του Δημήτρη Λέντζου

Μια φορά κι έναν καιρό ένας πρίγκιπας θλιμμένος και μελαγχολι­κός έφυγε από το μεγάλο παλάτι προτού χαράξει η μέρα. Μαζί του δεν πήρε τίποτ’ άλλο εξόν από το λευκό άλογό του. «Τον Άσπρο», έτσι το έλεγε το δυνατό σερνικό άλογό του. Δύο μερόνυχτα έτρεχε με το άλογό του για έναν άγνωστο προορισμό. Το μυαλό του δεν έβα­ζε πια τα πράγματα στη σειρά τους. Ο θλιμμένος πρίγκιπας δεν σκε­πτόταν πια. Ούτε ζούσε. Ήταν ένας ζωντανός νεκρός. Η καρδιά του ήταν ένας άδειος σάκος στο στήθος του, σαν την άδεια τσέπη του μαύρου του πουκαμίσου. Ο Άσπρος έτρωγε τα χιλιόμετρα σαν τον χρυσό σανό του, λαίμαργα και δυνατά. Την τρίτη μέρα έφτα­σε στη μεγάλη λίμνη, εκεί στην άκρη του ορίζοντα. Έδεσε το άλογό του σε μια μικρή ιτιά και αυτό άρχισε να σκάβει με το πόδι του το ξερό χώ­μα και να ξεφυσάει από την κούραση και τη μεγάλη προ­σπάθεια.

Ο πρίγκιπας με σκυμμένο το κεφάλι κοιτούσε για ώρες τη λίμνη μπροστά στην ήρεμη ακτή και το σαγόνι του λες και είχε καρφωθεί βαθιά στο στήθος του. Η λίμνη είχε βαφτεί μ’ όλα τα χρώματα του ουρανού που καθρεφτίζονταν μέσα της, σαν μια αιώνια πολύχρωμη τραμπάλα. Οι σκιές των δέντρων έμοιαζαν με σκιάχτρα του βυθού που φύλαγαν τα ωραία περιβόλια της από τ’ αγρίμια και τους κλέ­φτες θεούς. Μέσα στη λίμνη χιλιάδες πουλιά, ψάρια, νούφαρα, έντο­μα και πεταλούδες δόξαζαν τη φύση για τούτη την απλοχεριά της.

Τίποτα από όλα αυτά δεν έβλεπε ο πρίγκιπας από τη μεγάλη αυ­τή ζωγραφιά. Έβγαλε το μαύρο του πουκάμισο και το πέταξε πάνω στο ξερό χορτάρι, ύστερα πήρε το κοφτερό του μαχαίρι και χωρίς να σκεφτεί τίποτα το κάρφωσε στο στήθος του. Έβγαλε την καρδιά του, την έσφιξε στα χέρια του και ένα δυνατό «Αχ!» ακούστηκε ως πέρα, στην άλλη μεριά της ωραίας λίμνης. Ύστερα πέταξε την καρδιά με δύναμη μέσα στη γαλάζια λίμνη και έκανε μια ευχή: «Να γίνεις πέτρα και να μείνεις έτσι στον βυθό για πάντα και να μη ξαναγαπήσεις ποτέ. Ποτέ». Αυτά είπε ο πρίγκιπας και κοίταξε ψηλά τον ουρανό. Ύστερα φύσηξε ένας δυνατός αγέρας και τον πήρε, όπως και το μαύρο του πουκάμισο, και έγινε ένα μαύρο σύννεφο στον ουρανό.

Σε λίγο η λίμνη έγινε κατακόκκινη και άρχισε να κτυπάει σαν μια καρδιά πέρα ως πέρα. Το άλογο του πρίγκιπα έβγαλε το καπίστρι που το κρατούσε δεμένο στην ιτιά και έφυγε τρέχοντας το πισά­χναρο για το παλάτι. Το μαύρο σύννεφο έγινε στον ουρανό ένα με­γάλο μαύρο δάκρυ που έσταξε σαν μια μεγάλη στάλα βροχής μέσα στην κόκκινη λίμνη. Μετά από λίγο άνοιξε στα δυο και έγινε ένας όμορ­φος μαύρος Κύκνος που κο­λυμπούσε μέσα στα κόκκινα νερά.

Στη μέση της λίμνης ο ήλιος φαινόταν κι αυτός σαν μια μεγάλη σταγόνα αίμα μέσα στη λίμνη που ανάσαινε σαν καρδιά, και αυτός ο κτύπος ακουγόταν δυνατά σ’ όλη τη γη και στον ουρανό. Τα δέντρα γύρω-γύρω κοιτούσαν το πρόσωπό τους μέσα στη λίμνη, στην κόκ­κινη λίμνη, και δεν μπορούσαν να το αναγνωρίσουν. Το ίδιο συνέβαι­νε και στα πουλιά και στις πετα­λούδες τις πολύχρωμες. Αυτό το κόκκι­νο είχε κοκκινίσει γύρω του και μέσα του τα πάντα. Μόνον ο μαύ­ρος Κύ­κνος κολυμπούσε στα κόκκινα νερά σαν μια μαύρη μολυβιά χαραγ­μένη στο κόκκινο χαρτί. Ο μαύρος Κύκνος. Ο μεταμορφω­μέ­νος εκεί­νος θλιμμένος πρίγκιπας.

