Του Κώστα Λουλουδάκη(Ιουλιανού)

Η 12η Απριλίου του 1861 σηματοδοτεί την έναρξη  του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. Μια μέρα σαν την σημερινή πριν από 156 χρόνια, λαμβάνει χώρα το πρώτο πολεμικό, αν και αναίμακτο επεισόδιο στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας, όταν  ο στρατός της Συνομοσπονδίας επιτέθηκε στο οχυρό Σάμτερ το οποίο φρουρούσε ο στρατός της Ένωσης.

Ήταν το 2013 όταν προβλήθηκε παγκόσμια μια ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ με τίτλο «Λίνκολν», όπου περιγράφεται η σύγκρουση ανάμεσα στον Βορρά και το Νότο της Αμερικής. Σύμφωνα με το σενάριο της χολιγουντιανής ταινίας, ο  16ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Αβραάμ  Λίνκολν έκανε αυτόν τον πόλεμο με σκοπό να τερματίσει την νόμιμη  δουλεία ανθρώπων. Για την προώθηση της ταινίας του Σπίλμπεργκ γράφτηκαν και λέχθηκαν θρίαμβοι στα παγκόσμια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο υπέροχος ηθοποιός Ντάνιελ Ντέι-Λούις παραβρέθηκε στην πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας όπου  ρωτήθηκε από την εφημερίδα  «Τα Νέα», «αν το «Λίνκολν» είναι ικανό να κάνει να στραφούν τα βλέμματα του δυτικού πολιτισμού προς τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας του και έτσι να κόψει τη φόρα προς τα κάτω που, ειδικά στην Ευρώπη, είναι κάτι περισσότερο από αισθητή»!Και το «Βήμα» έγραψε πως «το διάταγμα 13 (κατάργηση της δουλείας)  ήταν ένας θρίαμβος της δημοκρατίας που ξεφεύγει από την Αμερικανική ιστορία και αποκτά παγκόσμια διάσταση.»

Μέσα όμως από τις πομπώδεις εκφράσεις περί «λαμπρών σελίδων της ιστορίας», της «δημοκρατίας» και τους θριάμβους του «δυτικού πολιτισμού», προκύπτει ένα ζήτημα σχεδόν μυστικιστικό, διότι οι αφηρημένες έννοιες όπως δικαιώματα, ελευθερία, δημοκρατία, πολιτισμός, δεν ευνοούν την αλήθεια, η οποία ταυτόχρονα μειονεκτεί,  καθώς δεν είναι κοινής χρήσεως όπως ο κινηματογράφος.

Το ζήτημα βέβαια της αλήθειας πάντα ήταν ένα καυτό πρόβλημα. Υπάρχει αλήθεια; Και αν υπάρχει, με ποιο τρόπο μπορούμε να την κάνουμε κτήμα μας; Κι αν μέσα από αδιάκοπη πάλη με τα σκαλοπάτια της γνώσης, που είναι σύνθετα και περίπλοκα, καταφέρουμε να φτάσουμε στην αλήθεια αυτή θα είναι απόλυτη ή σχετική; Όπως και να έχει, η κατάκτηση της αλήθειας είναι μια αγωνιστική διαδικασία και το απόλυτο ίσως μένει κρυμμένο σχεδόν σε όλους μας. Ωστόσο, μέσα από την πορεία ανακάλυψης μικρών, μερικών και σχετικών αληθειών μπορούμε να πλησιάσουμε την απόλυτη αλήθεια.

Η δημιουργία του αμερικανικού έθνους στηρίχτηκε στην κατάκτηση αχανών εδαφών από τους γηγενείς κατοίκους τους. Όπως περιγραφικότατα έθεσε το θέμα ο αμερικάνος ιστορικός Thomas Bailey, οι πρώτοι Αμερικανοί «συγκέντρωσαν την προσοχή τους  στο έργο της υλοτόμησης δέντρων και Ινδιάνων και στο έργο της συμπλήρωσης συνόρων». Μάλιστα, ο  Αμερικανός «ουμανιστής» του 17ου αιώνα -χαρακτηρισμός που του απόδωσαν οι σύγχρονοί του- και ιδρυτής του διεθνούς δικαίου Hugo Grotius, γράφει: «ο πιο δίκαιος πόλεμος είναι αυτός των αγρίων κτηνών, ο επόμενος αυτός κατά ανθρώπων που είναι όμοια με κτήνη». Και ο πατέρας του αμερικανικού έθνους  Τζωρτζ Ουάσιγκτον, συμπληρώνοντας τον Grotius αναφέρει στα 1783: «η βαθμιαία επέκταση των οικισμών μας είναι βέβαιο ότι θα εξαναγκάσει τον άγριο να αποτραβηχτεί όπως ο λύκος, αφού και οι δυο είναι αρπακτικά κτήνη παρ όλον ότι διαφέρουν στο σχήμα».

