Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Πλαίσιο συμβιβασμού για πλεονάσματα και χρέος που επιτρέπουν ένα «βραχύ» Μνημόνιο με το Ταμείο – Το θηριώδες πλεόνασμα του 2016 και η ξαφνική αισιοδοξία Σόιμπλε και Τόμσεν

Όπως εδώ και καιρό προαναγγέλλεται διθυραμβικά, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ και αναμένεται να επικυρώσει τη Δευτέρα η Eurostat ήταν πραγματικά θηριώδες: 3,9% του ΑΕΠ ή 6,9 δισ. ευρώ, με βάση τη μέθοδο μέτρησης της Eurostat. Tο κατά Μνημόνιο πλεόνασμα υπολογίζεται στο 4,19%, δηλαδή, υπεροκταπλάσιο του μνημονιακού στόχου 0,5% του ΑΕΠ και αρκετά κοντά στην τελευταία εκτίμηση του ΔΝΤ για 3,3%.

Στις υποσημειώσεις αυτού του «θριάμβου» κρύβεται η οδυνηρή αφαίμαξη στην οποία συστηματικά υποβάλλεται η οικονομία για να παραχθεί αυτό το πλεόνασμα: τα κρατικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 2,6 δισ. ευρώ, κυρίως από φορολογική επιβάρυνση, ενώ οι κρατικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 9 δισ. ευρώ, σχεδόν 10%.

Πλεονάσματα 3,5% μέχρι 5 χρόνια

Το θηριώδες πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 θεωρείται το βασικό όπλο με το οποίο έχει προσέλθει η κυβερνητική αποστολή στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον με την προσδοκία να επιτευχθεί συμβιβασμός ανάμεσα στην ηγεσία του Ταμείου και την ευρωπαϊκή τρόικα, αλλά κυρίως τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών.

Αντικείμενο της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού που θα επιτρέψει οριστικό κλείσιμο της αξιολόγησης στο Eurogroup της 22 Μαΐου είναι, φυσικά, τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και το ύψος και η διάρκεια των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018. Το ΔΝΤ κατέστησε με την τελευταία έκθεσή του, αλλά και με τις δηλώσεις τις Κριστίν Λαγκάρντ, ότι αυτό που κατά το Ταμείο είναι ιδεατή λύση στη σχέση πλεονάσματα-ελάφρυνση χρέους είναι ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,5% για τα επόμενα χρόνια (όχι περισσότερα από πέντε, που αντιστοιχούν πιθανότατα στην προθεσμία αποπληρωμής του μικρού δανείου με το οποίο προτίθεται να συμμετάσχει στο τρίτο Μνημόνιο) και, με βάση αυτή την παραδοχή, να γίνει αντιστρόφως ανάλογη παρέμβαση στο χρέος, με επιμήκυνση και σταθεροποίηση (τουλάχιστον) επιτοκίων.

Σ’ αυτό το ζήτημα καταγράφηκε και το «παράδοξο» εκ πρώτης όψεως φαινόμενο ο σταθερά καχύποπτος, αν όχι εντελώς αρνητικός, απέναντι στην αξιοπιστία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ Β. Σόιμπλε να υπερασπίζεται τις «ρεαλιστικότερες εκτιμήσεις της» έναντι αυτών του ΔΝΤ. Φυσικά, έχει γίνει παροιμιώδης η -στην πραγματικότητα σκόπιμη- αστοχία του ΔΝΤ στις προβλέψεις για την απόδοση της μνημονιακής προσαρμογής στην Ελλάδα. Αλλά στην περίπτωση αυτή ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών απλώς αποκρούει την απαίτηση του ΔΝΤ για χαμηλό πλεόνασμα και επικαλείται τη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης να συμβιβαστεί στο τερατώδες 3,5% τον χρόνο, αλλά για διάρκεια όχι πάνω από 3-5 χρόνια.

Σ’ αυτή την εξ αποστάσεως ήπια αντιπαράθεση Σόιμπλε-Λαγκάρντ, που στην Ουάσιγκτον ήδη διεξάγεται από κοντά, κρύβεται και ο εκκολαπτόμενος συμβιβασμός ΔΝΤ–Βερολίνου σε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 ή 2023 με το επιπλέον επιχείρημα ότι το αποδέχεται και η ελληνική κυβέρνηση. Τον περιέγραψε αρκετά καθαρά ο Πολ Τόμσεν στην Ουάσιγκτον, απρόσμενα αισιόδοξος για τελική συμφωνία, με μόνη υποσημείωση ότι η αποδοχή τόσο υψηλού πλεονάσματος κόβει αναγκαστικά από την ανάπτυξη.

Εκλογικό δώρο στον Σόιμπλε

Είναι, όμως, ασαφές πώς αυτός ο συμβιβασμός θα επηρεάσει το δεύτερο σκέλος της διαπραγμάτευσης, την παρέμβαση στο χρέος. Σ’ αυτό το πεδίο το ΔΝΤ έκανε ένα βήμα προσέγγισης στην τελευταία έκθεσή του (Fiscal Monitor) που δόθηκε στη δημοσιότητα ενόψει της εαρινής συνόδου του: προέβλεψε αποκλιμάκωση του χρέους στο 162% του ΑΕΠ το 2022, επίπεδο που είναι πολύ βελτιωμένο σε σχέση με τις εφιαλτικές προβλέψεις που είχε κάνει τον περασμένο Φλεβάρη.

