Του Γιάννη Ζήση

Αποτελεί πλάνη ότι η Γαλλική Επανάσταση ταυτίζεται με την εμπορική τάξη. Το τραπεζικό σύστημα του κεφαλαίου, όμως, όντως απέκτησε μεγάλη δυναμική στους Αγγλοσάξονες. Μήπως ο νόμος των φθινουσών αποδόσεων  στην οικονομία του Thomas Manlthus μπορεί να διευρυνθεί και να μας εξηγήσει την φθίνουσα πολιτική απόδοση της νεωτερικότητας;  Γιατί δεν υπάρχει αληθινή δημοκρατία στις κοινωνίες που έχουν εξασφαλίσει το σύστημα της αντιπροσώπευσης; Αντίστοιχα, μήπως οι κύκλοι Κοντράτιεφ που περιγράφουν την πορεία της οικονομίας μπορούν να περιγράψουν τους κύκλους των ιδεών – άρα, και της πολιτικής;

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΡΓΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ –
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΠΛΕΚΟΜΕΝΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ –
Η ΟΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Ο κοινοβουλευτισμός γεννήθηκε μέσα από τη διαπάλη της φεουδαρχίας με τη συγκεντρωτική αυταρχική ηγεμονικότητα, όπως επίσης και μέσα από την ανάδυση της αστικής τάξης.

Ωστόσο, η «δημοκρατία» των τάξεων – ή της σύγκλισης των τάξεων και της ανάδειξης της αστικής τάξης ή της τάξης του εμπορίου– δεν είναι νέα. Υφίσταται ως κάστα στον κώδικα του Βαϊσβάτα Μανού σ’ έναν από τους αφετηριακούς κώδικες διοίκησης και νομοθεσίας της ινδοευρωπαικής Αρίας φυλής. [1]

Η ταύτιση της αστικής τάξης και της Γαλλικής Επανάστασης με την εμπορική οικονομία είναι εσφαλμένη, καθώς ο Φρανσουά Κενέ και ο Μιραμπό – που ήταν από τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης και του Όρκου του Σφαιριστηρίου– ήταν θεμελιωτές της φυσιοκρατικής οικονομικής σχολής και ήταν αντίθετοι στην εμποροκρατία. Αυτό, όμως, δεν είναι ευρύτερα γνωστό, καθώς έχει επικρατήσει η θεωρία της τότε ανερχόμενης αστικής τάξης ταυτισμένης με το εμπόριο ως πηγή της Γαλλικής Επανάστασης.

Αντίθετα κινούμενος ήταν ο Αγγλοσαξονικός προσανατολισμός, ο οποίος στο εσωτερικό πεδίο της Αγγλίας λειτουργούσε με μια αποικιακή οικονομική ηγεμονία και πυροδότησε με την σκληρότητά της την γένεση της Αμερικάνικης Επανάστασης μέσα από τους εμπορικούς δασμούς. Ο Αγγλοσαξονικός προσανατολισμός επικεντρώθηκε στην εμποροκρατία για να δώσει, με την σειρά του, την κυριαρχία στο τραπεζικό σύστημα του κεφαλαίου, το οποίο είχε βέβαια καταγωγές από την Γερμανία, από τους Φούγκερ και στην συνέχεια τους Ρότσιλντ. Αυτό φυσικά δικτυώθηκε σε όλη την Ευρώπη –και συνεχίζει μέχρι σήμερα να δικτυώνεται– κάνοντας θεμελιώδεις στρατηγικές κινήσεις σε όλες τις εθνικές οικονομίες, σε συνάρτηση, βέβαια, με την ενδοτικότητα και τις ανάγκες των εκάστοτε κυβερνήσεων. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τα γράμματα των Φούγκερ απέναντι σε έναν ηγεμόνα του μεγέθους του Καρόλου του 5ου –σε έναν από τους δύο μεγαλύτερους ηγεμόνες της εποχής, ο δεύτερος ήταν ο Φραγκίσκος ο 1ος της Γαλλίας – για να καταλάβει το μέγεθος των επιρροών τους. [2]

