Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Μετά το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών στην Ιταλία την Κυριακή 25 Ιουνίου κανείς πια δεν μπορεί να προβλέψει πόσες φορές ένας ηγέτης μπορεί να επιστρέψει στην πολιτική ζωή. Γιατί, το παράδειγμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι θα τον διαψεύσει.

Με τις περισσότερες εκτιμήσεις να τον θεωρούν οριστικά και αμετάκλητα τελειωμένο πολιτικά μετά το διπλό πολιτικό χτύπημα των αποκαλύψεων για τα σεξουαλικά όργια με μια ανήλικη Μαροκινής καταγωγής το 2011 και τη φοροδιαφυγή του 2013, αυτό που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ήταν ότι θα ξαναγίνει ο ρυθμιστής του παιχνιδιού. Κι όμως το κατάφερε…

Οι δημοτικές εκλογές της Ιταλίας σημαδεύτηκαν από χαμηλή συμμετοχή, στο επίπεδο του 46%. Επίσης, στο επίπεδο μιας τυπικής καταγραφής η κεντροαριστερά δεν τα πήγε και τόσο άσχημα αν ληφθεί υπ’ όψη ότι συνεχίζει να ασκεί τον πολιτικό έλεγχο 76 πόλεων, ενώ η κεντροδεξιά σε 79. Εξετάζοντας ωστόσο πέρα από την επιφάνεια και λίγο πιο προσεκτικά τις πολιτικές τάσεις που διαμορφώνονται φαίνεται ότι η συμμαχία της Φόρτσα Ιτάλια με τη Λίγκα του Βορά κέρδισε 25 δήμους σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, ενώ η κεντροαριστερά έχασε 30! Μεταξύ αυτών την εργατικής σύνθεσης Γένοβα που είχε υπό τον έλεγχό της επί 50 συνεχή έτη! Αέρα στα πανιά της Δεξιάς, συγκυριακά, έδωσαν οι πολύ κακές επιδόσεις του Κινήματος των 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλιο, που απέτυχε να αναδείξει δικό του υποψήφιο στο δεύτερο γύρο των εκλογών. Επί της ουσίας, η Δεξιά επιστρέφει δριμύτερη στην Ιταλία από τη στιγμή που ο ηγέτης Λίγκας του Βορά, Ματέο Σαλβίνι, πέτυχε να μεταμορφώσει το κόμμα του από ένα αυστηρά γεωγραφικά προσδιορισμένο στο Βορρά της Ιταλίας περιφερειακό κόμμα, σε ένα πανεθνικό κόμμα αυθεντικό εκφραστή της ιταλικής Δεξιάς. Κατά τ’ άλλα το ρατσιστικό και ξενοφοβικό του πρόγραμμα παρέμεινε ίδιο κι απαράλλαχτο.

Η εκλογική επιτυχία της Δεξιάς έγειρε οριστικά το εκκρεμές της ιταλικής πολιτικής ζωής προς τη συντήρηση, επιταχύνοντας μια πορεία που ξεκίνησε με την ήττα του Ματέο Ρέντσι στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση και κορυφώθηκε με την παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού, τον Δεκέμβριο του 2016. Η φθορά συνεχίστηκε με την ανάληψη των πρωθυπουργικών καθηκόντων από τον Πάολο Τζεντιλόνι, που αδυνατεί παρόλα αυτά να εμπνεύσει ακόμη και να κρατήσει ενωμένο το Δημοκρατικό Κόμμα.

Κι από την άλλη πλευρά, της Δεξιάς, η σαφής άνοδός της απέχει πολύ από μια άνετη νίκη που θα εξασφάλιζε καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές που θα διεξαχθούν μέχρι την άνοιξη του 2018. Όσες δημοσκοπήσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αν κάτι υποδηλώνουν είναι ότι μπορεί άλλοι πολιτικοί να έρχονται (Σαλβίνι), άλλοι να παρέρχονται (Τζεντιλόνι), κι άλλοι διαρκώς να επανέρχονται (Μπερλουσκόνι), η ιταλοποίηση ωστόσο του πολιτικού συστήματος με εφήμερες κυβερνήσεις και καιροσκοπικές συμμαχίες είναι διαρκώς παρούσα. Μάρτυρας τα ποσοστά αποδοχής ύψους 14% που κερδίζει κάθε ένα από τα δύο κόμματα της Δεξιάς, τα οποία συνεργάστηκαν άψογα στις δημοτικές εκλογές με κοινούς υποψηφίους, όταν το Δημοκρατικό Κόμμα εμφανίζεται να κερδίζει  28%, όσο και το Κίνημα των 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, το οποίο μοιράζεται ωστόσο με τα κόμματα της Δεξιάς την αντίθεση στο ευρώ, που είναι απόλυτη σε ό,τι αφορά την Λίγκα , φθάνοντας στο σημείο να ζητάει έξοδο από το ευρώ, και περισσότερο σχετική σε ό,τι αφορά τη Φόρτσα Ιτάλια που ζητά την εισαγωγή διπλού νομίσματος.

Τραπεζική διάσωση αλα Ιταλικά

Δεν είναι μόνο η Ισπανία, όπου μόλις πριν δύο εβδομάδες η τράπεζα Μπάνκο Σαταντέρ εξαγόρασε την Ποπουλάρ ακολουθώντας κατά γράμμα τους νέους κανόνες διάσωσης του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Ούτε η Ελλάδα που πραγματοποίησε την τρίτη και φαρμακερή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών άρον – άρον πριν τεθεί σε εφαρμογή το πλαίσιο εκ των έσω διάσωσης (bail in) την 1/1/2016. Για να μην πούμε για την Κύπρο όπου σε μια πρόβα τζενεράλε χρησιμοποιήθηκαν οι αποταμιεύσεις ανυποψίαστων καταθετών τον Μάρτιο του 2013, χωρίς καν να έχει ψηφιστεί το σχετικό πλαίσιο. Είναι και η Γερμανία που έμεινε άναυδη παρακολουθώντας την απόφαση της Ιταλίας να προχωρήσει στη διάσωση δύο περιφερειακών τραπεζών της (Βένετο Μπάνκα και Μπάνκα Ποπολάρε ντι Βιτσέντζα) αψηφώντας τους νέους κανόνες και δίνοντας κρατικό χρήμα, συνολικού ύψους 17 δισ. ευρώ.

Η Ιταλία, γράφοντας στα παλιότερα των υποδημάτων της τις σχετικές οδηγίες, που σε άλλες περιπτώσεις εμφανίζονται σαν σιδερένιοι νόμοι, μεταξύ δύο κακών επέλεξε το μικρότερο και αρνήθηκε να λειτουργήσει σαν καουμπόης, όπως εύστοχα σχολίασε στέλεχος της κεντρικής τράπεζας, υφαρπάζοντας καταθέσεις. Επιβεβαίωσε ωστόσο, ότι και στη ευρωζώνη οι νόμοι γράφονται για να παραβιάζονται…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

Advertisements