Έτσι περνούσε ο καιρός στη λίμνη. Η καρδιά του πρίγκιπα είχε γί­νει πλέον μια κόκκινη πέτρα και η λίμνη ολόκληρη μια μεγάλη κόκκινη, πέτρινη καρδιά. Όλοι πια στον κόσμο λέγανε για κείνη την κόκκινη λίμνη. Κι όλοι την είχαν ερωτευθεί με πάθος. Τα αστέρια, το φεγγάρι, τα που­λιά και τα δέντρα. Όλοι. Τι τραγούδια της έλεγαν, τι άνθη κι αρώμα­τα της έστελναν από όλο τον κόσμο. Μα εκείνη δεν έχανε πο­τέ τον ρυθμό στο σφυγμό της. Κτυπούσε πάντα το ίδιο χωρίς καμμιά συγκίνηση, χωρίς καμμιά επι­θυμία. Μια μέρα, μια παρέα από νέα όμορφα παιδιά περνούσαν από τη λίμνη και κουβέντιαζαν για έρωτες, αγάπες και πά­θη, όταν ξαφνικά είδαν την κόκκινη λίμνη μπροστά τους σαν μια θεόρατη καρ­διά. Αμέσως την ερωτεύτηκαν όλοι με μεγάλη ένταση και πάθος. Κάθε μέ­ρα έρχονταν γεμάτοι δώ­ρα, ποιήματα και τραγούδια για το ποιος την αγαπάει πιο πολύ, πιο δυνατά και πιο απελπισμένα. Και ύστερα όλοι μεθυσμένοι στις τα­βέρνες και στα γύρω μπαρ έρχονταν στα χέρια και πάλευαν για τούτη την καρδιά. Πόσες φιλίες χάλασαν στο όνομα τού­του του έρωτα, αλ­λά η πέτρινη καρδιά σε κανέναν δεν ανταποκρινόταν κι όλα τούτα τα αγόρια μαράζωσαν και γέρασαν με τούτο τον καη­μό στις όχθες της.

Στον ουρανό τα ίδια. Το Φεγγάρι αρπάχτηκε με τον Αυγερινό για χάρη της. Όλοι λέγανε στον ουρανό πως από τότε που έγινε η λίμνη καρδιά άρχισαν να βαράνε αλλιώς τα όργανα στον ουρανό και χάλασε εκείνη η μαθηματική τους ισορροπία. Έτσι, ξενυχτούσαν κ’ οι δυο τους με τις ώρες μέσα στα νερά της και έβγαιναν κατακόκκινοι, βαμ­μένοι από το χρώμα του νερού και από την κάψα τους. Αλλά μά­ταια, ούτε σ’ αυτά τα ουράνια πάθη σκίρτησε τούτη η καρδιά. Ούτε στα δέν­τρα, ούτε στα πουλιά, ούτε στα νούφαρα και στα μεγάλα ψά­ρια. Κι όλοι ψιθύριζαν στη λίμνη πως η καρδιά της είναι σαν πέ­τρα. Σαν… Πού να ήξεραν ότι όντως τούτη η μεγάλη κατακόκκινη καρ­διά ήταν μια πέτρα και μόνο πέτρα.

Αφού πέρασαν πολλά χρόνια και όλοι ακόμη καρτερούσαν μά­ταια ένα νεύμα της, μαζεύτηκαν όλοι μαζί μπροστά και της ζήτησαν επι­τέλους πως αν νιώθει κάτι για κάποιον, επιτέλους ας το πει, και ας τον διαλέ­ξει, και αυτοί όσο κι αν λυπηθούν θα το δεχτούν, γιατί πρέπει επιτέλους να τελειώ­σει τούτο το μεγάλο τους μαρ­τύριο. Η πέτρινη καρδιά έκπληκτη τους είπε ότι δεν νιώθει τίποτα για κανέ­ναν και αν ήταν η αιτία να στεναχωρηθούν, αυτή ούτε το σχεδίασε, ούτε το οργάνωσε ποτέ αυτό, και μάλιστα εξέφρασε και τη μεγάλη της λύ­πη.

Έφυγαν όλοι λυπημένοι με σφιγμένη την καρδιά τους και όλοι το ομολογούσαν ότι όντως καμμιά πραγματική υπόσχεση δεν τους έδω­σε και όλα ήταν δικές τους επιθυμίες και όνειρα, αλλά το μαράζι και η λύπη έμειναν μέσα τους.

