Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

«Άγνωστος χ» της αξιολόγησης οι παράλληλες, αλλά ελάχιστα συμβατές μεταξύ τους εκθέσεις που πρέπει να ετοιμάσουν ΔΝΤ, ΕΚΤ και Κομισιόν

Στον πηγαιμό για την… Ιθάκη της αξιολόγησης ο δρόμος δεν φαίνεται μακρύς, αλλά έχει σταθμούς που επιφυλάσσουν εμπόδια. Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι στην Ουάσιγκτον, μεταξύ 21 και 23 του μηνός, θα αποσαφηνιστούν οι δυο βασικές εκκρεμότητες από τις οποίες εξαρτάται τόσο η ολοκλήρωση και καθαρογραφή της τεχνικής συμφωνίας (Staff Level Agreement) μεταξύ κυβέρνησης και κουαρτέτου, όσο και κυριότερα η συμμετοχή του ΔΝΤ: τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που θα εφαρμοστούν μετά το 2018, για τα οποία η Κριστίν Λαγκάρντ έχει ζητήσει «προκαταβολικά λεπτομέρειες», και το ύψος των πλεονασμάτων μετά το 2018 και η διάρκεια της δέσμευσης σ’ αυτά, τα οποία πρέπει να αποτυπωθούν στο εκκρεμές από το 2016 Μεσοπρόθεσμο, το οποίο πιθανότατα θα είναι πενταετές (μέχρι το 2023).

Οι νέοι κανόνες του ΔΝΤ

Με βάση αυτά τα δυο στοιχεία το ΔΝΤ, θεωρητικά, θα έχει όσα χρειάζεται για να συντάξει την έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους βάσει της οποίας θα εισηγηθεί στο Εκτελεστικό Συμβούλιό του συμμετοχή στον δανεισμό της Ελλάδας, φυσικά συνοδευόμενο από ένα ξεχωριστό μνημόνιο (MEFP). Το timing αυτής της απόφασης δεν είναι σαφές. Και δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα συμπέσει με το χρονοδιάγραμμα της αξιολόγησης, εφόσον ολοκληρωθεί τον Μάιο. Ως γνωστόν, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ αναμένεται να εγκρίνει τον Ιούνιο εισήγηση για ορισμένες αλλαγές στους κανόνες δανεισμού χωρών που είναι μέλη νομισματικών ενώσεων, πρακτικά της Ευρωζώνης. Κι είναι προφανές ότι οι αλλαγές αυτές θα εκτείνονται και στα κριτήρια αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους. Το ΔΝΤ χρησιμοποιεί έναν γενικόλογο ορισμό για το βιώσιμο χρέος, σύμφωνα με τον οποίο «σε γενικές γραμμές το δημόσιο χρέος μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο, όταν το πρωτογενές αποτέλεσμα που απαιτείται για τη σταθεροποίηση τουλάχιστον του χρέους στο πλαίσιο τόσο του βασικού σεναρίου όσο και των ρεαλιστικών «σεναρίων σοκ» είναι οικονομικά και πολιτικά εφικτό, έτσι ώστε το επίπεδο του χρέους να είναι σύμφωνο με ένα αποδεκτά χαμηλό ρίσκο απόκλισης και με διατήρηση του  αναπτυξιακού δυναμικού σε ικανοποιητικό επίπεδο». Σ’ αυτή τη γενικολογία χωρούν «εξειδικεύσεις» που μπορούν, με τα ίδια δεδομένα, να καταλήξουν σε εντελώς αποκλίνουσες εκτιμήσεις για την εξέλιξη του χρέους. Πράγμα που συνέβη στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους (DSA) του ΔΝΤ το οποίο προέβλεψε εκτίναξη του χρέους ακόμη και στο 250% στις επόμενες δεκαετίες αν δεν γίνει βαθιά αναδιάρθρωση!

Το μπέρδεμα είναι, ωστόσο, ότι το ΔΝΤ δεν «παίζει» μόνο του στο γήπεδο της βιωσιμότητας του χρέους. Μια ανάλογη έκθεση (DSA) θα πρέπει να συντάξει και η Κομισιόν και να τη συμπεριλάβει στην έκθεση συμμόρφωσης (Compliance Report) με την οποία θα εισηγηθεί την ολοκλήρωση της αξιολόγησης στο Eurogroup. Η Κομισιόν χρησιμοποιεί κυρίως «πολιτικά» κριτήρια στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους, γι’ αυτό και καταλήγει σε αισιόδοξες προβολές, που βρίσκονται σε κραυγαλέα αντίφαση με αυτές του ΔΝΤ.

