Της Φραγκίσκας Μεγαλούδη

Στα τέλη του 2013 βρέθηκα στην πόλη Τακλόμπαν στις Φιλιππίνες. Ήταν σχεδόν ένα μήνα μετά τον μεγαλύτερο τυφώνα που έπληξε τη χώρα τα τελευταία 100 χρόνια. Η παραλιακή αυτή πόλη, η δεύτερη πιο φτωχή στις κεντρικές Φιλιππίνες, είχε ισοπεδωθεί. Καθώς κοιτούσα τα γκρεμισμένα κτίρια, τους γεμάτους συντρίμμια δρόμους, σκεφτόμουν πως μόνο ένας εντατικός βομβαρδισμός θα μπορούσε να είχε προκαλέσει τέτοια καταστροφή. Όμως οι Φιλιππίνες δεν είχαν πόλεμο.
Αυτό που έβλεπα μπροστά μου δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το αποτέλεσμα του αόρατου «πολέμου» που έχει ξεκινήσει ο άνθρωπος εναντίον του πλανήτη που τον φιλοξενεί.

Ο τυφώνας Haiyan χτύπησε τις κεντρικές Φιλιππίνες τις βραδινές ώρες της 7ης Νοεμβρίου με ταχύτητα που έφτανε τα 315 χιλιόμετρα την ώρα. Στις 8 Νοεμβρίου έφτασε στην παραθαλάσσια πόλη Τακλόμπαν στο νησί Leyte, προκαλώντας στο πέρασμα του κύματα που έφταναν σε ύψος τα 8 μέτρα. Η θάλασσα σκέπασε την πόλη και όταν τα νερά υποχώρησαν το Τακλόμπαν είχε σχεδόν σβηστεί από το χάρτη. Πάνω από 6,500 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους εκείνη την ημέρα, αν και ποτέ κανείς δεν θα μάθει τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων. Τουλάχιστον 22,000 παραμένουν αγνοούμενοι μέχρι σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά.

Δεκάδες χιλιάδες εκτοπίστηκαν, καθώς η πλειοψηφία των κατοίκων έμενε σε ξύλινες κατασκευές στην ακτή της θάλασσας. Ήταν και οι πρώτοι που παρασύρθηκαν από τα γιγαντιαία κύματα. Η θάλασσα για μέρες ξέβραζε πνιγμένα παιδιά και ενήλικες, χιλιάδες παρέμειναν εγκλωβισμένοι στα συντρίμμια, ενώ τις πρώτες εβδομάδες συμμορίες έκαναν την εμφάνιση τους λεηλατώντας ότι είχε απομείνει όρθιο.

Όμως η τεράστια αυτή περιβαλλοντική καταστροφή δεν σταμάτησε εκεί. Ο τυφώνας κατέστρεψε 33 εκατομμύρια κοκοφοίνικες που αποτελούσαν το βασικό εισόδημα των κατοίκων του Leyte, στερώντας έτσι το εισόδημα από 3 εκατομμύρια αγρότες. Η καταστροφή ήταν τεράστια αν σκεφτεί κανείς ότι οι κοκοφοίνικες χρειάζονται τουλάχιστον επτά χρόνια για να αρχίσουν να παράγουν καρπούς ενώ η γη πρέπει να καθαριστεί προσεκτικά για να μπορέσει ο αγρότης να φυτέψει τα δέντρα. Οι κάτοικοι του Leyte στηρίζονται στο ξύλο και τον καρπό κοκοφοίνικα για να ζήσουν. Μετά τον τυφώνα κάποιες από τις εκατοντάδες μη κυβερνητικές οργανώσεις που κατέφτασαν στην περιοχή, έπεισαν τους κατοίκους να πουλήσουν το ξύλο από τις κατεστραμμένες φυτείες για να δοθεί ώθηση στην τοπική οικονομία. Όμως η υπερπροσφορά ξύλου είχε ως αποτέλεσμα να πέσουν δραματικά οι τιμές και οι αγρότες να χάσουν έτσι και την τελευταία τους ευκαιρία για κάποιο εισόδημα.

