Ο «ό­ρος» Ε­πα­νά­στα­ση χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε πλα­τιά α­πό τους Πα­λαι­στί­νιους των στρα­το­πέ­δων, που την δέ­χθη­καν ό­πως ο δι­ψα­σμέ­νος το νε­ρό. Πολ­λοί θ’ αμ­φι­σβη­τή­σουν τον «ό­ρο», α­φού με την κα­θιε­ρω­μέ­νη έν­νοια της λέ­ξης δεν α­να­τρά­πη­κε κα­νέ­να κα­θε­στώς.

Εί­ναι ση­μα­ντι­κό, ό­μως, να πού­με ό­τι χρή­ση του ό­ρου Ε­πα­νά­στα­ση δεν ταυ­τί­στη­κε με τις ορ­γα­νω­τι­κές δο­μές, έ­νο­πλες ή μη, που συ­γκρο­τή­θη­καν. Πολ­λές φο­ρές χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ως συ­νώ­νυ­μο του έ­νο­πλου α­γώ­να, αλ­λά και ως σύμ­βο­λο ζω­ής και θυ­σί­ας, κα­θώς ε­πε­κτει­νό­ταν στο πα­ρελ­θόν για να ζω­ντα­νέ­ψει τους ξε­ση­κω­μούς που έ­γι­ναν στην Πα­λαι­στί­νη και για να δεί­ξει τον δρό­μο προς το μέλ­λον. Η κε­ντρι­κή θέ­ση που πή­ρε ο έ­νο­πλος α­γώ­νας ή­ταν α­πόρ­ροια της ι­στο­ρι­κής ε­μπει­ρί­ας των Πα­λαι­στί­νιων, που σ’ ό­λες τις τε­τα­μέ­νες πε­ριό­δους α­φο­πλί­ζο­νταν συ­στη­μα­τι­κά. «Αυ­τή η ε­μπει­ρί­α υ­πήρ­χε α­πό τα χρό­νια της βρε­τα­νι­κής κα­το­χής και ι­διαί­τε­ρα με­τά το ξέ­σπα­σμα της Ε­ξέ­γερ­σης του 1936. Την ί­δια ε­μπει­ρί­α εί­χαν και οι ξε­ρι­ζω­μέ­νοι στη γκούρ­μπα: ό­σοι α­πό τους φυ­γά­δες χω­ρι­κούς εί­χαν πά­νω τους ό­πλα, ό­ταν πέ­ρα­σαν τα σύ­νο­ρα προς τις ‘‘φι­λο­ξε­νού­σες’’ χώ­ρες, α­να­γκά­σθη­καν να τα πα­ρα­δώ­σουν. Στα στρα­τό­πε­δα δεν μπο­ρού­σαν να προ­μη­θεύ­ο­νται ή να κρύ­βουν ό­πλα». Έ­τσι η έλ­λει­ψη ό­πλων κα­τέ­λη­ξε να συμ­βο­λί­ζει, ό­χι μό­νο την α­πώ­λεια την Πα­λαι­στί­νης, αλ­λά και την κα­τά­πνι­ξη του α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού α­γώ­να α­πό τα α­ρα­βι­κά κρά­τη. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ό­τι ό­ταν τα χω­ριά της Δυ­τι­κής Ό­χθης χτυ­πή­θη­καν α­πό τους Ισ­ρα­η­λι­νούς πριν α­πό τον πό­λε­μο των έ­ξι η­με­ρών, ού­τε βο­η­θή­θη­καν α­πό τον ιορ­δα­νι­κό στρα­τό, ού­τε τους ε­πι­τρά­πη­κε να συ­γκρο­τή­σουν δι­κιά τους αυ­το­ά­μυ­να. Στην Συ­ρί­α τα στρα­τό­πε­δα δέ­χθη­καν ε­πι­θέ­σεις τό­σο α­πό τους Ισ­ρα­η­λι­νούς, ό­σο και α­πό τον συ­ρια­κό στρα­τό. Έ­τσι στη γκούρ­μπα κα­θη­λω­μέ­νοι στα στρα­τό­πε­δα οι Πα­λαι­στί­νιοι δεν μπο­ρού­σαν πια να ξε­σπούν, ό­πως προ­η­γου­μέ­νως, με ε­ξε­γέρ­σεις.

Λί­γοι λα­οί, λοι­πόν, α­φέ­θη­καν τό­σο συ­στη­μα­τι­κά α­βο­ή­θη­τοι α­πέ­να­ντι σ’ ε­πι­θέ­σεις τρί­των, ό­σο οι Πα­λαι­στί­νιοι, μ’ α­πο­τέ­λε­σμα το του­φέ­κι να γί­νει σύμ­βο­λο της α­να­κτη­μέ­νης ταυ­τό­τη­τας τους ως α­γω­νι­στών.

