Του Δημήτρη Μπελαντη

Ο μηχανισμός της δικαιοσύνης, ιδεολογικός και κατασταλτικός μαζί μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος στα πλαίσια της ταξικής πάλης. Η εξάρτηση ή η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν καθορίζεται βασικά από τη σχέση της με την εκτελεστική εξουσία αλλά από τη σχέση της με τη διεξαγωγή της ταξικής πάλης και με τη συμπυκνωμένη επιβολή των κυρίαρχων επιλογών.

Η αντιπαράθεση κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και δικαστών το τελευταίο διάστημα για μια σειρά από ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης (απόφαση Αρείου Πάγου για τα δεδουλευμένα, υπόθεση μη αναστολής εκτέλεσης ποινής για την Ηριάνα Β., υπόθεση πρόσληψης της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου στο νομικό γραφείο του πρωθυπουργού, υποθέσεις φορολογικής ασυλίας επιχειρηματιών κ.α.) αναδεικνύει για άλλη μια φορά το πολυσυζητημένο σε όλη τη μεταπολίτευση ζήτημα της «ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης». Η μεν αντιπολίτευση καταγγέλλει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι επιδιώκει να καθυποτάξει τον μηχανισμό της Δικαιοσύνης και να παραβιάσει τη συνταγματικά προβλεπόμενη ανεξαρτησία της, η δε κυβέρνηση επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες είτε δεν συμφωνεί είτε επιδιώκει –αυτό βασικά συμβαίνει– να αποσείσει από πάνω της την πολιτική ευθύνη. Ταυτόχρονα, ως Πόντιος Πιλάτος, φαίνεται να λέει «εγώ έχω διαφορετική άποψη αλλά μην μου ζητάτε να παρέμβω».

Η αλήθεια είναι ότι για μια και μόνο φορά η μνημονιακή και νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει κάποιο δίκιο. Δεν μπορείς από τη μια πλευρά να κατηγορείς την κυβέρνηση ότι «υποτάσσει» τη Δικαιοσύνη σε αρνητική κατεύθυνση και, από την άλλη εσύ, να της ζητάς να την «υποτάξει» σε θετική κατεύθυνση. Η υπαρκτή Αριστερά συχνά πέφτει και αυτή σε αυτό το λογικό λάθος. Είναι σαν να λες: έ, αφού την κάνεις ούτως ή άλλως ό,τι θέλεις, κάνε τουλάχιστον το σωστό ή δώσε της τη σωστή εντολή (βλ. την αντίληψη ορισμένων συντρόφων στα 2013-2015 ότι η κυβέρνηση και η Δικαιοσύνη μπορούσαν και έπρεπε να καταστείλουν από κοινού τη ναζιστική Χρυσή Αυγή). Όμως, η κυβέρνηση δεν «παρεμβαίνει» συνήθως στη Δικαιοσύνη για να «κάνει το σωστό».

Προφανώς, το πρόβλημα της φύσης της Δικαιοσύνης δεν είναι, κυρίως, λογικό αλλά πολιτικό. Για όποιον μοιράζεται με τον μαρξισμό τις βασικές του έστω έννοιες, είναι αυτονόητο ότι ο μηχανισμός της δικαιοσύνης, ιδεολογικός και κατασταλτικός μαζί μηχανισμός του καπιταλιστικού κράτους, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος στα πλαίσια της ταξικής πάλης. Πάντοτε, ως γενική συνισταμένη εκφράζει τα συμφέροντα του συλλογικού κεφαλαίου και του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Αυτό εκφράζεται ιδίως στην κορυφή του δικαστικού μηχανισμού, υπό την έννοια ότι τα Ανώτατα Δικαστήρια και οι ηγεσίες τους (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) συμμερίζονται και κατά κανόνα –όχι όμως πάντοτε– επικυρώνουν την κεντρική στρατηγική γραμμή του πλέγματος εκτελεστική-νομοθετική εξουσία.

Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτά τα ανώτατα δικαστήρια επικύρωσαν τη συνταγματικότητα του Α’ Μνημονίου (απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ 668/2012), επικύρωσαν τη συνταγματικότητα των χαρατσιών και του ΕΝΦΙΑ, όπως επίσης και το καθεστώς ΤΑΙΠΕΔ και τη συνταγματικότητα της ολοσχερούς ιδιωτικοποίησης του δημοσίου πλούτου από το ελληνικό και το πολυεθνικό κεφάλαιο. Όσο κατεβαίνουμε την ιεραρχία των δικαστηρίων προς τα κατώτατα, εκεί η ταξική πάλη των «κάτω τάξεων» φαίνεται αρκετές φορές να διαπερνά τη δικαστική κρίση και να αμβλύνει την επιβολή της κυρίαρχης βούλησης (ελαφρύνσεις ιδιωτικών δανείων, αποφάσεις που κρίνουν ως αντισυνταγματικές ορισμένες μερικές μνημονιακές επιλογές, απαλλαγές σε ποινικές υποθέσεις με πολιτικό υπόβαθρο, ακυρώσεις παρανόμων απολύσεων κλπ).

Υπάρχουν μορφές ή περιπτώσεις «εξάρτησης» και «καθοδήγησης» από την εκτελεστική εξουσία; Σε κρίσιμες στιγμές και δικαστικές διαμάχες, όπως λ.χ. η κρίση για τη συνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου στα 2010-2012, θεωρώ δεδομένο ότι ασκούνται τέτοιες πιέσεις και υποδείξεις. Όμως, η κύρια πλευρά της ταξικότητας της δικαιοσύνης δεν συμπίπτει πλήρως ούτε και συμπυκνώνεται κυρίως στις «κυβερνητικές υποδείξεις» και στην υποταγή σε αυτές. Ο δικαστικός μηχανισμός –ιδίως δε αυτός των ανωτάτων δικαστηρίων– συγκλίνει και συμπαρατάσσεται πολιτικοϊδεολογικά με το πλέγμα κυβέρνηση-νομοθετική λειτουργία στην επικύρωση ενός ορισμένου ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ του κεφαλαίου. Υπάρχει βασικά «συναντίληψη» και «σύγκλιση» και δευτερευόντως «μονομερής επιβολή». Επίσης, «μονομερής επιβολή» υπάρχει περισσότερο στο εσωτερικό της ιεραρχίας του δικαστικού μηχανισμού και λιγότερο μεταξύ της κυβέρνησης και των δικαστών.

Εάν τα παραπάνω ισχύουν από στρατηγική άποψη, δεν είναι καθόλου αναγκαίο τακτικά οι δικαστές μεταξύ τους ή οι δικαστές σε σχέση με την κυβέρνηση να συμπίπτουν και να ταυτίζονται σε όλες τις στιγμές και σε όλα τα ζητήματα. Μπορεί, ακόμη, ο τρόπος εφαρμογής της κυρίαρχης βούλησης καθώς και η στάθμιση της κυρίαρχης βούλησης με αντίθετα κοινωνικά ή δημοκρατικά ρεύματα να οδηγούν και σε αντιφατικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η εκφραζόμενη διαφωνία της κυβέρνησης με την απόφαση μη αναστολής εκτέλεσης της ποινής για την Ηριάνα δεν είναι απόλυτο ότι είναι προσχηματική. Βεβαίως, υπάρχει και η διάσταση της μετάθεσης της πολιτικής ευθύνης, πέρα από τον μηχανισμό της εκτελεστικής εξουσίας.

Τέλος, η διακριτή (κατασταλτική βασικά) λειτουργικότητα του δικαστικού μηχανισμού ως προς την κυβέρνηση, το γεγονός ότι δεν είναι «γρανάζι» της, δεν αποκλείει καθόλου τάσεις φεουδοποίησης και κατακερματισμού του μηχανισμού αυτού από τα αστικά κόμματα διακυβέρνησης καθώς και στρατηγικές συμμαχίες με τους επικεφαλής τους (σχέση κ. Θάνου με ΣΥΡΙΖΑ). Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το ότι η παρούσα κυβέρνηση στην περίπτωση της κ. Θάνου έδειξε τελείως «αποενοχοποιημένη».

Τελικά, η «πρώτη φορά Αριστερά» ίσως αυτό ακριβώς να σημαίνει. Την πλήρη δηλαδή απελευθέρωση των μανιασμένων για εξουσία επί δεκαετίες στελεχών της «Αριστεράς» από κάθε «αστική» ενοχή και κάθε «αστικό» συναίσθημα ντροπής. Την οργανωμένη δηλαδή ξεδιαντριοπιά.

ΠΡΙΝ

Advertisements