Tης Δήμητρας Μύριλλα

Το Νέο Μουσείο Ακρόπολης αποτελεί τη ναυαρχίδα της «νέας» τάσης (στην ουσία στρατηγικής πολιτικής απόφασης της Ε.Ε. και των ελληνικών κυβερνήσεων οποιασδήποτε κατεύθυνσης, κεντροδεξιάς, αριστεροκεντρώας, αριστεροδέξιας κλπ) στη διαχείριση των μουσείων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ως πρώτο παράδειγμα λειτουργίας με νομικό καθεστώς ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και αποκομμένο από την μήτρα που γεννάει το περιεχόμενο ενός μουσείου, δηλαδή τον αρχαιολογικό χώρο και κατ’ επέκταση την αρμόδια και εποπτεύουσα Εφορεία Αρχαιοτήτων. Καθώς, όμως, έχει περιβληθεί αυτό το ίδιο την αίγλη του μνημείου εξ αντανακλάσεως από το μνημείο που έχει ως αναφορά, δηλαδή τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, συχνά συμβαίνει κάθε απόπειρα κριτικής αξιολόγησης και πολιτικής ερμηνείας να αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση ως παρεκκλίνουσα, αν όχι αρτηριοσκληρωτική και αναχρονιστική.

Παράλληλα, η Ακρόπολη, θεωρούμενη συχνά από τις γραφίδες των συστημικών ΜΜΕ ως brand name (εμπορική ονομασία), δηλαδή ως προϊόν προς αγορά με τιμή, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μόνο όταν οι εργαζόμενοι  απεργούν και την κλείνουν και επομένως διαπράττουν «έγκλημα» καθοσιώσεως.

Ετσι, λοιπόν, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως ο,τι δήποτε αφορά στους εργαζόμενους (αρχαιολόγους, φύλακες αρχαιοτήτων, συντηρητές, τεχνίτες), τους εργασιακούς όρους και τα δικαιώματά τους, δεν συνιστά αντικείμενο άξιο σχολιασμού. Είναι λογικό. Εάν κανείς θεωρεί την Πολιτιστική Κληρονομιά, προϊόν εμπορεύσιμο μοιραία θα θεωρεί και τους εργαζόμενους που τη διακονούν «προϊόν» αναλώσιμο.

Το συμβάν  που κατήγγειλε το Πανελλήνιο Σωματείο Εκτακτου Προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισμού και έλαβε χώρα στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης, όπου έγκυος γυναίκα που εργαζόταν ως συμβασιούχος φύλακας αρχαιοτήτων και είχε τοποθετηθεί σε πόστο ακατάλληλο εμφάνισε επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της (βλ. σχετ. http://www.imerodromos.gr/ergatiko-atychhma-sto-neo-mousio-akropolis/), πέρα από το δυσάρεστο και εξοργιστικό του ίδιου του περιστατικού,  αναδεικνύει ταυτόχρονα και μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το καθεστώς εργασίας σε όλα τα πεδία  της προστασίας και διαχείρισης των μνημείων.

Το Υπουργείο Πολιτισμού και συνολικότερα το αρχαιολογικό έργο  είναι ένας μπαξές στον οποίο φυτρώνουν όλα τα φρούτα εργασιακών σχέσεων. Και αν πάρουμε στα σοβαρά  την έκφραση «ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας», τότε θα πρέπει και να ακριβολογήσουμε: πράγματι οι εργασιακές σχέσεις διαμορφώνονται με τους ίδιους εξαθλιωτικούς όρους και τον ίδιο βαθμό καταστρατήγησης θεμελιωδών δικαιωμάτων, που απαντούν στην ιδιωτική αγορά εργασίας.  Αλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, αρχαιολόγοι, συντηρητές, τεχνίτες ανασκαφών καλούνται να εργαστούν με διαφόρων ειδών συμβάσεις όχι μόνο στο ίδιο το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά και σε εργολάβους.