«Για την έ­ναρ­ξη της Ε­πα­νά­στα­σης α­να­φέ­ρο­νται διά­φο­ρες η­με­ρο­μη­νί­ες. Κα­τά την Φά­τεχ, χρο­νο­λο­γεί­ται πά­ντα α­πό την πρώ­τη α­να­κοι­νω­μέ­νη στρα­τιω­τι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση μέ­σα στην Πα­λαι­στί­νη, την 1 Ια­νουα­ρί­ου 1965. Έ­να δεύ­τε­ρο ο­ρό­ση­μο ή­ταν η μά­χη του Κα­ρα­μέχ τον Μάρ­τιο του 1968 που έ­κα­νε την Ιορ­δα­νί­α βά­ση της δρά­σης των α­νταρ­τών».

Στον Λί­βα­νο η Ε­πα­νά­στα­ση έ­φθα­σε μό­νο στους τε­λευ­ταί­ους μή­νες του 1969, αλ­λά σ’ ό­λες τις πε­ριο­χές, ο πό­λε­μος του 1967 έ­παι­ξε ε­ξί­σου α­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο, για­τί έ­κα­νε α­πο­λύ­τως ξε­κά­θα­ρο τον ρό­λο των α­ρα­βι­κών κρα­τών.

Το 1967 πολ­λές α­πό τις μι­κρές ο­μά­δες που εί­χαν συ­γκρο­τη­θεί στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 1960, εί­χαν ή­δη συγ­χω­νευ­θεί και η «Φά­τεχ» πρό­βα­λε ως η πιο ι­σχυ­ρή και, πα­ρό­τι αμ­φι­σβη­τή­θη­κε ι­διαί­τε­ρα μά­λι­στα α­πό το Λα­ϊ­κό Μέ­τω­πο για την Α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Πα­λαι­στί­νης, α­νέ­λα­βε την η­γε­σί­α της Ο­ΑΠ τον Φε­βρουά­ριο του 1969 ε­πι­βε­βαιώ­νο­ντας τον χα­ρα­κτή­ρα της ως ε­νός κόμ­μα­τος που πά­νω απ’ ό­λα ή­ταν ε­θνι­κι­στι­κό.

«Η Ο­ΑΠ πέ­ρα­σε ως έ­να βαθ­μό α­πό έ­να ε­πα­να­στα­τι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό με την Ε­θνο­συ­νέ­λευ­ση ν’ α­ντι­προ­σω­πεύ­ει τις α­ντι­στα­σια­κές ο­μά­δες και ό­χι γε­ω­γρα­φι­κές πε­ριο­χές και κοι­νω­νι­κούς το­μείς, ό­πως πρω­τύ­τε­ρα. Η Ε­κτε­λε­στι­κή Ε­πι­τρο­πή που ε­κλε­γό­ταν α­πό την Ε­θνο­συ­νέ­λευ­ση στις ε­τή­σιες συ­νό­δους της, πε­ριε­λάμ­βα­νε τώ­ρα α­ντι­προ­σώ­πους ό­λων των με­γά­λων α­ντι­στα­σια­κών ο­μά­δων, κα­θώς και με­ρι­κούς α­νε­ξάρ­τη­τους». Ταυ­τό­χρο­να υ­ιο­θέ­τη­σε την φρα­σε­ο­λο­γί­α και τις πρα­κτι­κές των ε­πα­να­στά­σε­ων στον λε­γό­με­νο τρί­το κό­σμο.

Τα α­ρα­βι­κά κρά­τη, βέ­βαια, ε­ξα­κο­λου­θού­σαν να χρη­σι­μο­ποιούν τον, ό­ποιας μορ­φής, α­γώ­να των Πα­λαι­στι­νί­ων για να δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νται με το ισ­ρα­η­λι­νό κρά­τος και βέ­βαια για τους με­τα­ξύ τους α­ντα­γω­νι­σμούς, χω­ρίς βέ­βαια να έ­χουν κα­μί­α διά­θε­ση να υ­πο­στη­ρί­ξουν έ­να α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να.

Έ­τσι α­γω­νι­στές των στρα­το­πέ­δων που κι­νού­νταν α­παλ­λαγ­μέ­νοι α­πό τον έ­λεγ­χο της Ο­ΑΠ, δεν την ε­μπι­στεύ­ο­νταν, ε­πει­δή ή­ταν ε­ξαρ­τη­μέ­νη α­πό τα α­ρα­βι­κά κρά­τη.

