Η συρρίκνωση των μη πολεμικών δαπανών και η γενναία αύξηση των πολεμικών κονδυλίων δεν περιορίζεται στο επόμενο δημοσιονομικό έτος, που για τις ΗΠΑ ξεκινά τον Οκτώβριο. Δεν είναι επομένως μια εξαίρεση. Αντίθετα, όπως δείχνουν οι προβλέψεις που είναι ενσωματωμένες στον κρατικό προϋπολογισμό του 2018, ο υδροκεφαλισμός της πολεμικής βιομηχανίας και του κράτους Μεγάλου Αδελφού θα συνεχιστεί σε όλη τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας. Αυτή τουλάχιστον είναι η πρόθεση του Λευκού Οίκου υπό την ηγεσία του Τραμπ. Έτσι όμως ανοίγει μια ολόκληρη εποχή αναταράξεων και πολέμων καθώς η πείρα δείχνει ότι ποτέ οι πολεμικές παραγγελίες δεν εξυπηρετούσαν εκθεσιακούς λόγους…

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Την πλήρη αποδόμηση των προεκλογικών εξαγγελιών του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί ο προϋπολογισμός που κατατέθηκε πριν λίγες εβδομάδες προς συζήτηση στα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ και πρόκειται να ισχύσει από τον Οκτώβριο, οπότε ξεκινάει το επόμενο δημοσιονομικό έτος.

Είναι ένας προϋπολογισμός που διαλύει και την πιο μικρή υποψία κοινωνικού κράτους που οικοδομήθηκε στις ΗΠΑ επί προέδρου Λίντον Τζόνσον κι έχει απομείνει μέχρι σήμερα. Είναι ένα κράτος πρόνοιας κατά κοινή ομολογία υποχρηματοδούμενο, απαρχαιωμένο και αναποτελεσματικό. Ακόμη κι αυτό ωστόσο καταστρέφεται για χάρη της πολεμικής βιομηχανίας που μετατρέπεται σε ελέφαντα στο δωμάτιο, απομυζώντας κάθε δολάριο, την ίδια ώρα που οι δαπάνες για το υπουργείο Άμυνας το νέο έτος θα καταγράψουν αύξηση ρεκόρ, που ξεπερνά το 10%!

Ας θυμηθούμε τι υποσχόταν επισήμως και δημόσια ο 45ος αμερικανός πρόεδρος και ας το αντιπαραβάλουμε με όσα θα φέρει ο νέος κρατικός προϋπολογισμός για το 2018 και την επόμενη δεκαετία καθώς το προσχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα περιλαμβάνει προβλέψεις για τα σημαντικότερα δημοσιονομικά μεγέθη μέχρι και για το 2027.

«Πρώτα η Αμερική» είχε εξαγγείλει ο Τραμπ

Ξεπερνώντας το γεγονός ότι οι πρώτοι που έκαναν σημαία τους το σύνθημα «Η Αμερική πρώτα» ήταν η ρατσιστική εγκληματική οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν ο Τραμπ υποσχόταν όπου βρισκόταν κι όπου τουίταρε πώς στο εξής προτεραιότητα θα έχουν οι ίδιοι οι Αμερικάνοι, οι απλοί πολίτες. Ουκ ολίγες φορές μάλιστα υποσχέθηκε και την αναδίπλωση στο εσωτερικό, ως μια μορφή τερματισμού της οικονομικής αιμορραγίας που προκαλούν οι πολεμικές εκστρατείες.

Απ’ ό,τι φαίνεται όμως η Αμερική που πάει μπροστά κατά τον Τραμπ μάλλον κατοικεί στα εργοστάσια της Lockheed Martin και της Raytheon που θα ευνοηθούν από την αύξηση των πολεμικών δαπανών από τα 521,8 δισ. δολ. σε 574,5 δισ. Αύξηση ύψους 52,7 δισ. δολ. σε ένα έτος μόνο!