Ιδού ένας ενδεικτικών κατάλογος των μορφών εργασίας ή καλύτερα εργασιακής ομηρείας:

  • μαύρη, αδήλωτη, ανασφάλιστη εργασία.
  • «εθελοντική» απλήρωτη εργασία φοιτητών προπτυχιακών και μεταπτυχιακών -και όχι μόνο- στην αρχαιολογία, (για «συγκέντρωση εμπειρίας»).
  • 5μηνα και 8μηνα προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας» (τις πιο πολλές φορές τα οργανώνει ο ΟΑΕΔ) που ωφελούν μόνο τους εργοδότες των προγραμμάτων αυτών.
  • παράτυπες συμβάσεις εργασίας που προσφέρουν ορισμένες ΜΚΟ, χωρίς ένσημα, ασφάλιση, δικαίωμα σε άδειες.
  • εργασία κατ’ αποκοπή (με το κομμάτι!)
  • εργασία με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών.
  • εργασία με απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης.
  • ατομικές συμβάσεις ή συμφωνίες με ελεύθερη διαπραγμάτευση.

Αυτή, όμως, η εικόνα αποτελεί συγκοινωνούν δοχείο με την παράλληλη αντιμετώπιση του αρχαιολογικού έργου ως παρεμπίπτουσα κωλυσιεργία, παράπλευρη «αγγαρεία» και εμπόδιο στην ολοκλήρωση μεγάλων «αναπτυξιακών» έργων. «Αναπτυξιακά» έργα που εκτελούνται από μεγάλους εργολάβους, οι οποίοι, προσλαμβάνουν το προσωπικό που διενεργεί τις ανασκαφές και τελικά αποκτούν  το απόλυτο δικαίωμα στην καταστρατήγηση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων. Η λεηλασία του δημόσιου πλούτου και η συρρίκνωση κάθε έννοιας δημόσιου αγαθού, με την παράλληλη παράκαμψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας η οποία «κλειδώνεται» με σειρά διατάξεων σε νόμους των τελευταίων χρόνων, δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται και από ταυτόχρονη λεηλασία εργασιακών κεκτημένων. Η γιγαντιαίων διαστάσεων ανεργία μαζί με τη διογκούμενη υποχρηματοδότηση,  υποστελέχωση και απαξίωση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας σε ρόλο διεκπεραιωτή των «μεγάλων έργων» είναι το έδαφος για να καλλιεργούνται κάθε είδους εκβιασμοί και κλίμα τρομοκρατίας.  Προφανώς και μια Υπηρεσία που περιορίζεται στο ρόλο της γρήγορης διεκπεραίωσης των αρχαιολογικών «εμποδίων» (βλ. Ελληνικό) δεν έχει ανάγκη από περισσότερο μόνιμο προσωπικό. Αρκούν οι υπάρχοντες μόνιμοι υπάλληλοι, οι οποίοι διακτινίζονται σε διάφορες κατευθύνσεις, με πενιχρούς μισθούς και οδοιπορικά που βάζουν από την τσέπη τους.

Επομένως, μιλάμε για ένα «διπλό μέτωπο», όπως εξηγεί στον «Ημεροδρόμο» ο πρόεδρος του Σωματείου Εκτακτων Αρχαιολόγων (ΣΕΚΑ), Δημήτρης Κουφοβασίλης «Καταρχάς, ενάντια στα κρούσματα αυθαιρεσιών που εκδηλώνονται στην εργασιακή καθημερινότητά μας με χίλια πρόσωπα, ενάντια στην έμπρακτη αμφισβήτηση από την εργοδοτική πλευρά κάθε συμφωνίας και κεκτημένου των εκτάκτων αρχαιολόγων. Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν μεγάλα κομμάτια της ίδιας της υφιστάμενης νομοθεσίας, που στρέφονται ενάντια στην αρχαιολογία (έκτακτη και μη), ενάντια στο δικαίωμα στην εργασία, ενάντια στους σύγχρονους εργαζόμενους στον Πολιτισμό αλλά και στα αρχαία μνημεία».

