του Παύλου Δερμενάκη

Μία ακόμη χαριστική πράξη υπέρ των ξένων funds που κυριαρχούν στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας, με υπογραφή ΣΥΡΙΖΑ

Ένα ακόμα έγκλημα, της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε βάρος του λαού ολοκληρώθηκε και οι υπάκουοι βουλευτές ψήφισαν την (ν)τροπολογία για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών. Μία ακόμα χαριστική πράξη υπέρ των τραπεζών και σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων ολοκληρώθηκε με επιτυχία, από τους «εκτελεστές» βουλευτές, την κυβέρνηση Τσίπρα και την παρέα του.

Ο αναβαλλόμενος φόρος είναι η φορολογική ασυλία των τραπεζών για τα επόμενα 20 χρόνια. Οι όποιες ζημιές των τραπεζών λόγω των κόκκινων δανείων μπαίνουν σε έναν λογαριασμό-«κουμπαρά». Ο λογαριασμός αυτός θα μειώνεται σταδιακά μέχρι να μηδενιστεί, για τα επόμενα 20 χρόνια, ανάλογα με τους φόρους που αναλογούν κατ’ έτος σύμφωνα με την κερδοφορία των τραπεζών. Συνεπώς μέχρι να μηδενιστεί ο λογαριασμός οι τράπεζες δεν θα καταβάλλουν φόρους. Δηλαδή οι τράπεζες με κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ δεν θα καταβάλλουν φόρο για τα επόμενα 20 χρόνια (!), αλλά τα λαϊκά στρώματα θα πρέπει να καταβάλλουν φόρο, σύμφωνα με τις νέες συζητήσεις κυβέρνησης-δανειστών, μετά τα 5.000 ευρώ!!! Η απόλυτη φορολογική «δικαιοσύνη» και μάλιστα με ταξικό πρόσημο…

 «Πατέντα» από Σαμαρά – Βενιζέλο

Αυτή η «πατέντα» φορολογικής ασυλίας ξεκίνησε το 2014, επί Σαμαρά-Βενιζέλου, στο όνομα του συμψηφισμού των ζημιών (37 δισ. €) από το PSI (κούρεμα ομολόγων του δημοσίου το 2012) που είχαν οι τράπεζες. Η ρύθμιση αυτή είχε ορίζοντα 5ετίας. Σήμερα στις ζημιές που δεν έχουν συμψηφιστεί, με τα αντιστοιχούντα πολλαπλάσια κέρδη, θα προστεθούν οι νέες από τα κόκκινα δάνεια και θα αποσβεστούν, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, σε ορίζοντα 20ετίας. Η 20ετία ήταν απαίτηση των τραπεζών καθώς στην πενταετία δεν θα είχαν τα αναλογούντα κέρδη για να συμψηφίσουν τους φόρους και συνεπώς το σχετικό bonus θα ήταν δώρο-άδωρο.

Όμως η σκανδαλώδης ρύθμιση δεν σταματά στην κατάργηση, για 20 έτη, της φορολογίας των τραπεζών. Το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου αν και αποτελεί επί της ουσίας «αέρα κοπανιστό», αποτελεί εποπτικό κεφάλαιο (ίδια κεφάλαια). Συνεπώς προσμετράται στον δείκτη φερεγγυότητας. Παράλληλα το Δημόσιο, δηλαδή όλοι εμείς, έχει δεσμευτεί και εγγυάται στις τράπεζες ότι στο βαθμό που δεν θα υπάρξουν τα αναγκαία κέρδη και θα χρειαστούν ανακεφαλαιοποίηση, θα καταβάλλει το ίδιο (εμείς) το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου ως μετοχικό κεφάλαιο.

Για να το κάνουμε πιο πρακτικό, η κυβέρνηση χάρισε έναντι ευτελούς τιμήματος τις τράπεζες στους ξένους. Αυτοί έναντι ενός ελάχιστου ποσού, συγκριτικά με ό,τι έχουμε πληρώσει όλοι εμείς για τις τράπεζες από το 2008, με το δέλεαρ των υπεραξιών στις εγγυήσεις των κόκκινων δανείων «επένδυσαν» αγοράζοντας τις τράπεζες. Σήμερα διορίζουν διοικήσεις στα μέτρα τους, δημιουργούν με ελάχιστα ποσά (100.000 €) τα νέα funds που θα κερδοσκοπήσουν με τα κόκκινα δάνεια και ετοιμάζονται να εξαγοράσουν «μπιρ παρά», συγκριτικά με τις πραγματικές τους αξίες, τα δάνεια κόκκινα και μη.