Για να γίνει κατορθωτή η χρηματοδότηση της βιομηχανίας του πολέμου δεν έμεινε κανένα κονδύλι άθικτο απ’ όσα χρηματοδοτούν άμεσα ή έμμεσα την κοινωνική πολιτική. Στον πίνακα φαίνονται αναλυτικά οι περικοπές κατά υπουργείο. Εξ ίσου σοβαρές είναι ωστόσο και οι περικοπές κατά δημόσια υπηρεσία. Για παράδειγμα κάθετα μειώνονται οι δαπάνες για το Εθνικό Κληροδότημα για τις Τέχνες, το Εθνικό Κληροδότημα για τις Ανθρωπιστικές Σπουδές, την Εταιρεία για τις Δημόσιες Μεταδόσεις την αεροδιαστημική υπηρεσία NASA, την παροχή τροφίμων στους φτωχούς, και, μεταξύ πολλών άλλων, στην Εταιρεία Νομικών Υπηρεσιών που χρηματοδοτούσε τη νομική υποστήριξη άπορων μεταναστών, φυλακισμένων, κ.α.

Η αθρόα υποστήριξη των επιχειρηματικών συμφερόντων από τον Τραμπ θα οδηγήσει σε νέα ύψη τη φτώχεια. Η δεινή θέση της εργαζόμενης Αμερικής αποτυπώνεται σε έναν αλάνθαστο δείκτη: την έκταση του δανεισμού των νοικοκυριών που το πρώτο τρίμηνο του 2017 φθάνοντας τα 12,73 τρισ. δολ. ξεπέρασε για πρώτη φορά το ύψος – ρεκόρ που είχε φτάσει το τρίτο τρίμηνο του 2008. Οι τεχνικές αναλύσεις πίσω από την αύξηση αυτού του μεγέθους συνήθως διακρίνουν αισιοδοξία για την πορεία της οικονομίας. Ευφημισμοί! Πάντα η αύξηση του ιδιωτικού δανεισμού ήταν η άλλη όψη της μείωσης των εισοδημάτων και πορτοκαλί συναγερμός για τη δημιουργία φούσκας που αργά ή γρήγορα οδηγεί σε «διόρθωση». Με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα πτώσης των αξιών ώστε να εκτονωθεί η κρίση υπερσυσσώρευσης…

«Πλήγμα στην τραπεζοκρατία»

Πράγματι, οι νεοφιλελεύθεροι ευαγγελίζονται και υλοποιούν το μικρότερο κράτος, υπό έναν πολύ συγκεκριμένο όρο όμως: Συρρικνώνουν αυστηρά και μόνο εκείνες τις δραστηριότητες του κράτους που αφορούν την κοινωνία: Παιδεία, υγεία, αστική ανάπτυξη, κοκ. Οι άκρως επιλεκτικές τους περικοπές, αφήνουν σταθερά εκτός μειώσεων τα κονδύλια με τα οποία θρέφεται το περίφημο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Έτσι, στην πράξη δεν έχουμε να κάνουμε με μια συρρίκνωση του κράτους (αυτής της …μάστιγας θα πρόσθετε ένας γνήσιος νεοφιλελεύθερος) αλλά με την αλλαγή του χαρακτήρα του: Όλο και περισσότερο από κράτος που στόχο έχει να αμβλύνει τις κοινωνικές και εισοδηματικές αντιθέσεις μετατρέπεται σε κράτος χορηγό του ιδιωτικού τομέα. Με άλλα λόγια οξύνει τις αντιθέσεις…

Πάντα ωστόσο οι μειώσεις δαπανών έρχονταν να υπηρετήσουν κι ένα πολιτικό στόχο. Σχεδόν ποτέ η επιδίωξη δε σταμάταγε στις εκταμιεύσεις. Επιστρέφοντας στα δικά μας ας θυμηθούμε τις απολύσεις στο δημόσιο τομέα επί ΝΔ που ως στόχο είχαν, πέραν της μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων, τη δημιουργία επενδυτικών ευκαιριών για ιδιωτικές εταιρείες που θα πρόσφεραν ως εξωτερικοί συνεργάτες τις υπηρεσίες που κάλυπταν ως τότε πχ οι συντηρητές κτιρίων (υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κ.λπ.) ή οι γραμματείες στα πανεπιστήμια.