Τα συντρίμμια των κτιρίων που έπεσαν στην θάλασσα έδιωξαν τα ψάρια και κατέστρεψαν ιχθυοκαλλιέργειες και βάρκες. Σχεδόν όλοι οι ψαράδες της περιοχής πέρασαν μέσα σε μια νύχτα από την φτώχεια στην απόλυτη εξαθλίωση, εξαρτώμενοι από την ανθρωπιστική βοήθεια για να επιζήσουν. Για αρκετούς η μοναδική λύση για να θρέψουν τις οικογένειές τους ήταν η μετανάστευση. Δεκάδες χιλιάδες έφυγαν για να γίνουν εποχιακοί εργάτες ή οικιακοί βοηθοί σε πλούσιες αραβικές χώρες. Όσοι δεν τα κατάφεραν, εγκαταστάθηκαν στις παραγκουπόλεις της Μανίλα, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα.

Όμως ο τυφώνας Hayan δεν ήταν μια καταστροφή που θα μπορούσε απλά να εξηγηθεί από την μανία της φύσης. Στις αρχές του 2013, ο καθηγητής του ΜΙΤ Kerry Emanuel σε μελέτη που δημοσίευσε στο Proceedings of the National Academy of Sciences είχε προειδοποιήσει την διεθνή κοινότητα για την αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων στον Δυτικό Ειρηνικό λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Από το 1950 μέχρι σήμερα ο Ειρηνικός ωκεανός θερμάνθηκε 15 φορές γρηγορότερα από όσο έχει θερμανθεί συνολικά τα τελευταία 10,000 χρόνια ενώ μέσα στον 20ό αιώνα η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε κατά 18 εκατοστά. Οι Φιλιππίνες δέχονται κατά μέσο όρο 20 τυφώνες/τροπικούς κυκλώνες το χρόνο, όμως τα μετεωρολογικά στοιχεία δείχνουν πως από το 1947 μέχρι σήμερα η ταχύτητα των ανέμων που φέρουν οι τυφώνες έχει σχεδόν διπλασιαστεί ενώ η ένταση τους μεταξύ 1970 και 2008 αυξήθηκε κατά τουλάχιστον 10%. Ο Hayan ήταν ο τρίτος που χτύπησε το αρχιπέλαγος μέσα σε ένα χρόνο ενώ είχαν προηγηθεί επτά μεγάλοι κυκλώνες. Μόλις ένα χρόνο πριν, το 2012, ο τυφώνας Μπόφα είχε χτυπήσει την περιοχή Μιντανάο στις ν. Φιλιππίνες αφήνοντας πίσω του 2000 νεκρούς…

Αν και ο τυφώνας Hayan είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της κλιματικής αλλαγής, οι συνέπειές της δεν είναι πάντα τόσο εντυπωσιακά δραματικές. Στις περισσότερες περιπτώσεις η καταστροφή συμβαίνει σιωπηλά, έχει όμως τα ίδια φονικά αποτελέσματα.


Στο Τακλομπάν μετά τον τυφώνα (φωτογραφία της Φραγκίσκας Μεγαλούδη)

Ο σιωπηλός θάνατος του Μπαγκλαντές…

Την νεαρή Σοράνα την γνώρισα σε ένα σύντομο ταξίδι μου στη Ντάκα, μια πόλη 16 εκατομμυρίων ψυχών που συγκεντρώνει θαρρείς όλα τα κακώς κείμενα του πλανήτη. Στην Ντάκα δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος, κάθε τετραγωνικό δρόμου χρησιμοποιείται, οι άνθρωποι είναι παντού, παιδιά γυμνά σε τραβάνε από τα ρούχα, πολύχρωμα ρικσο σου κόβουν τον δρόμο, ζητιάνοι έρχονται πάνω σου, λιμουζίνες περνάνε ξυστά δίπλα σου και μια μυρωδιά από ούρα, ιδρώτα και τηγανητό φαγητό κολλάει στο δέρμα και τα μαλλιά σου. Με εξαίρεση τις πλούσιες συνοικίες, η πόλη μοιάζει με έναν απέραντο σκουπιδότοπο. Νεκρά ζώα επιπλέουν σε αυτοσχέδιες λιμνούλες από λύμματα και σωροί σκουπιδιών υπάρχουν σε κάθε γωνία.

