του Σπύρου Παναγιώτου

Οι γεωπολιτικές αναστατώσεις επιταχύνουν τη συγκρότηση ενός πολιτικού διευθυντηρίου

Η Ευρώπη όπως τη γνωρίσαμε δεν υπάρχει πια. Πριν κοπάσουν οι πανηγυρισμοί της Συνόδου Κορυφής στη Ρώμη, η Βρετανία υπέβαλε και επίσημα την αίτηση αποχώρησής της σύμφωνα με το άρθρο 50 της Συνθήκης. Η πορεία εξόδου βέβαια έχει πολύ δουλειά καθώς υπάρχουν 19.000 κοινοτικές οδηγίες που έχουν ενσωματωθεί στη νομοθεσία της Βρετανίας. Αυτή η επίπονη και χρονοβόρα εργασία, θα αποτελέσει πηγή νέων εντάσεων και απειλών. Όλα αυτά όμως μοιάζουν ελάχιστης σοβαρότητας μπροστά στα πραγματικά διακυβεύματα του Brexit.

Η απόφαση της Βρετανίας να αποχωρήσει από την Ε.Ε., συνιστά μια βαθύτερη επιλογή της άρχουσας τάξης της Βρετανίας. Η διαμόρφωση ενός νέου σχεδίου ανάμεσα σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία, η ανάληψη εκ μέρους τους διαφορετικών ρόλων με στόχο την παγκόσμια ηγεμονία, έξω από τις προδιαγραφές της παγκοσμιοποίησης όπως τη γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, διαμορφώνουν νέους όρους και δεδομένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δυνάμεις εντός της Βρετανίας που επέμειναν στο «παραμένουμε Ευρώπη» αυτοδιαψεύδονται βλέποντας ότι το Brexit φέρνει κέρδη (το Χρηματιστήριο του Λονδίνου έχει ήδη ανακάμψει κατά 14%) και ευκαιρίες.

Το κέντρο βάρους των επιλογών των μεγάλων παικτών μετατοπίζεται από το οικονομικό στο πολιτικό και γεωπολιτικό κυρίως επίπεδο. Διαμορφώνονται έτσι νέες άγνωστες μεταβλητές που τροφοδοτούν τις εξελίξεις.

Στρατηγικά διλήμματα οδηγούν την Ε.Ε. σε επαναπροσδιορισμούς

Οι ιθύνοντες της Ε.Ε. αναζητούν σχεδιασμούς αντιλαμβανόμενοι ότι η Ευρώπη που γνωρίζαμε μέχρι τώρα δεν έχει προοπτικές. Η εκλογή Τραμπ και η σταδιακή αποκρυστάλλωση της πολιτικής του σε Ευρώπη και παγκοσμίως, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμών. Η έναρξη των διαδικασιών αποχώρησης της Μ. Βρετανίας δεν αποτελεί απλά ένα επιχειρησιακό πλήγμα στη στρατιωτική ενοποίηση της Ε.Ε. Οδηγεί σε αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και άρα σε αναπόφευκτη μεγέθυνση των δημόσιων ελλειμμάτων. Όσο και να παραμένει «κοινό σπίτι» για τον δυτικό κόσμο το ΝΑΤΟ ο ευρω-ατλαντισμός έχει διαρραγεί και βρίσκεται σε κρίση, καθώς αναφαίνονται σοβαρές γεωπολιτικές διαφοροποιήσεις, και η Ευρώπη δεν θα συνεχίσει να απολαμβάνει με χαμηλό κόστος τις υπηρεσίες ασφάλειας των ΗΠΑ.

Δίπλα σε αυτά η αναμενόμενη μείωση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Ε.Ε. και Βρετανίας, η απειλή επιβάρυνσης του αντίστοιχου ισοζυγίου με τις ΗΠΑ λόγω μέτρων «προστατευτισμού», η αναζήτηση νέων συνεργασιών παγκοσμίως, μέσω διμερών επαφών και οικονομικών σχέσεων διαμορφώνουν ολοκληρωτικά νέα δεδομένα. Διαμορφώνουν παράλληλα και νέες πολλαπλές εστίες έντασης και τριβών, το μέγεθος και η σημασία των οποίων θα αναδειχθούν στο μέλλον.