Οι Ινδιάνοι όμως, όσοι τέλος πάντων είχαν απομείνει, από άποψη κόστους–ανταποδοτικότητας ήταν άχρηστοι ως σκλάβοι. Και εδώ είναι που μπαίνουν στην ιστορία οι Αφρικανοί, για να γνωρίσουν την σκλαβιά και την ατίμωση του δουλεμπορίου.

Όμως αλήθεια, πως μπορεί κάποιος να περιγράψει την δουλεία πέρα από τους ανθρώπους που την έζησαν; Βέβαια η άποψη Αμερικανών απολογητών ιστορικών του 20ου αιώνα είναι ότι η δουλεία αποτελούσε «ένα μεταβατικό στάδιο των νέγρων στην πορεία τους προς τον πολιτισμό.» Τον δυτικό πολιτισμό εννοείται. Μην ξεχνιόμαστε. Το ότι οι σκλάβοι δεν άντεχαν πάνω από 8 με 10 χρόνια εν ζωή αυτήν την πολιτιστική ανόρθωσή τους, έχει μηδαμινή αξία μπροστά στα ιλιγγιώδη κέρδη που έβγαζαν οι δουλοκτήτες από την δωρεάν εργασία τους.

Η υποταγή των Αφρικανών σκλάβων λειτουργούσε και σε ψυχολογικό και σε σωματικό επίπεδο. Έπρεπε να μάθουν ότι το μαύρο χρώμα τους έκανε κατώτερους από τους λευκούς, ότι το μαύρο είναι σύμβολο υποταγής. Ότι μπροστά στον λευκό πρέπει να νιώθουν δέος και να υποτάσσονται στην δύναμη του. Ότι το συμφέρον τους ήταν να πηγαίνουν καλά οι δουλειές του αφέντη τους. Και όλα αυτά, ταυτόχρονα με την πειθαρχία της σκληρής δουλειάς και τα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμούς, σε όσους εκτελούσαν νωθρά τις εντολές. Δηλαδή,  κόψιμο αυτιών μόνο, γιατί τα χέρια τους ήταν περιουσιακό κτήμα του λευκού αφέντη.

Παρ’ όλα αυτά, συντονισμένες και οργανωμένες εξεγέρσεις των σκλάβων ήταν σπάνιες και αποτελούσαν μια δυνητική μόνο απειλή. Και πώς αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι να οργανωθούν, όταν τους στοίβαζαν με άλλους που ούτε τους γνώριζαν ούτε μιλούσαν την ίδια γλώσσα και είχαν άλλα έθιμα και συνήθειες;

Όμως οι μεμονωμένες, κυρίως ατομικές, αντιδράσεις ήταν πολλές και αφορούσαν δολιοφθορές, κωλυσιεργία στην εργασία, δολοφονίες επιστατών, εμπρησμούς και αποδράσεις. Γι αυτό και οι πολιτείες της Αμερικής συγκροτούσαν πολιτοφυλακές από σώματα ιππικού, τουφεκιοφόρων, πεζικού, που σκοπό είχαν την επίβλεψη των σκλάβων. Αυτοί που συγκροτούσαν αυτά τα σώματα προσλαμβάνονταν από την τάξη των άπορων λευκών. Για ένα ξεροκόμματο λειτουργούσαν ως ασπίδα προστασίας των πλούσιων λευκών.

Δημιουργήθηκε, όμως, και μια αντίσταση με τα χρόνια που δεν ήταν πολιτική ή βίαιη, μα είχε να κάνει με την δημιουργία κουλτούρας που εκφράστηκε με πολλούς τρόπους μέσα στις κακουχίες την καθημερινής βάναυσης ζωής τους. Από την δημιουργία νέας θρησκείας με μίξη καθολικισμού και μαγείας, ως την μουσική, το τραγούδι, τον χορό και την τέχνη, όπου οι «κατώτεροι» αυτοί Σκλάβοι μπόρεσαν να διατηρήσουν μέσα από την πολιτιστική δημιουργικότητα την ανθρώπινη υπόστασή τους.

Στο σημείο αυτό, θεωρούμε πως ήρθε η ώρα να εντάξουμε στο αφήγημα μας τον Αβραάμ  Λίνκολν.