Ανάμεσα στα σκουπίδια ζούσε η Σοράνα. Μικροκαμωμένη δεν έμοιαζε πάνω από 12 χρονών και δυσκολεύτηκα πολύ να πιστέψω ότι ήταν 17. Η ιστορία της ήταν τόσο κοινή που σχεδόν έμοιαζε κλισέ. Είχε γεννηθεί σε ένα χωριό στο δυτικό Μπαγκλαντές, δεν πήγε ποτέ σχολείο και από τα πέντε της δούλευε μαζί με τα αδέρφια της στα χωράφια.

Πρώτα ήταν οι κυκλώνες, κάθε χρονιά ήταν χειρότερη από την προηγούμενη. Μετά ήταν το αλμυρό νερό που εισχωρούσε στα χωράφια και κατέστρεφε τις καλλιέργειες. Η οικογένεια της Σοράνα αναγκαζόταν να δανείζεται χρήματα για να αγοράζει φυτοφάρμακα ελπίζοντας σε μια καλή σοδειά. To 89 % των αγροτών του Μπαγκλαντές χρησιμοποιεί δυνατά φυτοφάρμακα στις σοδειές τους, κάνοντας συχνά την παραγωγή επικίνδυνη για κατανάλωση. Οι εκπρόσωποι των εταιρειών γυρίζουν στα χωριά και πείθουν εύκολα τους περισσότερους αγρότες ότι όσο πιο δυνατό και ακριβό χημικό χρησιμοποιήσουν τόσο καλύτερη παραγωγή θα έχουν. Οι αγρότες δανείζονται χρήματα για να προμηθευτούν τα χημικά, μπαίνοντας έτσι σε ένα φαύλο κύκλο εξάρτησης και ανέχειας. Σύντομα η οικογένεια της Σοράνα πνίγηκε στα χρέη. Η γη τους ήταν άχρηστη για καλλιέργεια και η οικογένεια εκτοπίστηκε στη Ντάκα. Η μικρή Σοράνα πουλήθηκε σε κάποιον οίκο ανοχής και στα 17 της χρόνια εκπορνευόταν για 50 σεντς τον πελάτη στους δρόμους. Μια απλή καθημερινή ιστορία της Ντάκα…

Και όμως το Μπαγκλαντές, ενώ βουλιάζει στην κυριολεξία υπό το βάρος της κλιματικής αλλαγής, ευθύνεται μόνο για το 0,3% των αερίων που προκαλούν την υπερθέρμανση. Το 25% της επιφάνειας της χώρας βρίσκεται περίπου 2,50 μέτρα πάνω από το ύψος της θάλασσας ενώ τα 2/3 του Μπαγκλαντές είναι μόνο 5 μέτρα από τη στάθμη του νερού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η πλειοψηφία του πληθυσμού να συγκεντρώνεται στο δέλτα των ποταμών ή κοντά στις ακτές όπου η γόνιμη γη ήταν ιδανική για την καλλιέργεια. Τα τελευταία χρόνια όμως η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Η υπερθέρμανση του πλανήτη και το λιώσιμο των πάγων των Ιμαλαΐων έχει αυξήσει τις θερμοκρασίες της θάλασσας με αποτέλεσμα η στάθμη των νερών στο Μπαγκλαντές να ανεβαίνει γρηγορότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του πλανήτη πλημμυρίζοντας τις γόνιμες εκτάσεις με αλμυρό νερό. Παράλληλα ολόκληρες περιοχές της χώρας βουλιάζουν -μόνο το νησί Sadwip στην περιοχή Chittagong έχει χάσει το 90% της επιφάνειάς του.

