Την ώρα που όλοι («εδικοί» και μη) μιλούν με τη γλώσσα των αριθμητικών-στατιστιικών δεδομένων, με όρους τεχνοκρατικούς για την οικονομία, το χρέος, τη δημοσιονομική πειθαρχία κλπ, ξεχνούν (ή αγνοούν) ότι η «πραγματική» οικονομία είναι μια καταπιεστική και αδηφάγα μηχανή, που αντί να ελευθερώνει σκλαβώνει τον άνθρωπο. Και πώς να μην ήταν, αφού πρόκειται για τον καπιταλισμό, για την εκμετάλλευση και την εξουσία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Αντί να ασχολούμαστε με την πραγματική οικονομία, που είναι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, όπως επίσης σύστημα αξιών, δηλαδή ποιος παράγει, για ποιο σκοπό, με ποιες συνέπειες για το περιβάλλον, για την ευημερία των επόμενων γενεών, ποιες ανάγκες είναι σημαντικές και ποιες δευτερεύουσες κλπ., ασχολούμαστε μόνο με ποσοτικά δεδομένα (που αποσκοπούν στο κέρδος).  Άρα η οικονομία συνδέεται άμεσα με την παιδεία και την κουλτούρα, παράγωγο των οποίων είναι η πολιτική ως σφαίρα ανθρώπινης πρακτικής-δράσης.

Η παραγωγική διαδικασία και σχέσεις, και οι ρόλοι που αυτές οι δομές επιβάλλουν στους ανθρώπους, αλλοτριώνουν τον γνήσιο εαυτό, και αναδεικνύουν ένα ιδιωτικό «ευνουχισμένο» εγώ, ένα ανασφαλές, φοβικό – και γι’ αυτό κυριαρχικό και ανταγωνιστικό – εγώ. Αλλά και γενικότερα οι κοινωνικές σχέσεις και τα πολιτισμικά στοιχεία (θεσμοί, σύμβολα, στερεότυπα) είναι «εμβλήματα» που συνιστούν «συμβολικό ευνουχισμό» για το υποκείμενο. Οι ρόλοι με τους τίτλους τους είναι και αυτοί καταστάσεις συμβολικού ευνουχισμού, όπως επίσης η εξουσία με τα αξιώματα και τους τίτλους της. Και όντας ευνουχισμένοι, οι εξουσιαστές επιβιώνουν με το να ευνουχίζουν και τους υπηκόους τους. Τα να είσαι εργάτης, υπάλληλος, πανεπιστημιακός ή διανοούμενος, δεν είναι λιγότερο απατηλό από το να είσαι αρχηγός ή αφεντικό. Δεν είσαι ο εαυτός σου, αλλά αυτό που σου επιβάλλουν τα εύσημά σου, οι τίτλοι εξουσίας (λιγότερης ή περισσότερης) στην ιεραρχία της κοινωνίας. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται έτσι ώστε να εφευρίσκουν τρόπους για να μην είναι ο εαυτός τους. Έτσι η ιστορία γίνεται ένα δράμα με τραγικούς πρωταγωνιστές.

Ένα ριζικό-βαθύ αίτιο της πολύπλευρης κρίσης είναι το ότι αυτές οι σχέσεις και οι ρόλοι κατακερματίζουν το όλον, την ανθρώπινη ιδιότητα, την κοινότητα των ανθρώπων, την επικοινωνία και την ίδια την αντίληψη και τη συνείδησή μας. Αυτό οδηγεί σε περαιτέρω διαχωρισμούς, αλλοτρίωση και διχασμό, σε μια ιδεολογικοποιημένη πρόσληψη της πραγματικότητας ως πλάνης- ψευδαίσθησης. Έτσι, συμπεριφερόμαστε ανάλογα στον κόσμο, στη φύση, στους άλλους: τους βλέπουμε ως διαχωρισμένους, ξένους κι όχι ότι κι εμείς ανήκουμε στο όλον. Κατά συνέπεια δικαιώνουμε την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση, την οικολογική καταστροφή, τον ανταγωνισμό και τον πόλεμο για κυριαρχία – δηλαδή την (αυτο)αυτοκαταστροφή της ανθρωπότητας.