Το 1969 λοι­πόν στον Λί­βα­νο φου­ντώ­νουν μια σει­ρά α­πό συ­γκρού­σεις, ό­ταν το λι­βα­νέ­ζι­κο κα­θε­στώς βρέ­θη­κε α­ντι­μέ­τω­πο με τους φε­ντα­γήν του Ν. Λι­βά­νου, που εί­χαν την υ­πο­στή­ρι­ξη του λι­βα­νέ­ζι­κου α­γρο­τι­κού πλη­θυ­σμού, τους Πα­λαι­στί­νιους των στρα­το­πέ­δων και ση­μα­ντι­κά τμή­μα­τα του λι­βα­νέ­ζι­κου πλη­θυ­σμού των πα­ρά­κτιων πό­λε­ων. Έ­τσι γί­νο­νται πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι πρώ­τες βά­σεις των φε­ντα­γήν στον Νό­τιο Λί­βα­νο και οι πρώ­τες ε­πι­θέ­σεις σε ισ­ρα­η­λι­νούς κα­ταυ­λι­σμούς στην Γα­λι­λαί­α. Η πε­ριο­χή ε­ξα­σφά­λι­ζε, άλ­λω­στε, με­γά­λα πλε­ο­νε­κτή­μα­τα για α­ντάρ­τι­κη δρά­ση με τα βου­νά, σπη­λιές και πυ­κνές λόχ­μες και μ’ έ­ναν πλη­θυ­σμό που κρα­τιό­ταν στην ε­ξα­θλί­ω­ση. Η μαρ­τυ­ρί­α ε­νός λι­βα­νέ­ζου εί­ναι εν­δει­κτι­κή για την κοι­νές ε­μπει­ρί­ες και α­πό­ψεις που μοι­ρά­ζο­νταν με τους Πα­λαι­στί­νιους:

«Κα­τά­γο­μαι α­πό τα νό­τια, α­πό έ­να χω­ριό πά­νω στα σύ­νο­ρα της κα­τε­χό­με­νης Πα­λαι­στί­νης. Σαν τους Πα­λαι­στί­νιους, η οι­κο­γέ­νεια μου έ­φυ­γε απ’ το χω­ριό μας το 1949, για­τί οι Σιω­νι­στές έ­κα­ναν σφα­γές στη Χού­λα, έ­να χω­ριό κο­ντά στο δι­κό μας, ό­που σκό­τω­σαν κα­μιά ε­βδο­μη­ντα­ριά νέ­ους άν­δρες μέ­σα σ’ έ­να τζα­μί… Με­τά την Πα­λαι­στι­νια­κή Ε­πα­νά­στα­ση, το 1968, γυ­ρί­σα­με στο χω­ριό μας, για να ζή­σου­με ε­κεί με τους άλ­λους χω­ρια­νούς. Κα­θη­με­ρι­νά γι­νό­ντου­σαν ε­πι­χει­ρή­σεις των φε­ντα­γήν ε­να­ντί­ον των ε­χθρι­κών σιω­νι­στι­κών κα­ταυ­λι­σμών. Αυ­τό το γε­γο­νός προ­κά­λε­σε ε­πα­να­στα­τι­κή έ­ξα­ψη. Ε­κεί­νο τον και­ρό οι πό­ροι μας ή­ταν λι­γο­στοί και στη­ρι­ζό­μα­σταν στις προ­σφο­ρές του λα­ού… Ό­ταν κά­να­με νυ­χτε­ρι­νή πε­ρι­πο­λί­α, χτυ­πού­σα­με τις πόρ­τες περ­νώ­ντας μέ­σα α­πό τα χω­ριά και ο κό­σμος μας έ­δι­νε φα­γη­τό και για­τά­κι… Το 1969 έ­γι­ναν πολ­λές μά­χες α­νά­με­σα σε μας και τον λι­βα­νέ­ζι­κο στρα­τό, και τό­τε εί­ναι που εί­δα­με τους χω­ρι­κούς να ξε­ση­κώ­νο­νται ε­νά­ντια στον στρα­τό. Θυ­μά­μαι ι­διαί­τε­ρα το Μα­τζνέλ, ό­που ο στρα­τός πα­ρέ­τα­ξε γύ­ρω α­πό την κω­μό­πο­λη μια δύ­να­μη που υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι εί­χε το μέ­γε­θος τα­ξιαρ­χί­ας, για να πο­λιορ­κή­σει κα­μί­α ε­κα­το­στή φε­ντα­γήν. Οι κά­τοι­κοι έ­κα­ναν δια­δή­λω­ση ε­νά­ντια στον στρα­τό, προ­στα­τεύ­ο­ντας τους φε­ντα­γήν με τα ί­δια τους τα σώ­μα­τα».

