Παρίσι, Ιούνιος 1946: Ο 23χρονος βασιλιάς της Καμπότζης Νοροντόμ Σιχανούκ επιθεωρεί γαλλικό άγημα.

Πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια, ο ινδός βραχμάνος Καμπού, ακολουθώντας ένα βέλος που είδε στον ύπνο του, έφτασε κάπου στην νοτιοανατολική Ασία ψάχνοντας γυναίκα. Εκεί συνάντησε την πριγκήπισσα Μέρα, την παντρεύτηκε και τα παιδιά τους πήραν το όνομα Κμερ (Καμπού+Μερα). Για να προικίσει την κόρη του, ο βασιλιάς πατέρας της ρούφηξε την θάλασσα και χάρισε την γη που αποκαλύφθηκε στο νιόπαντρο ζευγάρι. Ο Καμπού τον ευχαρίστησε και έδωσε στην περιοχή το όνομά του: Καμπούτσεα, Καμπότζη. Αυτά λέει ο μύθος. Αλλά και η πραγματικότητα λέει ότι τα παραθαλάσσια εδάφη της Ν.Α. Ασίας αποκαλύφθηκαν από το χαμήλωμα των νερών του ωκεανού, όπως λέει επίσης ότι οι Κμερ (ή Χμερ) είναι ένας από τους πιο παλιούς λαούς της περιοχής, καθώς βρίσκονται διαπιστωμένα εκεί τουλάχιστον εδώ και 4.000 χρόνια. Χρόνια στα οποία μεγαλούργησαν, κυρίως με την Αυτοκρατορία του Άνγκορ, που κράτησε από τον 9ο μέχρι τον 15ο αιώνα.

Όμως, ποιά σχέση έχουν όλα αυτά με την αφήγησή μας. Προσέξτε: στην Καμπότζη μεγαλουργούν οι αρχαίοι Κμερ, στο Λάος παράγουν πολιτισμό οι αρχαίοι Τάι και το Βιετνάμ έχει λόγους να καμαρώνει για την αρχαία αυτοκρατορία τού Αννάμ. Την εποχή που κάθε λαός ήταν στην ακμή του, άρπαζε κι ένα κομμάτι γης από τους γείτονές του, το οποίο το ξανάχανε όταν κάποιος γείτονας γινόταν ισχυρότερος. Με τέτοιο παρελθόν και το παρόν να είναι βουλιαγμένο στην πείνα και στους πολέμους, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί άνθισε σ’ ολόκληρη την Ινδοκίνα ο εθνικισμός. Ένας εθνικισμός που μόλυνε και τους κομμουνιστές και οδήγησε σύντομα (το 1951) το ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδοκίνας στην διάσπασή του σε Εργατικό Κόμμα Βιετνάμ, Λάο Ισσάρα και Καμποτζιανό Λαϊκό Επαναστατικό Κόμμα.

Εκείνη την εποχή, μερικοί καμποτζιανοί φοιτητές που σπουδάζουν στο Παρίσι, οργανώνονται σε μια μικρή αλλά ιδιαίτερα μαχητική μαρξιστική ομάδα, την Ένωση Φοιτητών Χμερ, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με το κομμουνιστικό κόμμα της πατρίδας τους. Ανάμεσά τους ο Σάλοτ Σαρ, ο Ιένγκ Σαρύ, ο Κιεού Σαμφάν, ο Χου Γιουόν και ο Σον Σεν. Το 1949 ο Σαρ και ο Σαρύ γίνονται μέλη του Κ.Κ.Γαλλίας και το 1951 ταξιδεύουν στο Ανατολικό Βερολίνο για να πάρουν μέρος σε ένα φεστιβάλ νεολαίας. Η επαφή τους με τους ανατολικογερμανούς κομμουνιστές τούς πείθει ότι μόνο με τον ένοπλο αγώνα μπορεί να έχει πιθανότητα νίκης οποιαδήποτε επανάσταση.

Στο μεταξύ, η Ένωση Φοιτητών Χμερ αριθμεί πάνω από 200 μέλη και η ηγετική της ομάδα αισθάνεται τόσο ισχυρή ώστε το 1952 στέλνει ανοιχτή επιστολή στον βασιλιά τής Καμπότζης Νοροντόμ Σιχανούκ, όπου τον αποκαλεί «στραγγαλιστή τής δημοκρατίας». Η γαλλική αστυνομία επεμβαίνει και διαλύει την Ένωση αλλά οι ηγέτες της την ξαναφτιάχνουν λίγο αργότερα.

Το 1953, χρονιά που φεύγουν οι γάλλοι από την Καμπότζη, ο Σάλοτ Σαρ επιστρέφει στην χώρα του και αρχίζει την προσπάθεια ένωσης των νόμιμων αριστερών κινημάτων με τις διάφορες παράνομες κομμουνιστικές ομάδες. Σιγά-σιγά μαζεύονται δίπλα του και οι υπόλοιποι σύντροφοί του από την Ένωση του Παρισιού, οι οποίοι φέρνουν μαζί τους την μαχητικότητα και την ορμή τους, στοιχεία τα οποία προσδίδουν στην νέα ομάδα ιδιαίτερη ισχύ. Μόνο που τώρα η παρέα δεν έχει ως συνδετική ουσία τον μαρξισμό αλλά τον εθνικισμό. Βασικός ιδεολογικός άξονάς της είναι η ανωτερότητα των καμποτζιανών έναντι των υπολοίπων λαών της περιοχής και η ανάγκη πλήρους αποδέσμευσης από την επιρροή τών βιετναμέζων.