Στις ΗΠΑ του Τραμπ οι στόχοι είναι πολύ πιο φιλόδοξοι. Για παράδειγμα η μείωση των σχολικών δαπανών, την ίδια στιγμή που θα δοθούν 2,6 δισ. δολ. για την ανέγερση του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, είναι σίγουρο ότι θα υποβαθμίσει περαιτέρω τα δημόσια σχολεία προς όφελος των ιδιωτικών.

Επίσης, μια από τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών που παύει σχεδόν να χρηματοδοτείται είναι το Γραφείο Χρηματοοικονομικής Έρευνας. Πρόκειται για μια ανεξάρτητη υπηρεσία που δημιουργήθηκε μετά την κρίση του 2008 και εξοπλίστηκε με εποπτικά καθήκοντα και τη δέουσα ανεξαρτησία ώστε να ελέγχει τις τράπεζες. Με καναρίνι στο ορυχείο ή σαν ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης το περιέγραψαν με επιστολή τους προς τον Τραμπ Δημοκράτες και Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές που αποδοκίμασαν τη σχεδιαζόμενη οικονομική ασφυξία του γραφείου. Η αποδυνάμωσή του συμπίπτει χρονικά με τη συζητούμενη κατάργηση επί της ουσίας του νόμου Ντοτ Φρανκ ο οποίος υποτίθεται πώς θα έβαζε φρένο στη συγχώνευση του τομέα της επενδυτικής με τη λιανική τραπεζική, ώστε να περιοριστεί η κερδοσκοπία. Ήταν κι αυτό ένα από τα μέτρα που είχαν ψηφισθεί ώστε να μην επαναληφθούν Lehman Brothers. Αν ψηφιστεί η διακοπή της χρηματοδότησης αυτού του γραφείου πιθανά να μη χρειαστεί η κατάργηση του νόμου Ντοτ Φρανκ, καθώς πλέον θα λείπουν τα εργαλεία για να ελέγχεται η τραπεζοκρατία, την οποία υποτίθεται ότι εξέφραζε η υποψήφια των Δημοκρατικών, Χίλαρι Κλίντον, στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας το 2016. Ο Τραμπ επομένως που υποτίθεται ότι αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της «βαθιάς» εργαζόμενης Αμερικής, αυτής που πρωταγωνιστεί σχεδόν μονότονα στις ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ, είναι ο πρόεδρος που θα δώσει ξανά στις τράπεζες την ελευθερία δράσης που στερήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Πολύτιμη βοήθεια σε αυτή την αποστολή θα προσφέρει ο υπουργός Οικονομικών Στιβ Μινούχιν, που προέρχεται από την Goldman Sachs κι είναι ο 14ος στη σειρά υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ που προέρχεται από τις τράπεζες!

Μάννα εξ ουρανού για τις τράπεζες αποδείχθηκε και το περίφημο επενδυτικό πρόγραμμα με στόχο τον εκσυγχρονισμό των γερασμένων δημόσιων υποδομών. Ήταν μια εξαγγελία ύψους ακόμη κι 1 τρισ. δολ. το 2016, που ξύπναγε κεϋνσιανές μνήμες στήριξης της ενεργού ζήτησης. Φρούδες κι αυτές οι ελπίδες. Αυτό που έμεινε είναι 200 δισ. δολ. τα οποία θα μοχλευθούν μέσω συγχρηματοδοτούμενων έργων με τον ιδιωτικό τομέα ώστε να φτάσουν στο απαραίτητο ύψος. Έτσι όμως οι δημόσιες ως τώρα υποδομές, μετά τον εκσυγχρονισμό τους, θα γίνουν ιδιωτικές. Η χρηματιστικοποίηση μάλιστα της αμερικάνικης οικονομίας θα πάει πολλά βήματα παραπέρα καθώς οι τράπεζες θα αποκτήσουν στο εξής πρόσβαση σε γέφυρες, σχολεία και νοσοκομεία και μέσω αυτών απ’ ευθείας στο πορτοφόλι των πολιτών.