Έ­τσι η δρά­ση των φε­ντα­γήν α­πο­τέ­λε­σε την α­φορ­μή ό­λων των δια­δη­λώ­σε­ων που έ­γι­ναν στα στρα­τό­πε­δα και στις πό­λεις αυ­τήν την χρο­νιά. Τον Α­πρί­λιο ο στρα­τός πο­λιορ­κεί το Μπι­ντ Τζμπε­ΐλ για να αιχ­μα­λω­τί­σει μια ο­μά­δα φε­ντα­γήν τους ο­ποί­ους οι κά­τοι­κοι αρ­νού­νταν να πα­ρα­δώ­σουν. Τε­λι­κά πα­ρα­δί­δο­νται μό­νοι τους ύ­στε­ρα α­πό α­πει­λές, ό­τι θα βομ­βαρ­δι­ζό­ταν η κω­μό­πο­λη.

Την εί­δη­ση της φυ­λά­κι­σης τους στην Τύ­ρο α­κο­λου­θούν αυ­θόρ­μη­τες δια­δη­λώ­σεις σε διά­φο­ρα στρα­τό­πε­δα τα ο­ποί­α ο στρα­τός πε­ρι­κυ­κλώ­νει με ταν­κς. Στο στρα­τό­πε­δο Αίν Χι­λουέχ σκο­τώ­νο­νται τέσ­σε­ρις μα­θη­τές και τραυ­μα­τί­ζο­νται εί­κο­σι, ε­νώ νε­κροί υ­πάρ­χουν και στις δια­δη­λώ­σεις που γί­νο­νται σ’ άλ­λες πε­ριο­χές στην Βη­ρυ­τό, στο Μαρ Ε­λιάς και αλ­λού.

Στην Βη­ρυ­τό κα­λεί­ται πο­ρεί­α για το α­πό­γευ­μα της 23ης Α­πρι­λί­ου στην ο­ποί­α υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι συμ­με­τεί­χαν δέ­κα με δώ­δε­κα χι­λιά­δες άν­θρω­ποι. Αυ­τό που συ­νέ­βη δεν εί­χε προ­η­γού­με­νο στην πράγ­μα­τι με­γά­λη ι­στο­ρία των δια­δη­λώ­σε­ων στον Λί­βα­νο:

«Έρ­χο­νταν με λε­ω­φο­ρεί­α ο­μά­δες α­πό τα βό­ρεια και τα νό­τια, απ’ ό­λα τα σχο­λεί­α και τα πα­νε­πι­στή­μια της Βη­ρυ­τού κι απ’ ό­λα τα στρα­τό­πε­δα της Βη­ρυ­τού, ε­κτός α­πό το Μπουρ­τζ αλ-Μπα­ρα­τζνέχ, που το εί­χε πε­ρι­σφί­ξει ο στρα­τός. Αρ­χί­σα­με να βα­δί­ζου­με στις 4.00 μ.μ. και δεν εί­χα­με δια­νύ­σει πά­νω α­πό 25 μέ­τρα, ό­ταν βρε­θή­κα­με α­ντι­μέ­τω­ποι με τις Δυ­νά­μεις Α­σφα­λεί­ας. Μας έ­ρι­ξαν δα­κρυ­γό­νες βόμ­βες και η πυ­ρο­σβε­στι­κή μας κα­τέ­βρε­ξε με κα­φτό νε­ρό… Σ’ ό­λο αυ­τό το διά­στη­μα ο κό­σμος φώ­να­ζε το σύν­θη­μα α­σί­φα, α­σί­φα!(*) Κά­θε φο­ρά που ξα­νάρ­χι­ζε η πο­ρεί­α, η α­στυ­νο­μί­α σκό­τω­νε πέ­ντε-έ­ξι δια­δη­λω­τές, ο­πό­τε οι δια­δη­λω­τές συ­γκε­ντρώ­νο­νταν ξα­νά στους πί­σω δρό­μους και ξα­νάρ­χι­ζαν. Οι δια­δη­λω­τές ή­ταν ά­ο­πλοι. Το μό­νο που εί­χα­με ή­ταν τέσ­σε­ρις-πέ­ντε ξύ­λι­νοι α­ρα­μπά­δες, που με­ρι­κοί τους χρη­σι­μο­ποιού­σαν ως α­σπί­δες, πα­ρό­λο που οι σφαί­ρες τους δια­περ­νού­σαν. Οι αρ­χές δεν ά­φη­ναν α­σθε­νο­φό­ρα να έρ­θουν στο πε­δί­ο της μά­χης κι ή­μα­σταν α­να­γκα­σμέ­νοι να κου­βα­λά­με τους τραυ­μα­τί­ες μό­νοι μας… Ό­χι λι­γό­τε­ρες α­πό πέ­ντε φο­ρές το πλή­θος γύ­ρι­σε πί­σω για να ε­πι­τε­θεί, ξέ­ρο­ντας πο­λύ κα­λά πως οι στρα­τιω­τι­κές δυ­νά­μεις που ή­ταν α­πέ­να­ντι του έ­κα­ναν α­δύ­να­τη την διέ­λευ­ση της πο­ρεί­ας. Αλ­λά η συλ­λο­γι­κή διά­θε­ση εί­χε φτά­σει σε τέ­τοια έ­ξαρ­ση ώ­στε, πα­ρό­λο που ο κό­σμος θα μπο­ρού­σε να φτά­σει στο κέ­ντρο της πό­λης α­πό άλ­λους δρό­μους, συ­νέ­χι­σε να ε­πι­στρέ­φει για να χτυ­πη­θεί με την α­στυ­νο­μί­α… Η διά­θε­ση του κό­σμου ε­κεί­νη την η­μέ­ρα ή­ταν τέ­τοια, ώ­στε ή­ταν έ­τοι­μος να συ­γκρου­σθεί α­κό­μα και με ταν­κς».