Επομένως, ανεξάρτητα από καλές ή κακόβουλες προθέσεις, το να εξορθολογίσεις και να διαχειριστείς τεχνικά ένα ανθρώπινο σύστημα, χαοτικό και σύνθετο, όπως η καπιταλιστική-εξουσιαστική οικονομία, είναι μια προσπάθεια που στηρίζεται σε σαθρές βάσεις. Και όταν αυτό το κάτι καθοδηγείται από τυφλές, αντιφατικές και εν πολλοίς ά-λογες ή ανορθολογικές δυνάμεις, τότε σίγουρα βρίσκεσαι σε αδιέξοδο. Το ίδιο συμβαίνει με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ενοποίηση, και πολύ περισσότερο η εμβάθυνσή της ως πολιτική ένωση-κοινοπολιτεία, είναι μια προσπάθεια που βασίζεται σε καλές εν γένει προθέσεις και σε ορθολογικές αρχές ελέγχου των τυφλών δυνάμεων της καπιταλιστικής οικονομίας, και των αντινομιών και των ανισοτήτων που αυτή προκαλεί. Αυτό πράγματι έχει επιτευχθεί σε ένα σημαντικό βαθμό στην Ευρώπη, όπου υιοθετείται το «κοινωνικό κεκτημένο», αν και όχι ισότιμα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες (χωρίς εδώ να παραβλέπουμε τις ευθύνες των πολιτών, ωστόσο η ανισοκατανομή της ανάπτυξης και των προνομίων, οι ταξικές ανισότητες και η αδικία είναι σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που δεν μπορεί να αγνοούνται).  Όμως, όπως ξέρουμε, οι καλές προθέσεις δεν φτάνουν:  η προσήλωση σε αποκλειστικά τεχνοκρατικά-οικονομίστικα μέσα, δεν αρκεί για να λύσει το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης που είναι ανθρωπολογικό και κοινωνικό – δε λύνει δηλαδή τις αντινομίες και την κοινωνική ανισότητα. Το αντίθετο συμβαίνει, μάλλον: το επιτείνει. Γιατί τα όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης έχουν γίνει πλέον αδιαπέραστα και μόνο με μια γενικευμένη καταστροφή (π.χ. πόλεμος, επιστροφή στον εθνικισμό-τοπικισμό, οικολογική καταστροφή κλπ) μπορούν να αναδιαταχτούν και η καπιταλιστική μηχανή να ανατροφοδοτηθεί. Τίθεται λοιπόν το δίλημμα: κοινωνική-πολιτισμική ανατροπή ή πόλεμος-καταστροφή;

Η διεθνή κατάσταση είναι τόσο ασταθής, που είναι πολύ πιθανό να προκύψουν εθνικές ή ευρύτερες διακρατικές συγκρούσεις. Η Ευρώπη περικυκλώνεται από ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού, τόσο οικονομικού όσο και ισχύος. Άρα η Ευρώπη, πέρα από οικονομίστικους λόγους, οφείλει να είναι ενωμένη και για λόγους διαφύλαξης της ειρήνης, με εξεύρεση ειρηνικών τρόπων επίλυσης-διαχείρισης των διαφορών-συγκρούσεων. Αλλά και για να μη χαθεί το στοίχημα της διεύρυνσης της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, στο βαθμό βέβαια που οι άνθρωποι επαγρυπνούν και παλεύουν γι’ αυτά. Το όραμα όμως για ενότητα και ειρήνη φαίνεται να απεμπολείται από τους λαούς της Ευρώπης, που προκρίνουν την επιστροφή στις «παλιές καλές μέρες»,  στις παλιές διενέξεις γύρω από ζητήματα ταυτότητας, ανεξαρτησίας, αυτονομίας-απόσχισης, επιστροφή στις πατροπαράδοτες αξίες, δηλαδή στον εθνικισμό, τον ρατσισμό, και τον ακροδεξιό (αλλά και αριστερό) συντηρητισμό. Ίσως αυτό θεωρείται (είτε συνειδητά είτε ενδόμυχα) ως λύση ή απάντηση στην κρίση της πολιτικής και στην απαξίωση της πολιτικής τάξης (του πολιτικού συστήματος και των πολιτικών). Οι πολίτες είναι απογοητευμένοι, γυρίζουν την πλάτη τους στους πολιτικούς και ψηφίζουν νοσταλγούς του ολοκληρωτισμού , ακροδεξιούς ή φασίστες πολιτικούς, για να τιμωρήσουν τη διαφθορά, την υποκρισία και την αλαζονεία των στελεχών των παραδοσιακών κοινοβουλευτικών κομμάτων.