«Στο τιμόνι ο ρεαλισμός του επιχειρηματία»

Δεν είναι η χαρά. Είναι το πανηγύρι των αριθμών ο κρατικός προϋπολογισμός του 2018, καθώς όλες οι προβλέψεις που έχουν ενσωματωθεί προδιαγράφουν ένα μέλλον ρόδινο, απαλλαγμένο από κρίσεις, ακόμη και από οριακές μειώσεις του προϊόντος. Ο μικρότερος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ καταγράφεται στο τρέχον ημερολογιακό έτος και είναι μόλις 4,3%, ενώ από το 2021 και μετά, κάθε χρόνο αυξάνεται κατά 5,1%, για να φτάσει το 2027 το ΑΕΠ να ανέρχεται σε 31.439 δισ. δολ. Πρόκειται για δημιουργική λογιστική, χειρίστου μάλιστα είδους, καθώς ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, ούτε στο πρόσφατο ούτε στο απώτερο, η αμερικανική οικονομία δεν είχε ακολουθήσει τέτοιο πρότυπο ανάπτυξης.

Ο πρώτος προϋπολογισμός του Τραμπ δεν σόκαρε μόνο για την ωμή ταξικότητά του, καθώς για πρώτη φορά μεταβιβάζονται σε τέτοια κλίμακα πόροι από τους φτωχούς που είναι οι συνήθεις χρηματοδότες των δημόσιων οικονομικών, στους πλούσιους, αλλά και για την αυθαιρεσία των προβλέψεών του. Εδώ έχουμε μία ακόμη απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα καθώς ο Τραμπ που υποσχόταν ότι θα αφήσει οριστικά πίσω του τις αυθαιρεσίες των πολιτικών δίνοντας όλη την εξουσία στους τεχνοκράτες και τους επιχειρηματίες φτιάχνει έναν προϋπολογισμό βάσει του οποίου η αμερικανική οικονομία την επόμενη δεκαετία συνεχώς και αδιαλείπτως θα μεγεθύνεται. Πρόκειται για δημιουργική λογιστική και αποκυήματα φαντασίας.

Ζητούμενο από τον Λευκό Οίκο είναι η απόκρυψη της τεράστιας μαύρης τρύπας που θα προκαλέσει στα δημόσια έσοδα η προτεινόμενη μείωση του επιχειρηματικού φόρου από το 35% στο 15% κι ο διπλασιασμός της έκπτωσης φόρων που απολαμβάνουν τα φυσικά πρόσωπα. Οι προβλέψεις για αύξηση του ΑΕΠ κατά 5% ετησίως, όταν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα μόλις τον Μάρτιο προσγείωσε τις προβλέψεις στο 1,8% και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου στο 1,9% εξυπηρετούν την ισοσκέλιση του κρατικού προϋπολογισμού και την προβλεπόμενη μείωση του δημόσιου χρέους από 76,7% το 2018 στο 59,8% το 2027. Με άλλα λόγια συγκαλύπτουν τον υπό εξέλιξη δημοσιονομικό εκτροχιασμό που θα προκαλέσει η πολιτική παροχών στους πλουσίους του Τραμπ, επιβεβαιώνοντας έναν κανόνα που θέλει τις κυβερνήσεις των Ρεπουμπλικανών να πρωταγωνιστούν στους δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς και των Δημοκρατικών στη σταθεροποίηση…

Μέρος του άρθρου δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουνίου 2017 στην εφημερίδα Νέα

Advertisements