Ο κό­σμος πλέ­ον έ­βρα­ζε με­τά την πο­ρεία της 23ης Α­πρι­λί­ου. Δύ­ο μέ­ρες με­τά μ’ α­φορ­μή την κη­δεί­α ε­νός α­πό τους νε­κρούς οι δια­δη­λώ­σεις ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται, ε­νώ συ­νε­χί­ζο­νται και οι φοι­τη­τι­κές α­περ­γί­ες. Οι αρ­χές α­να­γκά­ζο­νται να α­πε­λευ­θε­ρώ­σουν τους φε­ντα­γήν για να κα­τευ­νά­σουν τα πνεύ­μα­τα. Ό­μως η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που εί­χαν να α­ντι­με­τω­πί­σουν πλέ­ον ή­ταν πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή τό­σο α­πό τον α­ριθ­μό των α­γω­νι­στών που βρί­σκο­νταν α­πέ­να­ντι τους, ό­σο και α­πό τον ο­πλι­σμό τους. Τους ε­πό­με­νους μή­νες η κοι­νω­νι­κή α­γα­νά­κτη­ση εκ­φρά­ζε­ται με α­να­τι­νά­ξεις πολ­λών κυ­βερ­νη­τι­κών κτι­ρί­ων.

Η 23η Α­πρι­λί­ου δεν ε­πέ­φε­ρε βέ­βαια κα­μί­α ά­τα­κτη υ­πο­χώ­ρη­ση α­πό την πλευ­ρά του λι­βα­νέ­ζι­κου κρά­τους το ο­ποί­ο ε­ξα­κο­λου­θού­σε να ε­λέγ­χει α­σφυ­κτι­κά τα στρα­τό­πε­δα προ­σφύ­γων, που ή­ταν πε­ρι­κυ­κλω­μέ­να α­πό ταν­κς. Ό­μως μια και­νούρ­για διά­θε­ση α­ψη­φι­σιάς και μια ελ­πί­δα εί­χε ο­πλί­σει τους αν­θρώ­πους που στέ­κο­νταν α­πέ­να­ντι στους πά­νο­πλους στρα­τιώ­τες.

Το Να­χρ αλ-Μπα­ρέ­ντ έ­να με­γά­λο στρα­τό­πε­δο βό­ρεια της Τρί­πο­λης ή­ταν το πρώ­το που α­πε­λευ­θε­ρώ­θη­κε. Στις 28 Αυ­γού­στου έ­ντε­κα μπά­τσοι ει­σέ­βα­λαν στο στρα­τό­πε­δο για να γκρε­μί­σουν έ­να γρα­φεί­ο της «Φά­τεχ», ό­μως κρα­τή­θη­καν ό­μη­ροι α­πό τους κα­τοί­κους. Η συ­νέ­χεια; «Έ­φε­ραν ταν­κς και ο στρα­τός προ­σπά­θη­σε να μπει μέ­σα στο στρα­τό­πε­δο. Ε­κεί­νη την η­μέ­ρα, που τη θυ­μό­μα­στε με πε­ρη­φά­νια, σύ­ρα­με έ­ξω τα λί­γα του­φέ­κια που εί­χα­με – ή­ταν έ­ντε­κα. Πο­λε­μή­σα­με κα­λά στην αρ­χή, με­τά ό­μως μας σώ­θη­καν τα πυ­ρο­μα­χι­κά. Κυ­κλο­φό­ρη­σε στο στρα­τό­πε­δο η φή­μη πως τα πυ­ρο­μα­χι­κά εί­χαν τε­λειώ­σει, και προ­σπα­θή­σα­με να κα­θη­συ­χά­σου­με τον κό­σμο λέ­γο­ντας του, πως θα ερ­χό­ταν βο­ή­θεια α­πό την Α­ντί­στα­ση. Αλ­λά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν ξέ­ρα­με αν θα ερ­χό­ταν. Το εκ­πλη­κτι­κό, ό­μως, ή­ταν πως ο κό­σμος ξα­νά­γι­νε αυ­τό που ή­ταν το 1948, προ­τι­μώ­ντας να πε­θά­νει πα­ρά να ζει τα­πει­νω­μέ­νος. Οι γυ­ναί­κες α­λά­λα­ζαν, για­τί ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που έ­βλε­παν του­φέ­κι να υ­πε­ρα­σπί­ζει το στρα­τό­πε­δο. Ή­ταν η πρώ­τη μά­χη που δεν χά­σα­με. Τα παι­διά ή­ταν α­νά­με­σα στους μα­χη­τές, μα­ζεύ­ο­ντας τους ά­δειους κά­λυ­κες, πα­ρό­λο που οι σφαί­ρες έ­πε­φταν σαν χα­λά­ζι. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που ο λα­ός κρα­τού­σε μα­χαί­ρια και ρα­βδιά και στε­κό­ταν μπρο­στά στα σπί­τια του, έ­τοι­μος να πο­λε­μή­σει».