Ο Κάρολος Μαρξ σκιαγράφησε τον Λίνκολν  με τα εξής λόγια: «Τα τρομερότερα, τα αιώνια, τα πιο αξιοπρόσεκτα ιστορικά διατάγματα που τα εκσφενδονίζει ενάντια στον εχθρό μοιάζουν όλα – και προσπαθεί να τα κάνει να μοιάζουν – σαν κοινές αναφορές που ανταλλάσσουν ανάμεσα τους οι δικηγόροι δυο αντιδίκων, σαν νομικές έριδες, σαν στενόμυαλα άρθρα κατηγοριών. Τον ίδιο χαρακτήρα έχει και η πρόσφατη διακήρυξή του, το πιο σημαντικό έγγραφο της αμερικανικής ιστορίας, δηλαδή η διακήρυξη για την κατάργηση της δουλείας.»

Ο ίδιος ο  Λίνκολν που είχε εκλεγεί πρόεδρος το φθινόπωρο του 1860 εν μέσω πολιτικών συγκρούσεων Βορρά-Νότου, σε προεκλογική ομιλία του στο νότιο Ιλινόις είχε τονίσει: «Δεν είμαι και δεν υπήρξα ποτέ υπέρμαχος της επιβολής με οποιονδήποτε τρόπο της κοινωνικής και πολιτικής ισότητας μεταξύ της λευκής και της μαύρης φυλής. Δεν υπήρξα ποτέ υπέρμαχος της παραχώρησης στους μαύρους του εκλογικού δικαιώματος και του δικαιώματος να ορίζονται ως ένορκοι, ούτε του δικαιώματος να εκλέγονται σε δημόσια αξιώματα ούτε του  δικαιώματος να συνάπτουν γάμους με λευκούς. Οι δυο φυλές θα πρέπει για όσον καιρό συνυπάρχουν, η μια να είναι σε ανώτερη θέση και η άλλη σε κατώτερη. Εγώ όπως και οποιοσδήποτε άλλος, προτιμώ να βρίσκεται η λευκή φυλή σε ανώτερη θέση».

Εντούτοις ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και ουδεμία σχέση είχε με το αν «ελευθερώνονταν» ή όχι οι μαύροι σκλάβοι. Οι Βόρειοι, που ο ρατσισμός τους ήταν τόσο οχυρωμένος ιδεολογικά όσο και στο Νότο, επιδίωκαν οικονομική βιομηχανική επέκταση στον Νότο, ελεύθερη εργασία και αγορά καθώς και μια κεντρική τράπεζα. Οι Νότιοι υπέθεσαν ότι όλα αυτά συγκρούονταν με τον αγροτικό μεν προσοδοφόρο δε  εξαιτίας των δούλων, τρόπο ζωής τους.

Με την εκλογή του Λίνκολν λοιπόν, εφτά πολιτείες αποχωρούν από την Ένωση και εκείνος τους επιτίθεται προσπαθώντας να τις ανακαταλάβει. Η επίθεση, όμως, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς τέσσερις ακόμα πολιτείες αποσχίστηκαν , ενώθηκαν  με τις υπόλοιπες εφτά και ίδρυσαν την Συνομοσπονδία.

Στην πρώτη του ομιλία από την έναρξη του πολέμου, ο  Λίνκολν διαβεβαίωνε τους Νότιους μα και όσους ενδιαφέρονταν: «Δεν σκοπεύω να παρέμβω, άμεσα ή έμμεσα στον θεσμό της δουλείας….Δεν έχω την πρόθεση και θεωρώ ότι δεν έχω ούτε το δικαίωμα να κάνω τέτοια παρέμβαση.»

Στο ίδιο μήκος κύματος και το ψήφησα που εγκρίθηκε το καλοκαίρι του 1861 από το Κογκρέσο της Ένωσης: «Αυτός ο πόλεμος δεν κηρύχτηκε για να ανατρέψουμε ή να επέμβουμε σε όποιο καθεστώς ισχύει σε εκείνες τις πολιτείες, αλλά για να προφυλάξουμε την Ένωση»

Να  προφυλάξουν την Ένωση από τί;

Μα από τους δουλοκτήτες γαιοκτήμονες που ήθελαν επέκταση της αγροτικής οικονομίας τους έναντι των βιομηχάνων επιχειρηματιών που γύρευαν την ανάπτυξη της ελεύθερης καπιταλιστικής οικονομίας.