Πού βαδίζει η Ευρώπη;

Λίγες μέρες πριν την Σύνοδο Κορυφής της Ρώμης είχε προηγηθεί η συνάντηση Μέρκελ, Ολάντ, Ραχόι και Τζεντιλόνι (πρωθυπουργός της Ιταλίας) που έβαλαν τις βάσεις ενός νέου σχεδίου για την Ευρώπη. Η θεσμοθέτηση της συνάντησης των «τεσσάρων ισχυρών της Ε.Ε.», ενός άτυπου οργάνου πέρα από κάθε κοινοτική νομιμοφάνεια, και η επικύρωση των αποφάσεών τους στη Σύνοδο Κορυφής για τα 60 χρόνια από την ίδρυσή της, πιστοποιούν το νέο πρόσωπο της Ευρώπης.

Η Ε.Ε από ένα κυρίως οικονομικό εγχείρημα, οικονομική και νομισματική ένωση, που διευθύνεται από μια γραφειοκρατία υπό την μπαγκέτα του Σόιμπλε προς όφελος των συμφερόντων μια χούφτας τραπεζών και πολυεθνικών αναγκαστικά περνά σε μια νέα διάσταση.

Οι αποφάσεις θα αφορούν και θα αναζητούνται στη σφαίρα της πολιτικής, θα παίρνονται πλέον από ένα πολιτικό διευθυντήριο καθώς οι γεωπολιτικές αναστατώσεις επιστρέφουν ως κυρίαρχες αντιθέσεις στην πολιτική αρένα παραμερίζοντας τη σκληρά οικονομική διάσταση με τη δημοσιονομική μορφή της.

Η οπτική της Μέρκελ και του ευρωπαϊκού ιερατείου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις εξελίξεις πιο διευρυμένα από τα αυστηρά οικονομικά δόγματα του Σόιμπλε.

Η τετραμερής συνάντηση που κάλεσε η Μέρκελ δεν αφορούσε τις χώρες των υψηλών πλεονασμάτων που φαντασιώνεται ο Σόιμπλε. Αφήνοντας στην άκρη τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας, αλλά και τα τεράστια ελλείμματα της Ισπανίας και Ιταλίας πιστοποιεί το ενδιαφέρον και την πρόθεση της Γερμανίας για τη συγκρότηση ενός πολιτικού διευθυντηρίου ικανού να λαμβάνει αποφάσεις και να διαδραματίζει ρόλο ατμομηχανής στην αναζήτηση νέων αγορών και συμμαχιών. Η επιστροφή της Ισπανίας από τα αζήτητα πιστοποιεί το ενδιαφέρον της Μέρκελ για τις σχέσεις της τελευταίας με χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι αλλαγές στις ισορροπίες που προκαλεί η εκλογή Τραμπ και το Brexit δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από ένα σκληρό πυρήνα χωρών υψηλών πλεονασμάτων. Η πολιτική Μέρκελ απαιτεί άλλου τύπου συμφωνίες και συμμαχίες. Άλλες ιεραρχήσεις και προτεραιότητες.

 Τρεις προκλήσεις

Η επιλογή για την επιτάχυνση της νέας Ευρώπης γίνεται υπό την επίδραση τριών κινδύνων, τριών προκλήσεων. Πρώτα η εκλογή Τραμπ και η στενή συνεργασία ΗΠΑ-Βρετανίας για ηγεμονία σε παγκόσμιο επίπεδο.  Δεύτερη πρόκληση αποτελεί η όξυνση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Τα οικονομικά μέτρα σε βάρος της Ρωσίας μέχρι τώρα συνδέονταν με το σχέδιο Ομπάμα-Κλίντον για ασφυκτική περικύκλωση της Ρωσίας και αποδυνάμωσης της επιρροής της. Μέχρι να αποσαφηνισθούν τα όρια και οι πραγματικές διαστάσεις της πολιτικής Τραμπ, η Ευρώπη αισθάνεται μόνη έναντι της ρητορικής περί απειλής που συνιστά η Ρωσία και ενώπιον σοβαρών επιβαρύνσεων του προϋπολογισμού της για πολεμικές δαπάνες. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζει εντεινόμενες πιέσεις από τις χώρες του Βίσεγκραντ (Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία) που όχι μόνο ορθώνουν χωριστή πολιτική στο μεταναστευτικό, αλλά πιέζουν για μια πιο επιθετική στάση απέναντι στη Ρωσία.