Η εμποροκρατία, λοιπόν, δεν ήταν ενταγμένη στην κυρίαρχη λογική της πολιτικής κουλτούρας της Γαλλικής Επανάστασης, παρότι αυτή η απλοποίηση έγινε από πλευράς της Μαρξιστικής κυρίως ανάλυσης. Η Γαλλική Επανάσταση είχε μέσα της αναδιανεμητικά αιτήματα.  Ακόμη και η Επανάσταση του Κοινοβουλίου, που μετέπειτα ανάδειξε ως ηγετική την πολιτική τον Κρόμβελ, κατέληξε να έχει στοιχεία μιας διαφορετικής προσέγγισης, μιας αναζήτησης κοινωνικής πολιτικής παρά την σύγκρουση που υπήρξε με τους Ισοπεδωτιστές, οι οποίοι είχαν αναπτύξει μια ισχυρή επιρροή στο Κοινοβούλιο λόγω του ρόλου τους στοn eπαναστατικού στρατό κατά την διάρκεια της Αγγλικής Επανάστασης.

Στην Γαλλική Επανάσταση –όπως και σε κάθε εξέλιξη εξουσίας, κάτι που φάνηκε και από την Μπολσεβίκικη επανάσταση και την ανεπάρκειά της στη Ρωσία– μπορεί να πει κανείς ότι έχουμε μια σαφή δυναμική που αναδεικνύεται με την κυριαρχία αυτού που είναι πολιτικά συγκροτημένο με οικονομίες κλίμακας στην οικονομία. Αυτό είναι πάντα το πεδίο συγκέντρωσης του κεφαλαίου ή, επίσης, το πεδίο συγκέντρωσης της πολιτικής υπεραξίας, όπως συμβαίνει σε μια επαναστατική τάξη που, στη συνέχεια, θεσμοποιείται γραφειοκρατικά, όπως συνέβη με την εκτροπή της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Τα διλήμματα που τίθενται στην διάρκεια της μεταβατικής εξουσίας έχουν ένα ισχυρό δέλεαρ ρεαλισμού. Τίθενται ζητήματα προσαρμογών και διλημμάτων επιλογής μεταξύ συνθηκών, αφενός μεν, μερικής διατήρησης της βιωσιμότητας της εξουσίας που διολισθαίνει σε έκπτωση αξιών και, αφετέρου, ενός πλαισίου  συναλλαγής.

Η φθίνουσα ιστορική και πολιτική απόδοση της νεωτερικότητας

Θεωρούμε ότι χρειαζόταν αυτό το προοίμιο για να κατανοήσουμε τον κύκλο που φαίνεται ότι διαγράφεται στην ιστορία της νεωτερικότητας και του κοινοβουλευτισμού και την φθίνουσα ιστορική και πολιτική του απόδοση. Αυτό το αναφέρουμε χωρίς να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι αυτός ο κύκλος γνώρισε την μεγαλύτερη επίτευξη και την μεγαλύτερη  θεσμική του δικαίωση στον 20ό αιώνα.

Θυμίζει όμως κάπως τον Νόμο του Πάρκινσον στη συμβολική του όψη. Ας  κάνουμε μερικές κρίσιμες παρατηρήσεις με βάση αυτή την αξία του Νόμου αυτού.

1. Η ανοικοδόμηση του Ανακτόρου των Βερσαλλιών έγινε στην παρακμή του Λουδοβίκου 14ου .

2. Η απόκτηση στέγης από την Κοινωνία των Εθνών έγινε την στιγμή που ξεθώριαζε πλήρως κάθε λόγος και κάθε ουσιαστικότητα και αποτελεσματικότητα στην ύπαρξή της κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου.

3. Η γραφειοκρατική φθίνουσα ανάπτυξη των θεσμών, η σύγχρονη τεχνοκρατική θεώρηση της ιστορικότητας και της προόδου αναφέρεται και αναδεικνύεται σε κάθε έργο ιστορικό, πολιτικό, οικονομικό ή άλλο. Σύμφωνα με αυτή, κάθε έργο τείνει να συμπεριλάβει στην εκτέλεσή του όσο το δυνατόν περισσότερους, με όσο το δυνατόν μικρότερο αποτέλεσμα. Θα λέγαμε ότι μοιάζει με μια πιο κοσμοθεωρητική δικαίωση και εποπτεία του Νόμου του Μέρφυ ή των μη γραμμικών παραδοξοτήτων της αρχής της εντροπίας και της φθίνουσας απόδοσης.