Η Βιομηχανική Επανάσταση έχει ήδη ξεσπάσει στην βόρειο Ευρώπη και οι δουλοπάροικοι εκεί είχαν μετατραπεί σε εργάτες που πουλούσαν την εργατική δύναμη τους στην βιομηχανία. Και όπου πουλιέται η εργατική δύναμη, εκεί υπάρχει και ο καπιταλισμός. Η Αμερική διατηρούσε στα εδάφη της ακόμα δούλους, που ναι μεν εξασφάλιζαν την φτηνή αγροτική παραγωγή, η Αμερική όμως έμενε έξω από την αγορά τοποθέτησης των βιομηχανικών προϊόντων, άρα και από το καπιταλιστικό σύστημα της γρήγορης βιομηχανικής ανάπτυξης. Παρέμενε σχεδόν φέουδο.

Μέσα σε αυτόν τον πόλεμο, αναπόφευκτα οι σκλάβοι χρησιμοποιήθηκαν και από τις δυο πλευρές ανάλογα με τα συμφέροντα τους.

Την αρχή  έκαναν οι δουλοκτήτες Νότιοι όταν ο στρατηγός τους Τζον Φρεμόντ δήλωσε ότι οι σκλάβοι που ανήκαν σε όσους πολεμούσαν ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες του Βορρά θα ελευθερώνονταν.

Τότε ήταν που ο Λίνκολν άρχισε να εξαγγέλλει μέτρα κατά της δουλείας. Το Κογκρέσο ψηφίζει τον «Νόμο περί Δημεύσεων» που προέβλεπε την απελευθέρωση σκλάβων, οι οποίοι (την προσοχή σας)  ανήκαν σε  εχθρούς των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Λίνκολν δεν ήταν  πράγματι υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας κι ας πλάσαρε τον εαυτό του υψηλόφρων ιεραπόστολο υπέρ των αδυνάτων. Κατάλαβε γρήγορα, καθώς προσδοκούσε να κερδίσει ο Βορράς το παιχνίδι, πως μπορεί να βασιστεί στους μαύρους, τρέφοντάς τους με τις απαραίτητες ψευδαισθήσεις.

Σε ένα άρθρο που έγραψε στην εφημερίδα Tribune της Νέας Υόρκης τον Αύγουστο του 1862 επισήμανε: «Ο κυρίαρχος στόχος μου είναι να σώσω την Ένωση και όχι να προστατεύσω ή να αφανίσω την δουλεία. Αν μπορούσα να σώσω την Ένωση χωρίς να απελευθερώσω κανέναν σκλάβο, θα το έκανα. Αν με το να απελευθερώσω όλους τους σκλάβους μπορούσα να σώσω την Ένωση θα το έκανα επίσης. Αν προβώ σε οποιαδήποτε ενέργεια που αφορά την δουλεία και την μαύρη φυλή θα το πράξω επειδή θα ωφελήσει την Ένωση… Σε καμιά περίπτωση όμως δεν προτίθεμαι να αλλάξω την συχνά εκπεφρασμένη προσωπική επιθυμία μου για απελευθέρωση όλων των σκλάβων».

Ευφυέστατος ο λογισμός του. Άλλο οι επιθυμίες, άλλο το καθήκον!

Ηθικό μεγαλείο!

Έτσι ο Λίνκολν, με το βάρος των επιθυμιών του να του βαραίνουν την άσκηση των καθηκόντων του, προχωρά τον Σεπτέμβριο του 1862 στην «Διακήρυξη της Χειραφέτησης» ,όπου υποσχόταν ότι θα άφηνε ανενόχλητο τον θεσμό της δουλείας σε όσες πολιτείες προσχωρούσαν στο Βορρά εντός τεσσάρων μηνών, αλλιώς :

«Την 1η Ιανουαρίου 1863 μ.Χ όσοι σκλάβοι βρίσκονται σε πολιτεία που έχει επαναστατήσει εναντίων των Ηνωμένων Πολιτειών θα θεωρούνται αμέσως και για πάντα ελεύθεροι.»

Δηλαδή, μπορείς να έχεις σκλάβους νόμιμα αν είσαι πιστός στις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν μπορείς να έχεις αν είσαι εχθρός. Θρίαμβος του «δυτικού πολιτισμού».

Από την «Διακήρυξη της Χειραφέτησης» προέκυψε τον Απρίλιο του 1864 η 13η τροπολογία του συντάγματος: «Ούτε δουλεία ούτε μη εθελοντικός καταναγκασμός, εκτός εάν πρόκειται για ποινή για έγκλημα για το οποίο ο ενδιαφερόμενος θα έχει καταδικασθεί νόμιμα, δεν θα υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες ή σε οποιαδήποτε περιοχή υπό τον έλεγχο τους» προέβλεπε.

