε επανεξέταση θα τεθεί η ίδια διάγνωση», ενώ «το ψυχιατρικό κριτήριο στη Στρατιωτική Υπηρεσία είναι ενδεχομένως διάφορο λόγω της φύσεως της υπηρεσίας από ένα εγχειρίδιο ταξινόμησης των ψυχιατρικών νόσων και διαταραχών».

Υπογραμμίζει άλλωστε ότι η ομοφυλοφιλία δεν αποτελεί ασθένεια, ενώ, και στην περίπτωση που ήταν φορέας του HIV ο ενάγων, κάτι που δεν προκύπτει στη συγκεκριμένη υπόθεση, θα ήταν ανεπίτρεπτη διάκριση η άρνηση της ασφαλιστικής να τον ασφαλίσει, καθώς «για την αντιμετώπιση του AIDS υπάρχουν θεραπευτικές αγωγές που επιτρέπουν στον ασθενή να ζήσει μια κανονική ζωή και επομένως τον εντάσσουν στην κατηγορία των χρονίως ασθενούντων».

Επισημαίνει, τέλος, την παρατήρηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ότι «στη συγκεκριμένη περίπτωση από την ασφαλιστική εταιρεία έγινε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αφορούν γενικά στην ερωτική ζωή και εν γένει κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος, με βάση το στοιχείο το οποίο ενδεχομένως παρανόμως εζητήθη και ελήφθη υπόψη» και στη συνέχεια τη σύσταση της Αρχής προς την εταιρεία «να κρίνει τα δεδομένα υγείας των υποψηφίων για ασφάλιση επί τη βάσει άλλων στοιχείων, π.χ. ιατρικών και παρακλινικών εξετάσεων, και όχι βάσει του απολυτηρίου στρατού, το οποίο εκδίδεται για διάφορο σκοπό».

Δικαστικές πηγές επισημαίνουν στην «Εφ.Συν.» ότι, για να αντιμετωπιστεί το νομικό κενό, πρέπει να τροποποιηθεί ο νόμος 4443/2016 για την ίση μεταχείριση, ώστε να προστεθεί ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα φύλου και τα χαρακτηριστικά φύλου στις κατηγορίες του άρθρου 3 παράγραφος 2, που προστατεύουν από τις διακρίσεις, μεταξύ άλλων, την κοινωνική ασφάλιση και την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που διατίθενται συναλλακτικά στο κοινό.

efsyn

 

Advertisements