Αυτό αναδεικνύεται, βέβαια, στην έννοια, την λειτουργία, την προσέγγιση και των οικονομιών κλίμακας στην οικονομική θεωρία, όπως την εισήγαγε και όπως μπορούμε να την επεξεργαστούμε συνεχίζοντας το έργο του Μάλθους. [3]

Το πρόβλημα, λοιπόν, της ιστορικής θεμελίωσης του κοινοβουλευτισμού είναι ένα πρόβλημα που συσχετίζεται με αρκετές μεταπτώσεις. Αρχικά, η νεωτερικότητα –από την Μάγκνα Κάρτα, τις συντεχνίες, τις κοινότητες, τις πόλεις-κράτη στην Ιταλία και τις Κάτω Χώρες– συνδέεται με τα ζητήματα της ρήξης και των διαδικασιών της ρήξης που επέφερε η Μεταρρύθμιση στην πολιτική και την οικονομική κουλτούρα σε σχέση με την παραδοσιακότητα και συγκεντρωτικότητα του Ρωμαιοκαθολικισμού. Φυσικά, συνδέεται και με την επαναδιεκδίκηση της εξουσίας από τους ισχυρούς έναντι του συγκεντρωτισμού των βασιλείων στο τέλος του κύκλου.

Σε κάποιες περιπτώσεις, είχαμε επιλογές συνύπαρξης και συμβολοποίησης του βασιλικού θεσμού, μια επικίνδυνη συμβολοποίηση, γιατί έχει υπερβολικές και παράδοξες δικαιοδοσίες. Αυτό το βλέπουμε ακόμη και στην σημερινή Μεγάλη Βρετανία, αλλά ακόμη και στο πλαίσιο των ευρύτερων επιδράσεων που μπορεί να έχει ο θεσμός αυτός στις πολιτικές εξελίξεις σε άλλες χώρες όπως, παραδείγματος χάριν, στον Καναδά, παρά το γεγονός ότι οι κοινωνίες αυτές έχουν περάσει από φορτισμένες περιόδους αποκιοποίησης, αλλά και δημοκρατικής πολιτικής διακυβέρνησης, όπως κατά τη μακρά θητεία του Τρουντώ. [4]

Ο μύθος της δημοκρατικότητας της αντιπροσώπευσης

Όμως, κατ’αρχάς, πρέπει να τελειώσουμε με τον θεωρητικό μύθο της δημοκρατικότητας  της αντιπροσώπευσης. Πολύ σωστά ασκούν κριτική –όσοι ασκούν– ότι η αντιπροσώπευση δεν ταυτίζεται με την δημοκρατία. Η αντιπροσώπευση υπό την έννοια του αιρετού είναι ένα βήμα εκδημοκρατισμού, αλλά δεν ταυτίζεται με την δημοκρατία. Στην πραγματικότητα, σήμερα υπάρχει απλώς ένα δημοκρατικό υπόβαθρο στην τιμοκρατική, κατ’ ουσίαν, διακυβέρνηση. Παρόμοια κατάσταση υπήρχε ακόμη και στην αρχαία Αθήνα –σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό– υπό την έννοια των επιρροών που μπορούσαν να ασκούν οι οικονομικά ισχυροί που εμπλέκονταν στην πολιτική.

Αυτό το αρχέγονο σχεδόν ζήτημα της οικονομικής διαπλοκής φαίνεται και στους Παράλληλους Βίους του Πλούταρχου. Αρκεί να δει κανείς συγκριτικά τον πολιτικό βίο του Αριστείδη και τον βίο του Θεμιστοκλή. Θα διαπιστώσει τις δύο αντίθετες θέσεις παρά την κατ’ επίφαση ένταξη σε κόμματα.

Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει κανείς συγκρίνοντας κάποιες πολιτικές του Γιούλισες Γκραντ στις ΗΠΑ μετά τον Αβραάμ Λίνκολν –ενός ανθρώπου που λειτούργησε ανοίγοντας θεσμικά επικίνδυνους δρόμους ή, αλλιώς, συγχέοντας προοδευτικές πολιτικές με τη διαφθορά. Ωστόσο, με ανάλογες προοδευτικές πολιτικές ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ καινοτομεί στην συνέχεια από την μεριά των Ρεπουμπλικάνων, όπως ο θείος του, Θεόδωρος Ρούσβελτ. Ενδιαφέρον έχει και η παράξενη διαλεκτική των Ρεπουμπλικάνων σε σχέση με τον ρατσιστικό Νότο, που αντιστράφηκε από την εποχή της συνταγματικής μεταρρύθμισης του Λίντον Τζόνσον. [5]