Στα μάτια, όμως, των φτωχών λευκών που δεν είχαν δικαίωμα να εξαγοράσουν την θητεία τους στο μέτωπο όπως μπορούσαν να κάνουν όσοι ήταν ικανοί (μεσαία τάξη και βέβαια οι πλούσιοι) πληρώνοντας 300 δολάρια, όλο αυτό έμοιαζε με έναν πόλεμο που γινόταν για τους μαύρους σκλάβους. Έτσι, ξεσπά ένα όργιο βίας, όχι εναντίον του κράτους, μα εναντίον των μαύρων. Σφαγές μαύρων ανδρών, γυναικών και παιδιών, από λευκούς, που η σκληρή ζωή τους διέφερε από αυτήν των σκλάβων μόνο στο βάρος των αλυσίδων τους. Και αυτό γιατί στους φτωχούς λευκούς ήταν αόρατες. Ιδιότητα που τις έκανε πιο ελαφριές.

Ωστόσο, οι σκλάβοι στο Νότο  εξεγέρθηκαν και μαζικά εγκατέλειψαν τα εδάφη του. Πάνω από 500.000 κατέφυγαν στον βορρά και 200.000 κατετάγησαν στο στρατό. 38.000 σκοτώθηκαν.

Και με την δικιά τους συμβολή ο πόλεμος κερδίθηκε από τους Βόρειους.

Όμως η «ελευθερία» των Σκλάβων, παρά την νομική κατοχύρωση, δεν τους έδωσε κανένα δικαίωμα στην ιδιοκτησία γης ούτε καν στην ενοικίαση της. Από δούλοι μετατράπηκαν σε δουλοπάροικοι και το μαστίγιο του αφέντη σε μεροκάματο της πείνας. Θεσπίστηκαν νόμοι που όριζαν όρους και χρόνους εργασίας των μαύρων που η αθέτηση τους επέσυρε ποινή φυλάκισης.

Τότε είναι που ψηφίστηκε και ο περίφημος «νόμος της μαθητείας», που έδωσε το δικαίωμα στα δικαστήρια να στέλνουν μαύρους κάτω των 18 ετών σε απλήρωτη εργασία χωρίς δικαίωμα πληρωμής έως ότου εξειδικευτούν, αν οι γονείς τους ήταν άνεργοι και άποροι. Εάν ο ανήλικος αρνιόταν, τον περίμενε η φυλακή. Τα μεροκάματα δε των μαύρων ήταν θεσμοθετημένα τρεις φορές κάτω από το ήδη άθλιο μεροκάματο του λευκού εργάτη. Αν βέβαια τους πλήρωναν, γιατί συνήθως τους δίνανε εντολή πληρωμής που εξαργυρωνόταν μόνο σε κατάστημα που ανήκε στον ιδιοκτήτη της φυτείας, της φάρμας ή της βιοτεχνίας που εργαζόταν ο ελεύθερος μαύρος. Το βιομηχανικό κεφάλαιο έτριβε από χαρά τα ματωμένα χέρια του, και δυστυχώς οι λευκοί εργάτες πείστηκαν λόγω των φτηνών μεροκάματων που έπαιρναν οι πρώην σκλάβοι,  ότι ο μαύρος εργάτης είναι εχθρός.

Εξαθλιωμένοι λευκοί εργάτες στρατεύτηκαν στην ρατσιστική Κου Κλουξ Κλαν, που χρηματοδοτήθηκε από την οικονομική ολιγαρχία στα τέλη του 1860  σκορπώντας  βία, δολοφονίες, λιντσαρίσματα, βιασμούς.

Ακόμα χειρότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ γνωμοδότησε στα 1883 πως «η μεμονωμένη (!) καταστρατήγηση ατομικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί αντικείμενο της 13ης τροποποίησης».

Μάλιστα, ένας συνασπισμός βιομηχάνων του βορρά με τσιφλικάδες του νότου κατέφυγαν το 1896 στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ υπερασπιζόμενοι τις δημόσιες κοινωνικές διακρίσεις. Και το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «είναι θεμιτό να απομονώνονται οι μαύροι από τους λευκούς, αρκεί οι παρεχόμενες υπηρεσίες στους μεν και τους δε να είναι αντίστοιχες.»

 Να λέμε  ευτυχώς που ο Χίτλερ δεν γεννήθηκε στις φιλελεύθερες ΗΠΑ;

Ημεροδρόμος

Advertisements