Οι ε­νι­σχύ­σεις έρ­χο­νται πράγ­μα­τι την νύ­χτα και ο στρα­τός α­να­γκά­ζε­ται να α­πο­συρ­θεί για να ε­λευ­θε­ρω­θούν οι ό­μη­ροι, πα­ρό­τι α­παι­τού­σε να πα­ρα­δο­θούν οι «τα­ρα­χο­ποιοί». Η κα­τά­στα­ση πλέ­ον εί­ναι ε­κρη­κτι­κή σ’ ό­λη την χώ­ρα γε­γο­νός, που ε­μπό­δι­ζε μια ω­μή ε­πί­θε­ση ε­να­ντί­ον του στρα­το­πέ­δου. Σι­γά σι­γά και άλ­λα στρα­τό­πε­δα άρ­χι­σαν να ξε­ση­κώ­νο­νται ό­πως το Ρα­σι­ντέχ και το Μπούρ­τζ. Στο Να­χρ αλ-Μπα­ρέ­ντ μια ο­μά­δα φε­ντα­γήν που έ­χει μπει στο στρα­τό­πε­δο δί­νει μά­χη για τέσ­σε­ρις μέ­ρες με πο­λύ α­πλά ό­πλα και λι­γο­στά πο­λε­μο­φό­δια μ’ α­πο­τέ­λε­σμα να α­πε­λευ­θε­ρω­θεί το στρα­τό­πε­δο. Το ε­πό­με­νο στρα­τό­πε­δο ή­ταν το Ρα­σι­ντέχ και με­τά και απ’ αυ­τό το έ­να στρα­τό­πε­δο με­τά το άλ­λο α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­νταν και οι δυ­νά­μεις της κα­τα­πί­ε­σης α­πο­σύ­ρο­νταν. «Αυ­τό που βο­ή­θη­σε στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των στρα­το­πέ­δων ή­ταν ο βαθ­μός κι­νη­το­ποί­η­σης του λι­βα­νέ­ζι­κου πλη­θυ­σμού, που ε­μπό­δι­σε τις αρ­χές να χτυ­πή­σουν ά­γρια τα στρα­τό­πε­δα. Δεν ή­ταν οι δυ­νά­μεις που υ­πήρ­χαν μέ­σα στα στρα­τό­πε­δα ή η πο­σό­τη­τα των ό­πλων, αλ­λά η διά­θε­ση του κό­σμου και οι συ­νε­χείς δια­δη­λώ­σεις που πα­ρέ­λυ­σαν το κρά­τος… Στην Ιορ­δα­νί­α υ­πήρ­χαν ό­πλα, και στον Νό­τιο Λί­βα­νο, ε­πί­σης, αλ­λά στα στρα­τό­πε­δα ή­ταν πο­λύ λι­γο­στά.

» Θυ­μά­μαι πως στην εί­σο­δο του στρα­το­πέ­δου Σά­μπρα δεν υ­πήρ­χαν πα­ρα­πά­νω α­πό 4 πα­λιά αι­γυ­πτια­κά του­φέ­κια, αλ­λά κά­θε σπί­τι εί­χε φτιά­ξει μο­λό­τωφ. Ή­ταν α­πί­στευ­το πό­σο πολ­λές έ­φτια­χναν, κά­θε σπί­τι εί­χε 10 με 15 απ’ αυ­τές τις βόμ­βες».