Στην ιστορία, λοιπόν, του κοινοβουλευτισμού εντοπίζονται ανακολουθίες. Μολονότι έχει εμφανιστεί θεωρητικά να συνδέεται απολύτως με την ανάδειξη της αστικής τάξης, τελικά συνδέεται, αλλά με μια ανακολουθία, με την αρχαία δημοκρατία, στην οποία, ωστόσο, υπήρχαν κληρωτές λειτουργίες με μικρά χρονικά διαστήματα εξουσίας. Ήταν μια κοινωνία οργανωμένη πολιτικά ως «πολιτική κοινωνία» σε μικρότερη κλίμακα, αν και μπορεί να πει κανείς ότι σήμερα παρόμοιες κλίμακες κρατών όπως είναι το Λουξεμβούργο ή κρατίδια όπως αυτά του Λιχτενστάιν και του Μονακό λειτουργούν είτε κοινοβουλευτικά είτε θεσμικά με αναχρονιστική μορφή, παρά το γεγονός ότι αποτελούν πληθυσμιακά το αντίστοιχο των αρχαιοελληνικών  πόλεων.

Το Αμφικτυονικό πρότυπο και η δημοκρατία

Το ζήτημα έχει να κάνει με το πόσο ολοκληρωμένη είναι η δημοκρατία και από πού αντλεί τα οικονομικά της αποθέματα. Εδώ πρέπει να γίνουμε σαφείς. Τα οικονομικά αποθέματα της δημοκρατίας του Κλεισθένη δεν συντηρήθηκαν και δεν αναπτύχτηκαν από τον ηγετικό ρόλο της ίδιας της Αθηναϊκής πολιτείας σε ένα ευρύτερο περιβάλλον, όπως θα το συναντήσουμε αργότερα, λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο – από την εποχή μετά από τον ηγετικό ρόλο των Αθηνών στους Μηδικούς Πολέμους, της Αθηναϊκής Πολιτείας και μετά από την συγκρότηση της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Αυτό το σύστημα της αρχαίας δημοκρατίας είχε, θα λέγαμε, εγγενή στοιχεία μιας άλλης προσέγγισης –όσο ανολοκλήρωτη και αν ήταν– η οποία είχε ξεκινήσει από το Αμφικτυονικό πρότυπο.

Το Αμφικτυονικό  πρότυπο προσπαθούσε να συνδυάσει και συνδύαζε την συλλογική αντιπροσώπευση  με θεσμικούς εκπροσώπους τους Πυλαγόρες και τους Ιερομνήμονες, καθώς οι τελευταίοι αντιπροσώπευαν την πνευματική διάσταση του Αμφικτυονικού πνεύματος. Δηλαδή, οι Πυλαγόρες λειτουργούσαν ως αντιπροσωπευτικοί ηγέτες, ενώ οι Ιερομνήμονες ως συμβούλιο σοφών που εξέφραζαν την παράδοση. Υπήρχε η δυνατότητα συλλογικής συμμετοχής όλων στην διαδικασία επίλυσης διαφορών στην διαιτησία.

Η δικαιϊκή καταγωγή της δημοκρατίας

Εδώ, λοιπόν, πρέπει να σημειώσουμε ότι η διαδικασία της δημοκρατίας γεννιέται –από ό,τι φαίνεται– δικαιϊκά. Αυτό το βλέπουμε από την πρώτη διάσταση της δημοκρατίας, όπου έχουμε τον δικαστικό ή δικαιϊκό εκδημοκρατισμό του Σόλωνα και όπου διαμορφώνεται ο εκδημοκρατισμός με την καινοτομία στο οικονομικό πεδίο των θεσμών με την Σεισάχθεια και με την απελευθέρωση των δούλων, την ανάκτηση της ιδιότητας του πολίτη από ανθρώπους που είχαν εμπορευτεί, τελικά, τον εαυτό τους, την πολιτική τους υπόσταση, για οικονομικούς λόγους και την είχαν χάσει. Το δικαιϊκό ζήτημα ήταν πάντα στην αφετηρία θεμελιακών εξελίξεων τόσο για την πολιτική όσο και για την οικονομία. Αυτό αναδεικνύει και η θεωρία του Αριστοτέλη για την σχέση σπανιότητας πόρων και δικαιοσύνης.