Κάθε χρόνο 500,000 άνθρωποι εγκαταλείπουν τις αγροτικές περιοχές του Μπαγκλαντές για την πρωτεύουσα Ντάκα, όπου 3.5 εκατομμύρια ζουν σε άθλιες παραγκουπόλεις. Υπολογίζεται ότι μέσα στα επόμενα 60 χρόνια το 25% του Μπαγκλαντές θα βουλιάξει και τουλάχιστον 15 εκατομμύρια άνθρωποι- ενάμιση φορές ο πληθυσμός της Ελλάδας- θα αναγκαστούν να μεταναστεύσουν είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε στο εξωτερικό.

Η ιστορία μιας λίμνης…

Στην περιοχή της λεκάνης του Τσαντ στην Δυτική Αφρική, η κλιματική αλλαγή μετατρέπει σταδιακά την Λίμνη Τσαντ σε άμμο. Τα τελευταία 50 χρόνια η λίμνη έχει χάσει το 90% της επιφάνειάς της καταστρέφοντας τις ζωές 30 εκατομμυρίων ανθρώπων που εξαρτώνται από το νερό της λίμνης και τους βάλτους για να επιβιώσουν οι ίδιοι και τα ζώα τους. Η ευρύτερη λεκάνη της λίμνης βρίσκεται στην περιοχή του Σαχέλ, ανάμεσα στο Τσαντ, τον Νίγηρα και τη ΒΑ Νιγηρία. Παραδοσιακά, οι νομαδικές φυλές συνυπήρχαν ειρηνικά για αιώνες και διέσχιζαν τα σύνορα, ακολουθώντας τα κοπάδια τους. Οι περισσότεροι είχαν δεσμούς αίματος καθώς οι γάμοι μεταξύ των νομάδων ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και ένας τρόπος να διατηρείται η ισορροπία στην περιοχή. Χρειάστηκε μια βαθμιαία οικολογική καταστροφή και μια πολιτικοθρησκευτική διαμάχη για να καταστρέψει μέσα σε λίγες δεκαετίες τις ισορροπίες αιώνων.

Καθώς οι ντόπιες φυλές φτωχοποιούνται και ανταγωνίζονται για λίγο νερό και ελάχιστη γη να βοσκήσουν τα κοπάδια τους, το γεμάτο μίσος κήρυγμα των τζιχαντιστών της Μπόκο Χαραμ βρίσκει πρόσφορο έδαφος…

Αν και παραμένει αμφιλεγόμενο θέμα, όλο και πιο συχνά οι επιστήμονες συνδέουν την κλιματική αλλαγή με την εμφάνιση παραστρατιωτικών ομάδων και την αύξηση των εμφύλιων πολέμων. Το 2013 μια ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο Berkeley ανέλυσε μια σειρά από βίαιες διαμάχες σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, σε μια περίοδο που κάλυπτε τα τελευταία 10,000 χρόνια.

Αφού περιόρισαν τη μελέτη μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που υπήρχαν επιστημονικά δεδομένα, οι επιστήμονες κατέληξαν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της βίας και της κλιματικής αλλαγής. Μια πρόσφατη ανάλυση (2017) του γερμανικού think tank Climate Diplomacy, κατέληξε ότι αν και είναι δύσκολο στατιστικά να αποδειχθεί η άμεση σύνδεση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και πολεμικών συρράξεων, σε χώρες που η αγροτική οικονομία παίζει πρωτεύοντα ρόλο τα ακραία κλιματικά φαινόμενα προκαλούν συχνά βίαιες συγκρούσεις και πολιτική βία. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν ένας πόλεμος δεν είναι άμεση απόρροια της κλιματικής αλλαγής, η τελευταία παίζει σημαντικό ρόλο στην εντατικοποίηση των συγκρούσεων σε διάφορες περιοχές του πλανήτη.

Περιβαλλοντικοί πρόσφυγες;

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων θα εγκαταλείπει την πατρίδα του εξαιτίας των συνεπειών της περιβαλλοντικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής που ο άνθρωπος επιφέρει στον πλανήτη. Οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες μας χτυπάνε την πόρτα και η διεθνής κοινότητα παραμένει ανίκανη να αντιδράσει.

