Διηγείται η «Νάντια»

Θέση: μπουφέ, σέρβις, λάντζα, ντελίβερι, βοηθός μάγειρα και το παιδί για τις εξωτερικές δουλειές

Ήταν περίπου τέλη του Απρίλη όταν ένα μήνυμα ήρθε στο κινητό μου από μια γνωστή μου (ας την πούμε Έφη) που έψαχνε εναγωνίως ένα άτομο για τη θέση του μπουφέ στο κατάστημα που η ίδια είχε αναλάβει την πρωινή βάρδια. Δούλευα ήδη 7 μήνες σε ένα κατάστημα burger και παρόλο που ήμουν αρκετά ικανοποιημένη σκεφτόμουν το ενδεχόμενο της παραίτησης, μιας και ο εργοδότης μου βρισκόταν υπό σκέψη για το οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης.

Έκλεισα λοιπόν ένα ραντεβού να μιλήσουμε με την Έφη για να μου πει τι ακριβώς χρειάζεται, τα ωράρια, να δω το κατάστημα κλπ.

Παρασκευή μεσημέρι περνούσα για πρώτη φορά το κατώφλι του μετέπειτα «μαρτυρίου» μου, ήταν ένας πολύ ζεστός χώρος στο κέντρο της Αθήνας. Το ωράριο που μου είχε πει μέσω τηλεφώνου ήταν 8-2 καθημερινά,εκτός σαββατοκύριακου όπου το κατάστημα παρέμενε κλειστό, το μεροκάματο στα 30€ και το πόστο η παρασκευή καφέ. Από κοντά τα πράγματα άλλαξαν λιγάκι, το ωράριο έγινε 12-6 γιατί είχε ήδη προσλάβει κάποιον για την πρωινή βάρδια και το μεροκάματο μειώθηκε κατά 5€. Όντας μητέρα ενός αγοριού 3 ετών, όπου τα πρωινά λείπει στον παιδικό σταθμό, δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα με την αλλαγή στο ωράριο και μιας και στην προηγούμενη δουλεία μου το ωράριό μου ήταν βραδινό -όπου και με είχε εξαντλήσει- το δέχτηκα. Το μόνο που ζήτησα ήταν 2 μέρες την εβδομάδα που δουλεύει και ο σύζυγος μου μέχρι τις 6, να πάρω την πρωινή βάρδια ούτως ώστε να προλαβαίνω το σχολικό που μου φέρνει το γιο μου. Δεν αντιμετώπισα πρόβλημα, το συζήτησα με τον πρωινό (ας τον πούμε Θάνο) και το δέχτηκε. Από Τρίτη ξεκινούσα.

 Τα προβλήματα δεν φάνηκαν εξαρχής μάλλον γιατί εγώ δεν ήθελα να τα δω.

Το πόστο μου τελικά δεν ήταν αποκλειστικά η παρασκευή καφέ αλλά και το σέρβις και το ντελίβερι και όσο περνούσε ο καιρός τα πόστα αυξάνονταν. Μετά από 2 μήνες εκεί (τόσο άντεξα) είχα φτάσει να δουλεύω ως μπουφέ, σέρβις, λάντζα, ντελίβερι, βοηθός μάγειρα και το παιδί για τις εξωτερικές δουλειές. Η πληρωμή μου θα γινόταν κάθε δεύτερη Παρασκευή. Στην πρώτη πληρωμή πήρα το μισό μισθό μου λέγοντάς μου ότι τα υπόλοιπα θα τα πάρω τη Δευτέρα, όπου πήρα το μισό του μισού που υπολειπόταν.

Το κατάστημα δεν ανήκε στην Έφη, εκείνη απλά το επινοικίαζε από εκείνον που το λειτουργούσε το βράδυ, συνεπώς ότι είχε να κάνει με συμβάσεις, ΙΚΑ κλπ ήταν στη δικαιοδοσία εκείνου όπου και κατά τη δική του κρίση θεώρησε πως θα έπρεπε να με ασφαλίσει για 2 ώρες τη βδομάδα αντί για 30 που εργαζόμουν κανονικά. Όταν έφερα αντίρρηση για τη συγκεκριμένη σύμβαση η απάντησή του ήταν «Ή την υπογράφεις ή φεύγεις». Τι να έκανα; Η ανάγκη γαρ, την υπέγραψα.