Ένα ανοιξιάτικο πρωί, την ώρα που ο μαύρος Κύκνος κολυμπού­σε μόνος του στα κόκκινα νερά, η πέτρινη καρδιά ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της όπως τότε στο στήθος του πρίγκιπα. Ο μαύρος Κύ­κνος ένιωσε έναν γλυκό αγέρα να χαϊδεύει τα φτερά του και ένα ρί­γος διαπέρασε σαν φωτιά το κορμί του. Τότε ένα μεγάλο «Αχ» ακού­στηκε μέσα στη λίμνη και μια φωνή να λέει: «Κύκνε μου όμορφε, εσένα θέ­λω. Τώρα το ξέρω καλά. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό το βα­θύ πράγμα που νιώθω μέσα μου για σένα» συνέχισε να λέει η φω­νή η μεγάλη.

«Ποια είσαι;» είπε ο Κύκνος. «Πού είσαι; Έβγα να σε δω».

«Στην αγκαλιά μου είσαι. Στα χέρια μου μέσα είσαι. Η καρδιά εί­μαι, η λίμνη».

Ο Κύκνος γύρισε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά και ύστερα το βούτηξε βαθιά μέσα στο κόκκινο νερό και τότε αισθάνθηκε το κορμί του να καίει ολόκληρο, μάζεψε τα φτερά του σφιχτά πάνω του και μια ντροπή πέρασε στο πρόσωπό του λες και όλοι εκείνοι τη στιγμή στη λίμνη έβλεπαν μόνον αυτόν.

«Σ’ αγαπώ» ακούστηκε η φωνή δυνατά στη λίμνη. «Αν κι εσύ με θέλεις, αν κι εσύ με αγαπάς, θέλω να μου τραγουδήσεις απόψε τα μεσάνυχτα το τραγούδι σου. Θέλω να τραγουδήσεις μόνο για μένα το πιο γλυκό τραγούδι του κόσμου».

«Μα εγώ δεν ξέρω να τραγουδάω» είπε ο Κύκνος.

«Ξέρεις», του είπε η φωνή, «θα το δεις».

Τα μεσάνυχτα στη λίμνη είχε πέσει μια νεκρική σιγαλιά. Μόνον οι ανάσες των δέντρων ακούγονταν στις όχθες. Το φεγγάρι είχε βουλιά­ξει στο κέν­τρο της λίμνης σαν ένα μεγάλο κουβάρι κατακόκκινο στη­μόνι.

Σε λίγο ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του μαύρου Κύκνου σ’ όλη τη λίμνη. Ο μαύρος Κύκνος τραγουδούσε τόσο όμορφα, τόσο ω­ραία, και τόσο απόκοσμα.

Όταν τέλειωσε αυτό το λυπημένο τραγούδι του ο Κύκνος άρχισε να γίνεται σιγά-σι­γά μια μπάλα μαύρο χιόνι που έλειωνε πάνω στα κόκκινα νερά.

Το πρωί στη λίμνη μετά από μια τέτοια νύχτα είχε μείνει μόνο μια μαύρη γραμμή πάνω στο κόκκινο νερό που έφτιαχνε μια μεγάλη καρδιά, πάνω στην άλλη, την πέτρινη κατακόκκινη καρδιά. Στην όχθη της λίμνης στέκονταν μια παρέα από παιδιά και άκουγαν με προσοχή τα λόγια που τους έλεγε ένας γέρος σοφός, ψηλός και όμορφος, που φορούσε ένα μαύρο πουκάμισο ολόιδιο με εκείνο του πρίγκιπα. Στο πρόσωπό του ήταν περασμένη στα μαύρα του μά­τια μια ωραία λύπη και στο τέλος τελείωσε λέγον­τάς τους δυνατά τούτο το τετράστιχο:

«Κι εγώ που ζω στη λήθη

στα μαύρα τα νερά

αυτό το παραμύθι

σας είπα μια φορά».

*O Δημήτρης Λέντζος γεννήθηκε στις Μηλιές Ηλείας του Δήμου Αρχαίας Ολυμπίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές εργασίες και ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Χρήστο Λεοντή, τον Μιχάλη Τερζή, το Νεοκλή Νεοφυτίδη, τον Στάθη Γκότση κ.ά. Τραγούδια του έχουν ερμηνεύσει ο Δημήτρης Μητροπάνος, o Γιώργος Nταλάρας, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Νίκος Δημητράτος, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Λαυρέντης  Μαχαιρίτσας, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Διονύσης Τσακνής κ.ά. Από τις εκδόσεις Μετρονόμος κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων του «Η μεγάλη διαδήλωση του ενός» (2008) και «Λαμά σαβαχθανί» (2012).

Ημεροδρόμος

Advertisements