Με βάση αυτή την εκτίμηση, που περιλαμβάνει μόνο τα βραχυπρόθεσμα, και ήδη ενεργοποιημένα, μέτρα του ESM, το εύρος των μεσοπρόθεσμων μέτρων στο χρέος περιορίζεται αισθητά. Γιατί άραγε το ΔΝΤ, που με κάθε ευκαιρία θυμίζει ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο χωρίς γενναία ελάφρυνση, κάνει αυτή τη «διευκόλυνση»; Το πιθανότερο είναι ότι το Ταμείο, με τις ευλογίες ή την ανοχή και της αμερικανικής κυβέρνησης, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν, προσανατολίζεται σε ένα μικρό και σύντομης διάρκειας δανειακό πρόγραμμα προς την Ελλάδα, αλλά και με σύντομη αποπληρωμή, σε διάστημα το πολύ τριών ετών.

Αν, λοιπόν, η εξόφλησή του είναι «εγγυημένη» μπορεί να περιορίσει την εκτίμησή του για τη βιωσιμότητα του χρέους στην περίοδο ενδιαφέροντός του, αδιαφορώντας εμμέσως για το τι θα συμβεί το 2040 ή το 2060. Στην πραγματικότητα, ο όποιος δανεισμός του ΔΝΤ προς την Ελλάδα εξαντλεί τον ρόλο του στη διευκόλυνση της προεκλογικής καμπάνιας των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών, και ειδικά στο σκέλος που έχει αναλάβει ο Β. Σόιμπλε, να καθησυχάσει, δηλαδή, τους ψηφοφόρους ότι το ΔΝΤ θα μείνει στο ελληνικό πρόγραμμα και δεν θα κοστίσει τίποτε περισσότερο στους φορολογούμενους.

Το «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο»

Σ’ αυτή τη συναλλαγή εδράζεται η βεβαιότητα που εκφράζει η κυβέρνηση ότι το ΔΝΤ θα συμμετάσχει στο Μνημόνιο με ένα περίπου μονοετές πρόγραμμα δανεισμού και με ένα ξεχωριστό Μνημόνιο (MEFP) που θα λήγει περίπου ταυτόχρονα με το πρόγραμμα του ESM (για Αύγουστο του 2018 έκανε λόγο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος).

Είναι άραγε τυχαία η χρονολογική αναφορά; Είναι απλώς μια διατύπωση ευχής, ώστε να αφοπλιστεί η επιχειρηματολογία της Ν.Δ. ότι το MEFP με το ΔΝΤ είναι ήδη το 4ο Μνημόνιο, που θα εκτείνεται μέχρι το 2020, μέσω των δεσμεύσεων για μέτρα 2% του ΑΕΠ; Οι δεσμεύσεις είναι ήδη δεδομένες και σύντομα θα ψηφιστούν, αλλά η προσδοκία για ένα βραχύ μνημόνιο με το ΔΝΤ φαίνεται ότι δεν είναι άσχετη με τη νέα παρέμβαση Σόιμπλε υπέρ της μετεξέλιξης του ESM σε «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο». Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα, το είχε θέσει ξανά τον περασμένο Ιανουάριο. Με τη διαφορά ότι τότε αναφερόταν σε κάτι μακροπρόθεσμο, ενώ τώρα το προέβαλε ως άμεσης προοπτικής αλλαγή: «Είναι πιθανό ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) να μετατραπεί στο ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο βραχυπρόθεσμα».

Το «βραχυπρόθεσμα» κάνει τη διαφορά και δηλώνει μια αλλαγή στις προτεραιότητες της γερμανικής ηγεσίας. Η αλλαγή προφανώς παίρνει σοβαρά υπόψη την εξαιρετικά προβληματική ελληνική εμπειρία, στην οποία κατά κάποιο τρόπο παγιδεύτηκε και η γερμανική ηγεσία με την εμμονή στη συμμετοχή του ΔΝΤ (η πατρότητα της οποίας ανήκει στη Μέρκελ και όχι στον Σόιμπλε). Αλλά σχετίζεται και με τη γερμανική στρατηγική μετασχηματισμού και ολοκλήρωσης της Ευρωζώνης σε οικονομική ένωση.

Ως γνωστόν, διατυπωμένη φιλοδοξία του Β. Σόιμπλε είναι να συγκεντρωθεί στον ESM όχι μόνο ο ρόλος του έσχατου δανειστή για κράτη και τράπεζες της Ευρωζώνης, αλλά και η επιτήρηση των προϋπολογισμών και των οικονομικών πολιτικών των κρατών του ευρώ. Ο ESM θα μπορούσε να είναι η «ανεξάρτητη αρχή» που θα αναλάβει τη διαρκή επιτήρηση, αντί της «πολιτικής» και ευάλωτης Κομισιόν που έχει σήμερα τον ρόλο αυτό. Το ΔΝΤ, προφανώς, θεωρείται όχι απλώς περιττό, αλλά και «ξένο» προς αυτή τη διεργασία. Το επόμενο ερώτημα είναι αν αυτή η νέα στρατηγική του Βερολίνου θα έχει επαρκή υποστήριξη μεταξύ των 19 της Ευρωζώνης. Και σ’ αυτό το πεδίο κρίσιμο ρόλο θα παίξουν οι γαλλικές προεδρικές εκλογές. Είναι γνωστό ότι η γερμανική ηγεσία -και μάλιστα διακομματικά- επενδύει στον «κεντρώο» Μακρόν και απεύχεται μια δυσάρεστη έκπληξη στον αυριανό πρώτο γύρο που θα ακυρώσει την «επένδυση» αυτή.

Δρόμος της Αριστεράς