Τα «ανεξάρτητα» κριτήρια της ΕΚΤ

Ακόμη πιο περίπλοκα είναι τα κριτήρια της ΕΚΤ, η ηγεσία της οποίας έχει προαναγγείλει ότι θα προχωρήσει στη δική της «ανεξάρτητη» DSA βάσει της οποίας θα αποφασίσει αν τα ελληνικά ομόλογα θα ενταχθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Κι όταν ο Μάριο Ντράγκι μιλά για «ανεξάρτητη» αξιολόγηση, εννοεί ανεξάρτητη τόσο από το ΔΝΤ όσο και από την  Κομισιόν.

Προ ημερών, μια ομάδα επτά τεχνοκρατών της ΕΚΤ δημοσιοποίησε στον ιστότοπο της ΕΚΤ ανάλυση υπό τον τίτλο «Ανάλυση βιωσιμότητας χρέους για τα κράτη της ευρωζώνης: ένα μεθοδολογικό πλαίσιο». Στην ανάλυση αυτή πληροφορούμαστε ότι τα κριτήρια με τα οποία καλείται η ΕΚΤ να αξιολογήσει τη βιωσιμότητα του χρέους των κρατών της Ευρωζώνης υπερβαίνουν κατά πολύ αυτά του ΔΝΤ . Τα κριτήρια, πέρα από τις μακρόχρονες προβολές του χρέους, περιλαμβάνουν δείκτες ρευστότητας, διαρθρωτικούς δείκτες χρέους κατά διάρκεια, νόμισμα και επιτόκια δανεισμού, δείκτες κρατικών υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη γήρανση του πληθυσμού ή τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών, σχεδόν το σύνολο των δεικτών μέτρησης της δημοσιονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας κάθε χώρας, από τις αποταμιεύσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μέχρι το μοναδιαίο κόστος εργασίας, αλλά και δείκτες πολιτικού ρίσκου. Τα κριτήρια και οι δείκτες αυτοί δεν είναι αυθαίρετοι, αλλά πηγάζουν όχι μόνο από το Σύμφωνο Σταθερότητας, αλλά και από το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και από το Σύμφωνο για το ευρώ+, τα δυο βασικά εργαλεία οικονομικής διακυβέρνησης και επιτήρησης της Ευρωζώνης που θεσπίστηκαν στη διάρκεια της κρίσης χρέους. Μάλιστα, για τη μέτρηση κάθε δείκτη είναι ήδη επιφορτισμένο συγκεκριμένο θεσμικό όργανο (Κομισιόν, Eurostat , Ευρωσύστημα) ή υποδεικνύεται από τους αναλυτές ο «δανεισμός» της αντίστοιχης μέτρησης από φορείς εκτός θεσμικού πλαισίου Ευρωζώνης (π.χ. ΔΝΤ, Moodys, Διεθνής Διαφάνεια!) Με λίγα λόγια, τα κριτήρια με τα οποία προτίθεται να μετρήσει η ΕΚΤ τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους εφαρμόζουν στην πράξη όλο το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, το οποίο μέχρι σήμερα έχει ισχύσει μόνο αποσπασματικά. Αυτό καθιστά την κατά ΕΚΤ έκθεση βιωσιμότητας χρέους ένα εργαλείο επιτήρησης και επιβολής πολιτικών που επεκτείνεται πολύ πέρα από τον χρονικό ορίζοντα του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου 2019-2023. Πρακτικά, η επιτήρηση καθίσταται μόνιμη, μέχρι την επίτευξη μείωσης του χρέους στο 60% του ΑΕΠ, όπως επιβάλλει το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Ερωτήματα και συσκότιση

Πώς θα μετρήσει το ελληνικό χρέος κάθε μια από τις τρεις εκθέσεις; Με ποια ανάλυση βιωσιμότητας (DSA) θα δουλέψει το κουαρτέτο και με ποια θα πορευτεί το Eurogroup; Με ποια δουλεύει ο ESM ώστε να παρουσιάσει τις «τεχνικές λεπτομέρειες» των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος στο ΔΝΤ, στην ΕΚΤ και στην Κομισιόν; Πώς θα εξασφαλιστεί ότι οι τέσσερις συνιστώσες του κουαρτέτου θα παρουσιάσουν στην Ουάσιγκτον εκτιμήσεις συμβατές μεταξύ τους, ώστε να είναι εφικτή η λεγόμενη «ολική συμφωνία»; Σ’ αυτά τα ερωτήματα οι δανειστές έχουν επιβάλλει κυριολεκτικά συσκότιση, ενώ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχουν ανοίξει τουλάχιστον τεχνοκρατικούς διαύλους επικοινωνίας ώστε να αποφύγουν ένα φιάσκο αλληλοαναίρεσης.

πηγή

Advertisements