Η σημαντικότητα του δικαστικού εκδημοκρατισμού φαίνεται και με την έννοια της διαλεκτικής ή του Λόγου έτσι όπως την συναντάμε στο Ινδικό έπος Μαχαμπαράτα με τον θεμελιώδη νομικό στοχασμό της Ντραουπάντι που αλλάζει την τροπή όλων των εξελίξεων της παιγνιακότητας, της ελευθερίας και της υπόστασης στο τυχερό παιχνίδι που έπαιξε ο Γιουντιστίρα με τον Σακούνι εμπορευόμενος και χάνοντας την σύζυγο του, Ντραουπάντι, τους αδελφούς του και τον εαυτό του σε μια διαδικασία πλήρους απαξίωσης.

Στο έπος αυτό, βλέπουμε την Ντραουπάντι να κινητοποιεί κομβικές διαδικασίες δικανικού λογισμού σε ένα από τα μεγαλύτερα παγκόσμια έπη. Η Ντραουπάντι συμβολίζει εκεί και την ύλη ως όψη που θέτει ως αναγκαιότητα την κατ’ οικονομία δικαιοσύνη και νομοτέλεια ως αντίθεση στην παιγνιότητα.

Συνεπώς, το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης πρέπει να το δούμε σε μια άλλη βάση: αφενός μεν, γύρω από την επάρκειά της και την αντιστοίχισή της με την έννοια της δημοκρατίας, αφετέρου δε, από την ιστορική της αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία.

Ο ολοκληρωτισμός του μαζικού πολιτισμού και η αντιπροσώπευση

Ωστόσο, παρά τον κοινοβουλευτισμό που ανέδειξαν οι μεγάλοι πολιτικοί στοχαστές –στην περίοδο των Πατέρων της Αμερικάνικης Ανεξαρτησίας, τόσο στις μεγάλες διακηρύξεις όσο και στην λογική ενός προβληματισμού που αναπτύχτηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο και, μεταγενέστερα, διασχίζοντας το «New Deal» και τον αγώνα ενάντια στα trust, που ξεκινάει από τον Άντριου  Τζάκσον καιν και φτάνει στον Θεόδωρο Ρούζβελτ συνεχίζοντας στη λογική του New Deal και του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και φτάνοντας ως την «Μεγάλη Κοινωνία» του Λίντον Τζόνσον–  έχουμε φτάσει πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο κατάρρευσης και ελλειμματικότητας των θεσμών και των ιστορικών προσωπικοτήτων.

Αυτό παρατηρεί και ο καθ’ ημάς Παναγιώτης Καννελόπουλος  στους ύστερους προβληματισμούς του –ελεύθερος από τους δογματισμούς που κυριάρχησαν στην ρεαλιστική του ταύτιση με πολιτικούς ρόλους από το παρελθόν– όταν κάνει λόγο για κρίση της ιστορικής προσωπικότητας, συνεχίζοντας την λογική ενός προβληματισμού που αναπτύσσει ο Ορτέγκα ι Γκασσέτ για την «έγερση των μαζών» και την παγίωση της μαζικής κοινωνίας. Όμως, η εποχή μας δεν πηγαίνει μόνο με τον μεγαλύτερο ρόλο των μαζών, αλλά και με μια μεγαλύτερη αποστασιοποίηση και αποξένωση και κυριαρχία των ελίτ.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο μαζικός πολιτισμός, όπως παρατηρούσε ο Καρλ Γιάσπερς, κρύβει μέσα του στοιχεία ενός ολοκληρωτισμού. Η μαζικότητα δεν βρίσκεται στην έννοια της ικανότητας των μαζών για αγώνα, αλλά στο γεγονός ότι λειτουργούν σε αυτήν πολύ πιο εύκολα τα στοιχεία αλλοτρίωσης, όπως αυτά που αναδεικνύονται από τους προβληματισμούς του Γκουσταύου Λε Μπον, του Φρόυντ και άλλων γύρω από την μαζική ψυχολογία και το εγώ, ή αναπτύσσεται συνέχεια και ως αγοραία «κοινωνία του θεάματος».

