Η τακτική μηνιαία συνεδρίαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας είχε προγραμματιστεί για την Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2001. Η συγκεκριμένη συνεδρίαση αναμενόταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μιας και σ’ αυτή θα έμπαινε προς συζήτηση το πρόγραμμα για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στρατιωτική ηγεσία τής χώρας δεν έκρυβε πως θα επιχειρούσε να μπλοκάρει την διαδικασία, προτάσσοντας το ζήτημα της διαφθοράς των πολιτικών και χρησιμοποιώντας ως βασικό όπλο τον φάκελλο «Λευκή Ενέργεια» με τα ευρήματα για τον Γιλμάζ.

Ο Ετζεβίτ πήγε στην συνεδρίαση με την κρυφή ελπίδα ότι, στην κόντρα του με τους στρατιωτικούς, θα είχε ως συμπαραστάτη τον πρόεδρο της χώρας, τον μετριοπαθή συντηρητικό νομικό Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ. Όμως, εκεί τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Μόλις άρχισε η συνεδρίαση, ο Σεζέρ αποφάσισε να πάρει την μπουκιά από το στόμα των στρατιωτικών και έστησε ο ίδιος στον τοίχο τον Ετζεβίτ, βάζοντας το θέμα τής διαφθοράς των συνεργατών του. Ο Ετζεβίτ αιφνιδιάστηκε και εκνευρίστηκε, η συζήτησε οξύνθηκε και ξέφυγε, ώσπου ο πρωθυπουργός αποχώρησε από την συνεδρίαση.

Ίσως η φουρτούνα να είχε καταλαγιάσει αν δεν αναλάμβαναν τα μέσα ενημέρωσης να ρίξουν λάδι στην φωτιά μεγαλοποιώντας την κατάσταση. Ο μεν συμπολιτευόμενος τύπος κατήγγειλε την σύμπνοια προέδρου – στρατιωτικών, επισείοντας τον κίνδυνο ανάμειξης των ενόπλων δυνάμεων στην δικαυβέρνηση της χώρας, ο δε αντιπολιτευόμενος στιγμάτιζε την διαφθορά της κυβέρνησης και την ανικανότητά της. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ανοιχτή επίθεση Μπαχτσελί κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την καταρράκωση του κύρους τού Γιλμάζ, απετέλεσαν ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο τίναξε στον αέρα την ήδη πληγωμένη οικονομία τής χώρας. Η σύγκρουση στην κορυφή της ηγεσίας έπεισε τις αγορές ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να πάρει τα μέτρα που απαιτούσε η οικονομία.

Την επόμενη μέρα, 20 Φεβρουαρίου, άρχισε η κατάρρευση του χρηματιστηρίου και η κατρακύλα τής τουρκικής λίρας, της οποίας η ισοτιμία με το δολλάριο εκτινάχτηκε από τις 690.000 στις 850.000 λίρες μέσα σε δυο μέρες. Μεσα σε 24 ώρες το τραπεζικό σύστημα έφθασε σε αδιέξοδο. Το μεσημέρι τής Τρίτης, δυο μεγάλες κρατικές τράπεζες, η Ζιραάτ και η Χαλκ, έβγαλαν ανακοινώσεις ότι αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους. Την ίδια μέρα, το επιτόκιο στον πλειστηριασμό των χρεωγράφων του δημοσίου σκαρφάλωσαν στο θεότρελο 144%, ήτοι σε διπλάσιο ποσοστό από εκείνο του προηγούμενου πλειστηριασμού που είχε γίνει δυο βδομάδες νωρίτερα. Όμως, παρά την εξαιρετικά υψηλή απόδοση, ο πλειστηριασμός δεν κάλυψε το σύνολο του ποσού που ζητούσε το τουρκικό υπουργείο οικονομικών.

Μέχρι το βράδυ τής Τετάρτης όλες οι χρηματοοικονομικές λειτουργίες στην χώρα σταμάτησαν. Σε μια ύστατη προσπάθεια επανεκκίνησης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την απελευθέρωση των διεθνών ισοτιμιών τής λίρας από την Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου. Όμως, η θύελλα δεν έδειχνε να κοπάζει και μπουνάτσα δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Μέχρι το τέλος τού μηνός, η τιμή τού δολλαρίου θα ξεπερνούσε τις 900.000 λίρες και τα τραπεζικά επιτόκια θα διαμορφώνονταν στο εξωγήινο 4.500% (αγγίζοντας κάποια στιγμή και το 5.000%!), καθιστώντας κάθε σκέψη για δανεισμό ανέφικτη.

Παρατηρώντας από απόσταση τα γεγονότα εκείνων των ημερών, μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την εκτίμηση ότι η πολιτική σύγκρουση της 19ης Φεβρουαρίου ήταν απλώς η αφορμή για το ξέσπασμα της κρίσης στην Τουρκία. Τα αίτια, όμως, πρέπει να αναζητηθούν αλλού.

Λέγαμε χτες ότι τον Δεκέμβριο του 2000 η Τουρκία μπλέχτηκε στα γρανάζια τού ΔΝΤ. Εννοείται ότι η εμπλοκή αυτή συνοδεύτηκε και από ένα -απαραίτητο σε τέτοιες περιπτώσεις- «πρόγραμμα». Το πρόβλημα ήταν ότι μια αστοχία στους υπολογισμούς τού προγράμματος (ίσως κάποιος λανθασμένος πολλαπλασιαστής…) προκάλεσε μέσα σε δυο μήνες την ανεπιθύμητη υπερτίμηση της τουρκικής λίρας κατά 10%. Αυτή η υπερτίμηση είχε δυο επιπτώσεις: την επιβάρυνση των εξαγωγών (με ταυτόχρονη ελάφρυνση των εισαγωγών) και την δραστική μείωση του πληθωρισμού.

Ίσως να ακούγεται παράξενο στα αφτιά πολλών αλλά η μείωση του πληθωρισμού σήμαινε και την μείωση της κερδοφορίας των τραπεζών, σημαντικό μέρος της οποίας οφειλόταν στην χρηματοδότηση του κράτους. Η μείωση του πληθωρισμού οδηγούσε σε μείωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, άρα και σε μείωση του κέρδους των τραπεζών. Έτσι, οι τραπεζίτες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ενίσχυση του νομίσματος και πίεζαν την κυβέρνηση για λήψη μέτρων (επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, θεσμικές μεταρρυθμίσεις κλπ), που θα άλλαζαν την λειτουργία της οικονομίας. Φυσικά, στο πλευρό τους είχαν και την ένωση των βιομηχάνων, οι οποίοι έβλεπαν τις εξαγωγές τους να συρρικνώνονται.

Καθώς ο «μαύρος Φεβρουάριος» φτάνει στο τέλος του, είναι σαφές ότι κάποιος πρέπει να κάνει κάτι αμέσως. Όμως… ποιός και τί; Κυβέρνηση και ΔΝΤ αναζητούν απαντήσεις. Στο «τί;» κολλάνε αλλά στο «ποιός;» συμφωνούν: έχει σημάνει η ώρα τού Κεμάλ Ντερβίς

cogito ergo sum

Advertisements