Η απόλυση δύο συμβασιούχων αρχαιολόγων στο Μετρό Θεσσαλονίκης στις 12 Μαίου, μία μόλις μέρα μετά την επίσκεψη του υπουργού Μεταφορών και Υποδομών, Χρ. Σπίρτζη στα σκάμματα του Μετρό και τις απαξιωτικές και κυνικές δηλώσεις του για το έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, για τις οποίες μέχρι και σήμερα δεν έχει αντιδράσει η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ, είναι το πιο χαρακτηριστικό και πρόσφατο παράδειγμα για το πώς αντιμετωπίζεται το αρχαιολογικό έργο και οι εργαζόμενοι σε αυτό. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν ο εργολάβος του έργου να συμμορφώθηκε προς τις έμμεσες ή άμεσες υποδείξεις του υπουργού. Αλλά αυτό είναι απλώς  η αντεστραμμένη εικόνα. Η πραγματικότητα είναι ότι το πολιτικό προσωπικό συμμορφώνεται στις ανάγκες εργολάβων, κοινοπραξιών και «μάγων» της λεγόμενης ανάπτυξης.

Αλλά το Μετρό δεν διεκδικεί την αποκλειστικότητα. Τα κρούσματα ανοιχτής επίθεσης στα εργασιακά κεκτημένα αρχαιολόγων και γενικότερα εργαζόμενων στα αρχαιολογικά έργα τείνουν  να γίνουν καθεστώς. Ορισμένα από αυτά μας παραθέτει ο πρόεδρος το ΣΕΚΑ: «Στο έργο του ΤΑΡ (αγωγός που διέρχεται από 13 νομούς στη Βόρεια Ελλάδα) η Κοινοπραξία Bonnati – J&B ΑΒΑΞ ονόμασε «αδικαιολογήτως απόντες» τους εκτάκτους αρχαιολόγους και το λοιπό προσωπικό που δεν πήγε να εργαστεί σε …κλειστά (από την ίδια την εργοδοσία) εργοτάξια, κατά την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Μάλλον επιχείρησε με τον άκομψο αυτόν τρόπο να εξοικονομήσει ένα μεροκάματο. Με «αδικαιολόγητη απουσία» η Κοινοπραξία σημείωσε επίσης όλους τους συναδέλφους οι οποίοι δεν προσήλθαν στα εργοτάξια σε ημέρες απεργιών.

Ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων  Λέσβου πρόσφατα ενημέρωσε τους εργαζόμενους (επιστημονικό προσωπικό και εργατοτεχνίτες) στο Καβείριο Λήμνου ότι δεν πρόκειται να συνεχιστεί η συνεργασία λόγω άσχημου «εργασιακού κλίματος»(!). Η Εφορεία εισήγαγε νέο κριτήριο και προϋπόθεση εργασίας, αυτό του …ευχάριστου κλίματος!

Στο σημαντικό έργο της ψηφιοποίησης αρχαίων κινητών ευρημάτων της, το οποίο εξελίσσεται σε όλη την επικράτεια, δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα αρχαιολόγοι πολλών ταχυτήτων, και συγκεκριμένα τόσων όσες είναι και οι ιδιωτικές εταιρείες-εργολάβοι που ανέλαβαν  να υλοποιήσουν κομμάτια του προγράμματος. Κάποιες εταιρείες δεν δίνουν καν το αρχαιολογικό ένσημο, κάποιες άλλες εξασφαλίζουν στους συναδέλφους κάτι περισσότερο από το επίδομα του ΟΑΕΔ, ενώ υπάρχουν και εκείνες που δίνουν αμοιβή με το κομμάτι (πληρώνουν 1,5 ευρώ …μεικτά για κάθε μία καταγραφή αρχαίου αντικειμένου»!

Δεν εκπλήσσει καθόλου, λοιπόν, το γεγονός ότι ανάμεσα σε αγγελίες εφημερίδων για πωλήτριες, εργαζόμενους delivery κ.ά, εντοπίζονται και αγγελίες για αρχαιολόγους από ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες, φυσικά, θα προτιμήσουν εκείνους που θα είναι οικονομικότεροι και θα διαμαρτύρονται λιγότερο, καμπτόμενοι από το βάρος της ανεργίας και το φόβο της απόλυτης ανέχειας.

Ημεροδρόμος

Advertisements