Το 1960, η προσπάθεια του Σάλοτ Σαρ να ενωθούν όλες οι αριστερές και κομμουνιστικές ομάδες καρποφορεί και ιδρύεται το Εργατικό Κόμμα Καμπότζης (ΕΚΚ), με τον Σαρ και τον Σαρύ να καταλαμβάνουν δύο από τις πέντε θέσεις τού πολιτικού γραφείου (πολιτμπυρώ) του κόμματος. Το νέο κόμμα αποδύεται σε αγώνα για την ανατροπή τού Σιχανούκ ενώ τα μέλη τής κεντρικής του επιτροπής διασκορπίζονται στην επαρχία για να συστήσουν αντάρτικες ομάδες.

Το 1963 ο Σιχανούκ βρίσκει τρόπο να εξουδετερώσει το ΕΚΚ, το οποίο ήταν και η μόνη δύναμη που τον αντιπολιτευόταν. Αφού κάνει μια πομπώδη δήλωση κατά των ΗΠΑ και της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής, δίνει στην δημοσιότητα έναν κατάλογο με 34 ονόματα υψηλόβαθμων μελών του ΕΚΚ, καλώντας τους να πάρουν μέρος σε μια κυβέρνηση ενότητας, υπό την προϋπόθεση να υπογράψουν ότι τον δέχονται ως αρχηγό τού κράτους. Από τους 34, οι 32 δέχτηκαν την πρόσκληση και υπέγραψαν. Ο ένας από τους άλλους δυο ήταν ο Σάλοτ Σαρ, ο οποίος έμεινε αφεντικό στο κόμμα και συνέχισε την προσπάθεια δημιουργίας αντάρτικου στον καμποτζιανό βορρά.

Τον Απρίλιο του 1965 ο Σαρ πηγαίνει στο Ανόι, όπου ζητάει την βοήθεια των βιετναμέζων στην ανατροπή τού καθεστώτος Σιχανούκ. Ο Σιχανούκ το μαθαίνει και σπεύδει να παραγγείλει στους Βιέτ-Κονγκ ότι θα έχουν την βοήθειά του στην κατασκευή τού περίφημου «Μονοπατιού», κάτι που κάνει τους βιετναμέζους να κλείσουν την πόρτα στον Σαρ. Εκείνος επιστρέφει στην Καμπότζη χολωμένος αλλά και αποφασισμένος να προχωρήσει μόνος του. Μαζεύει όσα μέλη τής παλιάς του ομάδας είναι ακόμη διαθέσιμα, έρχεται σε επαφή και με κάποια από τα υπολείμματα τού ΕΚΚ και τον Σεπτέμβριο του 1966 οργανώνει ένα κοινό συνέδριο κατά το οποίο το ΕΚΚ μετονομάζεται σε Κομμουνιστικό Κόμμα Καμπότζης και πρωταρχικός σκοπός του ορίζεται η ανατροπή τού Σιχανούκ με κάθε τρόπο, ακόμη και με τα όπλα.

Το παράξενο είναι ότι οι σύνεδροι αποφάσισαν να κρατήσουν μυστική την μετονομασία του κόμματος και να κάνουν τις νέες στρατολογήσεις στο όνομα του -ανύπαρκτου πια- ΕΚΚ. Το πιθανώτερο είναι ότι ο Σαρ ήθελε μεν να χρησιμοποιήσει το κομμουνιστικό ιδεώδες ως συνδετική ουσία στην κορυφή τού κόμματος αλλά για τις πλατειές λαϊκές μάζες προτιμούσε να χρησιμοποιήσει τον εθνικισμό, ώστε να μπορεί να τις στρέψει όχι μόνο κατά των ΗΠΑ και του κολλητού τους Σιχανούκ αλλά και κατά των βιετναμέζων, οι οποίοι ήσαν κομμουνιστές. Όσο κι αν δεν αρνιόταν την περιστασιακή βοήθειά τους, ο εθνικιστής Σάλοτ Σαρ δεν μπορούσε να χωνέψει ότι κάποτε οι βιετναμέζοι απέσπασαν από τους προγόνους του την Κοχινκίνα.

Στις αρχές τού 1966, οι καμποτζιανές επαρχίες ξεσηκώθηκαν κατά του καθεστώτος λόγω της τιμής του ρυζιού. Όμως, ο ξεσηκωμός έπιασε το κόμμα στον ύπνο και δεν μπόρεσε να τον εκμεταλλευτεί. Αυτό ήταν απόδειξη ότι το κόμμα δεν είχε επαφή με τον λαό. Ο Σαρ διάλεξε έναν πρωτότυπο τρόπο για να μη την ξαναπατήσει έτσι: έπαψε να ασχολείται με το κόμμα και στράφηκε στην οργάνωση και ενίσχυση της δικής του ομάδας, όπου θα ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Θα έκανε μια καινούργια αρχή.

Κάπως έτσι, λοιπόν, στα πλαίσια αυτής της καινούργιας αρχής, κάπου στα μέσα του 1967 η ομάδα πήρε το όνομα Ερυθροί Χμερ και ο αρχηγός της υιοθέτησε το ψευδώνυμο Πολ Ποτ. Ο ίδιος δεν δικαιολόγησε ποτέ την επιλογή τού ψευδωνύμου του, καθώς «Πολ Ποτ» δεν σημαίνει τίποτε ούτε στην γλώσσα των Χμερ ούτε σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.

Η καινούργια αρχή δεν περιλάμβανε μόνο αλλαγές στα ονόματα της ομάδας και του αρχηγού. Το κεντρικό σχέδιο του Πολ Ποτ ήταν να δημιουργήσει έναν «λαϊκό στρατό», γιατί καταλάβαινε ότι ο Σιχανούκ μόνο με τα όπλα θα μπορούσε να ανατραπεί. Το σχέδιο μπήκε σύντομα σε λειτουργία…

cogito ergo sum

Advertisements