Η τρίτη πρόκληση αφορά τον παράγοντα Τουρκία. Η προσπάθεια της Τουρκίας να αναδειχθεί σε μεγάλη δύναμη, το μέγεθος της αγοράς της και οι ειδικές σχέσεις που καλλιεργεί με τη Βρετανία, ο τεράστιος αριθμός Τούρκων και μουσουλμάνων πολιτών στις χώρες της Ευρώπης, η χρησιμοποίηση του μεταναστευτικού προσφυγικού ρεύματος ως μέσο εκβιασμού και η ενδυνάμωση της ισλαμικής τρομοκρατίας συνιστούν πηγή μεγάλων αναστατώσεων. Τα όσα παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα στις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας είναι εικόνες από το μέλλον και δεν περιορίζονται στο πλαίσιο μιας προεκλογικής αντιπαράθεσης με ημερομηνία λήξης.

Η Διακήρυξη της Ρώμης

Η οικοδόμηση της νέας Ευρώπης υπαγορεύεται από στρατηγικής σημασίας επιλογές που αναγκαστικά κινούνται πέρα από το στενό οικονομικό πεδίο και δεν περιορίζονται σε εκλογικά σενάρια ή κακοτοπιές. Εκλογικές εκπλήξεις ίσως διαφοροποιήσουν τον ρυθμό, ίσως αναζητήσουν νέους συμβιβασμούς δεν θα ακυρώσουν όμως το σχέδιο προσαρμογής της Ε.Ε. στα νέα δεδομένα.

Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει η Διακήρυξη της Ρώμης. Πέρα από τις φλυαρίες για αλληλεγγύη και κοινωνικές ευαισθησίες, ουσιαστικά κατοχυρώνει την Ευρώπη των πολλαπλών ταχυτήτων, τη δυνατότητα δηλαδή ορισμένων ομάδων χωρών να μπορούν να εμβαθύνουν την ενοποίηση σε ιδιαίτερα πολιτικά πεδία αφήνοντας τους άλλους τη δυνατότητα να πάρουν μέρος στο μέλλον. Επιταχύνει, στην ίδια λογική, τη στρατιωτική συνεργασία για άμυνα και ασφάλεια μεταξύ των χωρών της και αναζητά μέσα από την ισχυροποίηση της στρατιωτικής δύναμης ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις. Το κόστος των νέων ρυθμίσεων θα κληθούν να πληρώσουν οι εργαζόμενοι και η μεσαία τάξη, με επιτάχυνση της ελαστικοποίησης της εργασίας σε πρωτοφανέρωτους ρυθμούς.

Το νέο ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από ό,τι συνιστά σήμερα, έστω και κουτσουρεμένα, δημοκρατικό έλεγχο, ενώ παράλληλα θα δυναμώνουν οι τριγμοί, οι αντιθέσεις και οι αποικιοκρατικές πολιτικές σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων κρατών του ευρωπαϊκού Νότου.

Οι νέοι προσανατολισμοί της ευρωκρατίας θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις. Όσο οι βασικοί προσανατολισμοί θα υπακούν στα νέα δεδομένα, όσο οι κυβερνήσεις θα μετατρέπονται σε αμορτισέρ απορρόφησης λαϊκών αντιδράσεων, όσο η τάση προς τον πόλεμο θα δυναμώνει, τόσο θα δυναμώνει το αίτημα διεξόδου.

Που θα οδηγήσει αυτή η διελκυστίνδα; Άγνωστο να προβλεφθεί πέρα από τις μύχιες επιθυμίες όλων μας…

Δρόμος της Αριστεράς

Advertisements