Ε­κεί­νο το Σε­πτέμ­βρη α­πε­λευ­θε­ρώ­θη­καν ό­λα τα στρα­τό­πε­δα, ε­νώ στην Βη­ρυ­τό δια­δη­λω­τές ει­σέ­βα­λαν ε­πα­νει­λημ­μέ­να σε α­στυ­νο­μι­κά τμή­μα­τα α­πε­λευ­θέ­ρω­ναν κρα­του­μέ­νους και έ­παιρ­ναν ε­κα­το­ντά­δες ό­πλα για να τα στεί­λουν στα στρα­τό­πε­δα. Η λι­βα­νέ­ζι­κη κυ­βέρ­νη­ση ζη­τού­σε πλέ­ον α­πό την Ο.Α.Π. (που έ­σπευ­σε να βά­λει δι­κές της πι­να­κί­δες στους χώ­ρους που στέ­γα­ζαν το πε­ρί­φη­μο Δεύ­τε­ρο Γρα­φεί­ο σε κά­θε στρα­τό­πε­δο) να προ­στα­τέ­ψει τους α­στυ­νο­μι­κούς που α­πο­σύ­ρο­νταν α­πό τα στρα­τό­πε­δα.

Στα στρα­τό­πε­δα πλέ­ον η αί­σθη­ση της συλ­λο­γι­κής α­δυ­να­μί­ας, η μοι­ρο­λα­τρί­α, η κα­τή­φεια, ο κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νος αυ­το­σε­βα­σμός έ­δω­σαν την θέ­ση τους σε μια συλ­λο­γι­κή πε­ρη­φά­νια και α­νά­τα­ση, και σ’ έ­ναν ορ­γα­σμό δρα­στη­ριο­τή­των ό­που ό­λοι συμ­με­τεί­χαν: δη­μιουρ­γί­α παι­δι­κών σταθ­μών, μορ­φω­τι­κών κέ­ντρων, κα­θιέ­ρω­ση α­νοι­χτών συ­να­θροί­σε­ων, ό­που ο κα­θέ­νας μπο­ρού­σε να εκ­φρα­στεί ά­φο­βα και χω­ρίς λο­γο­κρι­σία.

«Αν και υ­πήρ­χαν ει­σο­δη­μα­τι­κές δια­φο­ρές α­νά­με­σα στις διά­φο­ρες οι­κο­γέ­νειες των στρα­το­πέ­δων, οι δια­φο­ρές αυ­τές δεν εί­χαν πα­γιω­θεί σε τα­ξι­κή δο­μή. Ε­πει­δή κα­νέ­νας δεν εί­χε πε­ριου­σί­α και κα­θέ­νας μοι­ρά­ζο­ταν τη «χα­μο­ζω­ή» των στρα­το­πέ­δων, ό­λοι εί­χαν το ί­διο εν­δια­φέ­ρον για μια ρι­ζι­κή αλ­λα­γή».

«Ο Πα­λαι­στί­νιος έ­νιω­θε με­τά την Ε­πα­νά­στα­ση πως ζει ξα­νά σαν φυ­σιο­λο­γι­κός άν­θρω­πος, έ­πει­τα α­πό μια ζω­ή γε­μά­τη ε­ξευ­τε­λι­σμούς…

» Ο κύ­κλος του φό­βου εί­χε σπά­σει, και τώ­ρα υ­πήρ­χε ορ­γα­σμός δρα­στη­ριό­τη­τας στα στρα­τό­πε­δα…

» Για ε­βδο­μά­δες με­τά ο κό­σμος δεν κοι­μό­ταν, απ’ την ευ­τυ­χί­α του που έ­βλε­πε τα νιά­τα να κρα­τά­νε ό­πλα για να λευ­τε­ρώ­σουν την πα­τρί­δα. Υ­πο­στή­ρι­ζαν ο­λό­ψυ­χα τους φε­ντα­γήν και το έ­δει­χναν φέρ­νο­ντάς τους φα­γη­τό, τσά­ι, κα­φέ…

» Πρω­τύ­τε­ρα, υ­πήρ­χε ο­λό­γυ­ρά μας έ­νας πο­λι­τι­κός και ι­δε­ο­λο­γι­κός κλοιός, τώ­ρα ό­μως το ρα­διό­φω­νο του στρα­το­πέ­δου έ­παι­ζε ε­πα­να­στα­τι­κά τρα­γού­δια και με­τέ­δι­δε ε­πα­να­στα­τι­κούς λό­γους. Στα σπί­τια, οι μη­τέ­ρες μι­λού­σαν ά­φο­βα με τα παι­διά τους για την Πα­λαι­στί­νη – αυ­τό άλ­λο­τε γι­νό­ταν μό­νο ψι­θυ­ρι­στά».

Α­κό­μα και οι κα­τα­δό­τες α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται με ή­πιο τρό­πο:

«Ο κα­θέ­νας μας ή­ξε­ρε ποιοι ή­ταν. Η Ε­πα­νά­στα­ση λοι­πόν τους μά­ζε­ψε και προ­σπά­θη­σε να τους πεί­σει πως αυ­τό που έ­κα­ναν ή­ταν ο­πι­σθο­δρο­μι­κό. Προ­σπα­θή­σα­με να τους διορ­θώ­σου­με και δεν τους φερ­θή­κα­με ά­γρια, γιατί τους έ­λει­πε η συ­νεί­δη­ση».