Προβληματισμούς πάνω σε αυτά τα σημεία έχουμε αναπτύξει σε προγενέστερα κείμενά μας, όπως για την ειδωλοποίηση και την κυριαρχία του τίποτε [6] ή για την εικονοποίηση της πολιτικής και τον πολιτικό μηδενισμό. [7]

Οι κύκλοι των ιδεών, το τέρμα της γραμμικότητας και η αντιπροσώπευση      

Το θέμα αυτό μπορούμε να το προσεγγίσουμε με δύο όψεις:

1. Με βάση τους κύκλους των ιδεών, υπό μια έννοια συστημικής ιστορικής εξέλιξης. Αναδεικνύονται κύκλοι ιδεών σε ιστορικά πεδία που εμπλουτίζονται και περνούν από σημεία καμπής και κρίσης και που μετασχηματίζονται καθολικά. Εδώ θα θυμηθούμε την ανάλογη θεωρία για τους ιστορικούς κύκλους Κοντράτιεφ στην οικονομία. Μπορούμε να μιλήσουμε, λοιπόν, για πολιτικούς κύκλους ανάλογους με τους οικονομικούς του Κοντράτιεφ.

2. Υπό την έννοια του τέλους της γραμμικότητας. Μπορούμε να σταθούμε σε κριτικές που αφορούν στην νεωτερικότητα όπως αυτή που έχει επιχειρήσει συστηματικά ο Giddens με την κριτική θεώρησή του, αλλά, πάνω απ’ όλα, μπορούμε να μιλήσουμε για το τέλος της γραμμικότητας της νεωτερικότητας.

Η νεωτερικότητα δεν έχει τελειώσει ως υπόθεση, αλλά έχει χάσει πολλές από τις γραμμικές απλοϊκότητές της, οι οποίες την οδήγησαν σε εκκρεμείς ή σε ακραίες δυναμικές και προσεγγίσεις, όπως η «σύγκρουση των πολιτισμών» και «το τέλος της ιστορίας». Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις αποδεικνύονται κατ’ ουσίαν το ίδιο φρούδες, ουτοπικές ή, μάλλον, μη ουσιαστικές. Υπάρχουν άλλες διεργασίες που είναι πιο ουσιαστικές, είναι διαδικασίες όπως οι συστημικές προσεγγίσεις που επιχειρεί ο Βάλλερσταιν, αλλά και άλλες που έχουν πεδίο γόνιμης αντίληψης και κριτικής θεώρησης και που συνδυάζουν την πολιτική με την οικονομία ως δυναμικά πεδία που αλληλεπιδρούν και λειτουργούν και ως αιτίες, επίσης, παλίνδρομων εξελίξεων.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε την ανθρωπολογική, ψυχολογική και πολιτισμική κρίση, όχι υπό την έννοια της σύγκρουσης των πολιτισμών, αλλά υπό την έννοια του συστήματος που δεσμεύει τον άνθρωπο και διαμορφώνει ένα πεδίο συνεργειών με την πολιτική και την οικονομία. Η άλλη, λοιπόν,  η κριτική ματιά και προσέγγιση μπορεί να περιλάβει έναν εντοπισμό των βασικών χαρακτηριστικών της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας, μια διείσδυση πέρα από τις θεσμικές γοητείες και αυθεντίες και τον κριτικό απόηχο που λειτουργεί σαν διάκοσμος και σαν εναλλακτικότητα, έτσι όπως εμφανίζεται στην κομματική διπολικότητα, καταλήγοντας να είναι όλο και πιο ανούσια.                                                        

Ωστόσο, σε κάθε εποχή παρουσιαζόταν η ανάγκη για ένα πεδίο κάθαρσης. Μιλάμε σήμερα για το Ρωμαϊκό δίκαιο και αγνοούμε ότι δύο μεγάλοι του στοχαστές, ο Παπινιανός και ο Ουλπιανός,  εκτελέστηκαν ή δολοφονήθηκαν από αυτοκράτορα ή από Πραιτωριανούς, υπερασπιζόμενοι τις ιδέες τους. Οι ιδέες αυτές είναι προφανές ότι δεν είχαν καμία πέραση στην εποχή τους. Συχνά, μας μένουν ως κληρονομιά κάποιες ιδέες που όμως αποτελούν ένα ασθενή θεσμικό απόηχο ικανό και εκτεθειμένο σε παλινδρομήσεις, από εποχές όπου όμως δεν υπήρχε η πραγματική τους δικαίωση, όπως γνωρίζουμε μέσα από την ιστορική αφήγηση που έχουμε για αυτές τις εποχές.