Και όμως, ενώ πολλά θα διαβάσει κανείς για το θέμα των «περιβαλλοντικών προσφύγων», οι άνθρωποι που εκτοπίζονται εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής δεν αναγνωρίζονται καν από το διεθνές δίκαιο και δεν υπάρχει κοινά αποδεκτός όρος για να περιγράψει το νομικό τους καθεστώς. Μπορεί οι διεθνείς οργανισμοί να αναγνωρίζουν το πρόβλημα, αλλά ακόμα δεν έχουν καταλήξει στο πώς θα το αντιμετωπίσουν.

Σε τι κατηγορία θα βάλουν τον φτωχό αγρότη από το Μπαγκλαντές του οποίου η γη δεν αποδίδει πια καθώς σταδιακά βουλιάζει μέσα στη θάλασσα; Είναι περιβαλλοντικός πρόσφυγας ή ένας απλός οικονομικός μετανάστης, από αυτούς που η διεθνής κοινότητα θέλει να μην υπάρχουν; Στους πόσους τυφώνες δικαιούσαι να εγκαταλείψεις την γη σου ώστε να θεωρηθείς πρόσφυγας και όχι μετανάστης;

Το 2015 η Ευρώπη ήρθε αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ενώ –μέσα στη γενικότερη υποκρισία– οι περισσότερες χώρες στάθηκαν σχετικά αλληλέγγυες στο δράμα των Σύρων προσφύγων, αγνόησαν και αγνοούν επιδεικτικά τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που προσπαθώντας να επιβιώσουν, εγκαταλείπουν τη γη τους που βουλιάζει, μολύνεται, καταστρέφεται από τυφώνες, γίνεται έρμαιο παραστρατιωτικών οργανώσεων ή πωλείται στο όνομα της «τουριστικής ανάπτυξης».

Μόνο τα τελευταία έξι χρόνια 140 εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους λόγω της κλιματικής αλλαγής. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Cornell έδειξε ότι μέσα στα επόμενα 40 χρόνια, 1.4 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη θα εκτοπιστούν και θα γίνουν πρόσφυγες λόγω της αύξησης της στάθμης της θάλασσας.

Και αν πιστεύουμε ότι η χώρα μας βρίσκεται πολύ μακριά από το Μπαγκλαντές, ίσως θα έπρεπε να το σκεφτούμε καλύτερα.

Η κλιματική αλλαγή «αγγίζει» και την Ελλάδα

«Η Μεσόγειος, και κατ’ επέκταση η Ελλάδα, θεωρείται περιοχή ιδιαίτερα ευάλωτη στην αλλαγή του κλίματος. Περισσότεροι καύσωνες κάθε χρόνο και αυξημένη νοσηρότητα στον πληθυσμό, περισσότερες και μεγαλύτερης έντασης πυρκαγιές, εξαφάνιση παραλιών και δριμύτατες επιπτώσεις στον τουρισμό, τη γεωργία και την οικονομία, είναι μερικές από τις αναμενόμενες επιπτώσεις για τη χώρα μας από την απότομη αύξηση της μέσης πλανητικής θερμοκρασίας τις επόμενες δεκαετίες» λέει ο Τακης Γρηγορίου, υπεύθυνος εκστρατείας για την ενέργεια και το κλίμα στο Ελληνικό Γραφείο της Greenpeace.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελληνική Οικονομία, η μέση θερμοκρασία στην Ελλάδα θα αυξηθεί κατά 2,5 βαθμούς, η βροχόπτωση θα μειωθεί κατά 12% ενώ η στάθμη της θάλασσας θα ανέβει κατά 20 με 59 εκατοστά. Τις δραματικές συνέπειες από την αλλαγή μπορούμε εύκολα να τις φανταστούμε όλοι.

«Το σημαντικό είναι ότι διαθέτουμε ακόμα ένα μικρό χρονικό περιθώριο αντίδρασης προκειμένου να αποφύγουμε τα χειρότερα σενάρια», λέει ο Τ. Γρηγορίου. «Η Ελλάδα οφείλει να συμβάλλει στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, υιοθετώντας τις εκκλήσεις της επιστήμης για γρήγορη απεξάρτηση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων ως τα μέσα του αιώνα».

Διαφορετικά θα είναι πολύ αργά…

tpp

Advertisements