Όμως δεν καταλαβαίνουν (ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ή δεν τους νοιάζει) ότι και οι νεοφασίστες και λοιποί εθνολαϊκιστές είναι επίσης πολιτικοί, έστω νέοι και «έξω» από το σύστημα, ωστόσο πρεσβεύουν αξίες και οράματα εξίσου παρωχημένα και συντηρητικά, ενώ έχει αποδειχτεί (βλ Μπερλουσκόνι κ.ά.) ότι κι αυτοί βουτούν τα χέρια τους στη διαφθορά και την εξαπάτηση. Γιατί οι άνθρωποι πάντα κρύβονταν πίσω από τις αυταπάτες τους αντί να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, όπως έλεγε και ο Φρόυντ. Έτσι και η πρόταση για Ευρωπαϊκή Ένωση πολλών ταχυτήτων, ενώ φαίνεται ρεαλιστική, εντούτοις είναι υποχώρηση στο γενικότερο κλίμα της συγκυρίας, με την ξενοφοβία, τον εθνοκεντρισμό, τον ευρωσκεπτικισμό και τον ρατσισμό να είναι σε άνοδο. Γενικότερα ο συντηρητικός λόγος σε όλα τα ζητήματα αποκτά όλο και περισσότερη αίγλη και νόημα για τις μάζες. Ενώ σοβαρή απάντηση θα ήταν μια επιθετική φυγή προς τα εμπρός, στην ολόπλευρη και ουσιαστική πολιτική Ένωση.

Μάλιστα, αφού η αριστερά έχει απεμπολήσει το διεθνιστικό-παγκόσμιο όραμα, καθώς ασχολείται μόνο με την εθνική οικονομία, τον συνδικαλισμό και τη συντεχνιακή λογική της, και σε συντονισμό με τους απλούς πολίτες  που ζητούν την περιχαράκωση στο έθνος-κράτος, οι μόνες πολιτικές δύναμεις και ιδεολογίες που φαίνεται να έχουν δυναμική είναι τελικά,  ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ακόμη και ο φασισμός -νεοναζισμός. Παρά το μακάβριο και ολοκληρωτικό όραμά τους, ωστόσο πρεσβεύουν έναν ρομαντισμό-ιδεαλισμό («το μεγαλείο του» λαού, η «ανωτερότητα-ενότητα του έθνους»,  ο «περιούσιος ιστορικός ρόλος της άριας φυλής και η νέα παγκόσμια τάξη» του ναζισμού) που μπορεί να συγκινήσει τις μάζες. Διότι υποτιμάει τον οικονομίστικο-τεχνοκρατικό-πολιτικάντικο λόγο και προκρίνει το «πνευματικό στοιχείο», δηλαδή έναν ηθικό και ιδεολογικό-οραματικό προσανατολισμό, προτείνοντας κάποιες συντηρητικές, ολοκληρωτικές ή αυταρχικές αξίες και ιδανικά. Και παρά το ότι όλα αυτά σε κάποιους προκαλούν ρίγος με τη σχιζοειδή-εφιαλτική προοπτική τους, ωστόσο  προκαλούν σε πολλούς νοσταλγία για έναν «χαμένο και πιο ηθικό» δήθεν κόσμο,  σε αντίθεση με τον υλισμό της εποχής μας. Βέβαια η νοσταλγία και η εξιδανίκευση καταστάσεων (εδώ του παρελθόντος) συνιστούν αυταπάτες που οδηγούν σε μη ρεαλιστικές στάσεις και στον δογματισμό-φανατισμό, εντέλει στον ολοκληρωτισμό και σε έναν αδιέξοδο, αυτοκαταστροφικό δρόμο.

Γι’ αυτό το διακύβευμα της εποχής μας είναι τεράστιο. Το αντίθετο της κοινωνικής-πολιτισμικής επανάστασης, της εξαφάνισης της εξουσίας, του κράτους και του καπιταλισμού, είναι μια μεγάλη καταστροφή (πόλεμος, οικολογική κατάρρευση) ή ακόμη και ο φασισμός, χωρίς το δεύτερο να αποκλείει το πρώτο.

Δ – Άνθρωπος

iamarevi

Advertisements