Μετά από ενάμιση μήνα στο κατάστημα τα μόνα χρήματα που είχα δει ήταν εκείνα τα μισά του μισού, το μισό, ώ μισό!

Τα νεύρα μου είχαν αρχίσει να χορεύουν κλακέτες και δεν μου έφταναν όλα όσα προανέφερα είχα και τον Θάνο, ο οποίος (παρόλο που δεν υπήρχε πελάτης που να μην πει πόσο άθλιο καφέ φτιάχνει) την είχε δει ο σούπερ barista και μου έκανε υποδείξεις. Δε θέλω να το παινευτώ ούτε να το παίξω φωτεινός παντογνώστης, αλλά αν μη τι άλλο, όταν ο καφές σου είναι αφρός ξυρίσματος και το αφρόγαλα πολυουρεθάνη, καλό θα ήταν να το κρατάς κλειστό το στοματάκι σου.

Είδα κι απόειδα λοιπόν και είπα να κάνω εγώ την αρχή και να ζητήσω, με όση ευγένεια μου είχε απομείνει και με τα νεύρα μου να κρέμονται από μια λεπτή κλωστή, τα χρωστούμενα μου ή έστω κάποιο μερίδιο από αυτά. Μιας και η μόνιμη δικαιολογία της Έφης ήταν ότι δεν είχε δουλειά το μαγαζί γι΄αυτό και δεν είχε τα χρήματα, αποφάσισα κι εγώ να της ανακοινώσω ότι εκεί δε βρισκόμουν ούτε για εθελοντική εργασία, ούτε για να εργαστώ με ποσοστά ούτε σαν συνέταιρος. Της έδωσα λοιπόν περιθώριο μια εβδομάδα για να μου ξεχρεώσει έστω το μισό ποσό από τα χρωστούμενα.

Η μία εβδομάδα πέρασε και η επόμενη κίνηση έγινε από εκείνη, ημέρα Παρασκευή, ζητώντας μου ένα λογαριασμό τραπέζης για να μου καταθέσει 500€, η κατάθεση δεν έγινε ποτέ. Τη Δευτέρα μου έδωσε 50€ λέγοντάς μου πως από εδώ και πέρα, κάθε μέρα, θα παίρνω 50€ δηλαδή το μεροκάματό μου και ένα μεροκάματο από τα χρωστούμενα. Ήταν και η μόνη φορά που πήρα αυτό το πόσο, τις επόμενες μέρες μου έδινε απλά το μεροκάματο της ίδιας ημέρας.

Άντεξα άλλες 3 ημέρες, με αποκορύφωμα την ημέρα που είδα να ξεχρεώνει υπέρογκα ποσά μπροστά στα μάτια μου σε προμηθευτές αλλά και στον Θάνο, αλλά σ’ εμένα τη δικαιολογία του «δεν έχω» επέμενε να τη στηρίζει.

Πάει λοιπόν και η υπομονή, πάνε και οι καλοί τρόποι, πάει και το χαμόγελο και τη θέση τους πήρε το μάτι μου που γυάλιζε.

Στις 6 τελείωνε η βάρδια μου, από τις 3 ήθελα να πετάξω ποδιά μαζί με χριστοπαναγίες και να σηκωθώ να φύγω, η κυρία όμως είχε θρονιαστεί σε ένα τραπέζι και μιλούσε με πελάτη. Αποφάσισε να σηκωθεί κατά τις 6 πάρα τέταρτο όπου και της ανακοίνωσα την παραίτηση μου λέγοντάς της ότι το αστειάκι αυτό παρατράβηξε και καλά θα κάνει να βρει άλλον καλοθελητή για τη θέση του μαλάκα. Η μόνη απάντηση που πήρα ήταν ένα ξερό «ΟΚ».

Μετά από αυτή την αξιομνημόνευτη εμπειρία νομίζω πως μπορώ να περηφανεύομαι σε κόσμο και ντουνιά για την υπομονή μου και να ευγνωμονώ τη γιόγκα για την ψυχραιμία μου.

Νάντια.

ifortheinterview

Advertisements