Πάντα λοιπόν υπήρχε η ανάγκη της κάθαρσης όπως τονίζεται και με τον υπέροχο ορισμό της τραγωδίας από τον Αριστοτέλη και όπως πραγματώνεται αυτή τελικά στους Αρχαίους Τραγικούς και τον Σαίξπηρ. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλάκις το πεδίο της αναφοράς του Σαίξπηρ είναι το πολιτικό που διαπλέκεται με το ψυχολογικό και το προσωπικό. Είναι το προσωπικό πεδίο αναφοράς που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ο Μαρξισμός και που καθυστερημένα το αναγνώρισε ο Λένιν μέσα από τις επιπτώσεις της επιλογής μιας προσωπικότητας τύπου Στάλιν ως τον διάδοχο ηγέτη.

Γενικότερα, η σχέση της προσωπικότητας με το σύστημα και την κοσμοθεωρητική ιδεολογία και  λειτουργία  της στην ιστορία είναι ένα σύνθετο ζήτημα που δεν επιδέχεται τις απλοϊκότητες της συστημικής και μονοδιάστατης θεώρησης των πραγμάτων. Με τον όρο «συστημική θεώρηση» δεν εννοούμε την συστημική θεωρία, που είναι ιδιαίτερα γόνιμη και απέχει πολύ από την ιδέα που έχουμε περί αυτής ως πολιτικού συστήματος, το οποίο, βεβαίως, στο ρεαλιστικό του πεδίο και τη μορφή που λαμβάνει γίνεται συχνά ένα τερατούργημα. Μιας θεμελιώδης  ιδέα στο ιδεατό της αντανακλάται στο ειδωλικό της πεδίο παραμορφωτικά, χωρίς, επίσης, αυτό να σημαίνει ότι η λέξη «σύστημα» είναι κατοχυρωμένη σε αυτή την –κατά πολλούς– βαρβαρότητα που λέγεται πολιτικό οικονομικό σύστημα. Πρέπει να αποσπάσουμε τη ρουτίνα της έννοιας, να διαχωρίσουμε την τρέχουσα σημασία της από την πραγματική έννοια της συστημικής θεωρίας, η οποία έχει τόσα να μας διδάξει.

Αναφορές:   
[1] Η «φυλή» εδώ αναφέρεται με την έννοια της Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της και όχι με την φυλετική ρατσιστική της εκδοχή, που μάθαμε τόσο κακοποιημένα στον 20ο αιώνα καταμεσίς της νεωτερικότητας και που δήθεν εξέπληξε την ανθρωπότητα με την ανάδειξή της και με τη θεωρία του υπεράνθρωπου και πάλι στρεβλωμένη.
[2] Durant, Will, «Τhe Story of Civilization, Vol. 6 – The Reformation», 1957
Επιστολή του Jakob Fugger II στον Κάρολο τον 5ο:
«Είναι γνωστό ότι η Μεγαλειότητά σας ίσως να μην απολάμβανε της Αυτοκρατορικής τιμής χωρίς τη βοήθειά μου, κάτι το οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί και με δηλώσεις όλων των αντιπροσώπων. Σε όλα αυτά δεν κοίταξα ποτέ το δικό μου κέρδος. Η σεβάσμια παράκλησή μου είναι να διατάξετε την χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση της επιστροφής των χρημάτων που πλήρωσα, συν τους τόκους».
[3] Cohen, Daniel, «Η ευημερία του κακού», εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 69:
«Ο νόμος του Thomas Manlthus μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Όποια και αν είναι η πρόοδος που επιτυγχάνουν οι ανθρώπινοι πολιτισμοί στο πεδίο των τεχνών ή των τεχνικών, το εισόδημα των κατοίκων μιας χώρας δεν μπορεί να αυξηθεί! Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός. Μόλις το εισόδημα ενός έθνους αυξηθεί, ο πληθυσμός τείνει να αυξηθεί ακόμη γρηγορότερα. Κάθε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού προκαλεί έτσι μια εκθετική μεγέθυνση του πληθυσμού, η οποία αργά η γρήγορα πρέπει να αναχαιτιστεί λόγω ανυπαρξίας διαθέσιμων εδαφών».
[4] Γιάννης Ζήσης, Υπάρχουν και προτεκτοράτα στους G8; , solon.org.gr
[5] Krugman, Paul, Η συνείδηση ενός προοδευτικού, εκδ. Πόλις, 2007, σελ. 134
[6] Γιάννης Ζήσης, Η ειδωλοποίηση του τίποτε, solon.org.gr
[7] Γιάννης Ζήσης, Η εικονοποίηση και ο μηδενισμός της πολιτικής, solon.org.gr

ελλογος

Advertisements