Οι λα­ϊ­κές ε­πι­τρο­πές που συ­γκρο­τή­θη­καν α­μέ­σως με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των στρα­το­πέ­δων αρ­χι­κά λει­τούρ­γη­σαν με ε­ντυ­πω­σια­κά α­ντι­ιε­ραρ­χι­κό τρό­πο: συ­γκέ­ντρω­σαν χρή­μα­τα, έ­σκα­ψαν πη­γά­δια, ε­γκα­τέ­στη­σαν σω­λή­νες ύ­δρευ­σης, συ­γκρό­τη­σαν συ­νοι­κια­κές ε­πι­τρο­πές για την δια­τή­ρη­ση της κα­θα­ρό­τη­τας των δρό­μων, άρ­χι­σαν να φτιά­χνουν μι­κρές βι­βλιο­θή­κες. Τα πραγ­μα­τι­κά κέ­ντρα ε­ξου­σί­ας στα στρα­τό­πε­δα ή­ταν τα γρα­φεί­α των α­ντι­στα­σια­κών ο­μά­δων που σαν κύ­ριο σκο­πό εί­χαν την στρα­το­λο­γί­α, πα­ρό­λο που στην προ­σπά­θεια τους να προ­σελ­κύ­σουν προ­χω­ρού­σαν σε κοι­νω­νι­κά έρ­γα αλ­λά δυ­στυ­χώς ε­κτός α­πό λί­γες ε­ξαι­ρέ­σεις τα ω­φε­λή­μα­τα καρ­πώ­νο­νταν τα μέ­λη τους και ό­χι ό­λοι οι κά­τοι­κοι των στρα­το­πέ­δων. Ο α­ντα­γω­νι­σμός με­τα­ξύ τους εί­χε σο­βα­ρές ε­πι­πτώ­σεις για­τί πολ­λές φο­ρές δεν εί­χε σχέ­ση με τα προ­βλή­μα­τα του κό­σμου. Ε­νώ ε­πί­σης ή­ταν υ­περ­βο­λι­κή η δια­φή­μι­ση των στρα­τιω­τι­κών εκ­παι­δευ­τι­κών προ­γραμ­μά­των.

Θα κλεί­σου­με με τα λό­για ε­νός η­λι­κιω­μέ­νου α­γω­νι­στή που συμ­με­τεί­χε στην Ε­ξέ­γερ­ση του 1936 που α­να­φέρ­θη­κε στην ορ­γά­νω­ση στα πα­λαι­στι­νια­κά χω­ριά:

«Α­κό­μα κι αν νιώ­θω πως δεν έ­χω κα­μιά δύ­να­μη, κα­νέ­ναν αρ­χη­γό να με ο­δη­γή­σει στον ξε­ση­κω­μό, έ­χω έ­ναν άλ­λο ο­δη­γό που εί­ναι η κα­τα­πί­ε­ση και η υ­πο­τα­γή. Η κα­τα­πί­ε­ση γεν­νά­ει μέ­σα στο αν­θρώ­πι­νο πλά­σμα τις με­θό­δους και την ι­δε­ο­λο­γί­α που χρειά­ζε­ται για να προ­ε­τοι­μά­σει τον δρό­μο της α­ντί­στα­σης, ε­νά­ντια στους κα­τα­πιε­στές του».

Συ­σπεί­ρω­ση Α­ναρ­χι­κών

*θύ­ελ­λα, ή­ταν αρ­χι­κά το ό­νο­μα που εί­χε δο­θεί στην στρα­τιω­τι­κή πτέ­ρυ­γα της Φά­τεχ.

** Οι πα­λαι­στί­νιοι συ­νη­θί­ζουν να ο­νο­μά­ζουν τις γε­νιές συ­σχε­τί­ζο­ντας τις με ι­στο­ρι­κές πε­ριό­δους. Έ­τσι, «Τζηλ φα­λα­στήν» εί­ναι η γε­νιά που δια­πλά­σθη­κε στην Πα­λαι­στί­νη, «Τζηλ αλ-νεκ­μπά» εί­ναι η γε­νιά που δια­πλά­σθη­κε στην Συμ­φο­ρά, «Τζηλ αλ-θά­ου­ρα» η γε­νιά της Ε­πα­νά­στα­σης του 1965.

Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο της Rosemary Sayigh Οι Παλαιστίνιοι από αγρότες επαναστάτες

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΊΑΣ, φ. 5, Ιούλιος-Αύγουστος 2002

anarchy press

Advertisements