Υποτιμητική κερδοσκοπία

Η κυβέρνηση, με τη νέα ρύθμιση για τον αναβαλλόμενο φόρο, τους ετοίμασε. Φούσκωσε το «μαξιλάρι» ώστε όλη αυτή η υποτιμητική κερδοσκοπία στις αξίες να μην έχει άμεσα επιπτώσεις στους σημερινούς μετόχους. Αυτοί θα μεταβιβάσουν στα funds των δικών τους συμφερόντων σε πολύ υποτιμημένες τιμές, στοιχεία του ενεργητικού των τραπεζών και τις αντίστοιχες εγγυήσεις, θα βγάλουν υπερκέρδη από αυτή τη διαδικασία και θα μείνουν οι τράπεζες-«κουφάρια» για να ανακεφαλαιοποιηθούν με χρήματα του Δημοσίου (μη πληρωμένους φόρους ή/και μετρητά) και, όπου δεν φτάσουν, με την υποχρεωτική μετατροπή καταθέσεων σε μετοχές.

Δηλαδή «μονά» κερδίζουν οι ξένοι ιδιοκτήτες των τραπεζών, γιατί αν υπάρχουν κέρδη απαλλάσσονται της φορολογίας, «ζυγά» χάνουμε ως λαός, γιατί αν δεν υπάρχουν κέρδη θα πληρώσουμε εμείς την ανακεφαλαιοποίηση μέσω του κράτους και με δήμευση των καταθέσεών μας.

Και για να έχουμε μια εικόνα του μεγέθους της εθελοδουλίας της κυβέρνησης σημειώνουμε, όπως προκύπτουν από την εισηγητική έκθεση της (ν)τροπολογίας στη Βουλή, ότι: α) στη διαβούλευση για την κατάρτισή του συμμετείχαν «το υπουργείο Οικονομικών, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η Τράπεζα της Ελλάδος, η Ελληνική Ένωση Τραπεζών, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας», β) «Η διαβούλευση περιορίστηκε στους συγκεκριμένους φορείς και αρχές λόγω του απολύτως εμπιστευτικού χαρακτήρα των ρυθμίσεων» και γ) στο ερώτημα για τη διατύπωση των απόψεων υπέρ και κατά που εκφράστηκαν, η απάντηση ήταν «Όλες οι πλευρές ήταν θετικές…» Δηλαδή επί της ουσίας οι τραπεζίτες αποφάσισαν να απαλλάξουν τους εαυτούς τους από τη φορολογία, αποκλείστηκαν οι πολίτες και οι φορείς τους από τη διαβούλευση στο όνομα της εμπιστευτικότητας, η τροπολογία αν και ήταν έτοιμη από τον Φλεβάρη κατατέθηκε εκπρόθεσμα στις 16/3/2017 (!) και τέλος, δεν υπάρχει έκθεση του επιστημονικού συμβουλίου της Βουλής για τη συνταγματικότητα του νόμου.

Τι έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014

«Κατόπιν τούτων, πού είναι το δημόσιο συμφέρον; Πού ακριβώς εξυπηρετείται και κατοχυρώνεται το δημόσιο συμφέρον; Εκτός κι αν πούμε, ότι “τράπεζες” και “δημόσιο συμφέρον” είναι ταυτόσημες έννοιες. Εκεί να καταλάβω ότι αυτός ο άκρατος παραλογισμός γίνεται κρατούσα λογική.» […] «Δεν υπάρχει, λοιπόν, δημόσιο συμφέρον εδώ που να κατοχυρώνεται. Υπάρχει άκρατος νεοφιλελευθερισμός που θεωρεί το ρόλο και την ελευθερία των τραπεζών ύψιστο αγαθό για τη λειτουργία του πολιτεύματος, της οικονομίας, της κοινωνίας, της ανθρωπότητας! Είναι πραγματικά πολύ σοβαρή αυτή η τροπολογία και πρέπει να αποσυρθεί αμέσως. Είναι όνειδος για το ελληνικό Κοινοβούλιο να αποδεχθεί να δεσμεύσει τον ελληνικό λαό για τριάντα χρόνια μέσα από αυτήν τη διαδικασία.»

Αυτή ήταν η τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή για τον αναβαλλόμενο φόρο το 2014, όπως την παρουσίασε ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Θοδωρής Δρίτσας. Σήμερα, στο όνομα της καρέκλας της εξουσίας, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και ο ίδιος ο Δρίτσας έκαναν μία ακόμα «κωλοτούμπα» για τον αναβαλλόμενο φόρο. Έτσι με τη μία απόφαση απαλλάσσουν τις τράπεζες από φόρους δεκάδων δισ. και με την άλλη επιβάλλουν στον λαό νέα φορολογικά μέτρα και περικοπές συντάξεων και κοινωνικών δαπανών.

Δρόμος της Αριστεράς

Advertisements