Του Κώστα Λουλουδάκη (Ιουλιανού)

Πόσο δύσκολο είναι να αποσπάσουμε το βλέμμα μας από την παραισθησιογόνα επίδραση της οθόνης μας; Ρητορικό το ερώτημα και δεν αναμένουμε απάντηση που ούτως ή άλλως δεν θα είχε ουσιαστική σημασία. Άλλωστε,  οι περισσότεροι έχουν τόσο εθιστεί στην οθόνη που θα ήταν τεκμηριωμένο αν υποθέταμε πως θεωρούν την πραγματική ζωή τους μη υπάρχουσα καθώς δείχνουν ένα αδηφάγο ενδιαφέρον για τις ζωές των άλλων!

Ωραία λοιπόν, η πλειοψηφία έχει άγνοια της πραγματικής κατάστασης. Όμως, που είναι το πρόβλημα;

Το πρόβλημα είναι πως η βλαβερή άγνοια τούς, δημιούργησε μια παγερά αδιάφορη κοινωνική μερίδα, που έχει χάσει πλέον την όποια ικανότητα διέθετε να ξεχωρίζει τις αυταπάτες από την πραγματικότητα, διαιωνίζοντας κατ’αυτόν τον τρόπο,  την κοινωνική παραγωγή της απανθρωπιάς.

Η οθόνη προστάζει και οι διαταγές είναι υποχρεωτικές. Πρέπει να γίνεις, να ταυτιστείς με τον «διάσημο του Survivor» για να είσαι, για να υπάρξεις, σε μια κοινωνία που η ουσία της ύπαρξής της είναι η μαζική χειραγώγηση. Έτσι, μετατοπίζεται η προσοχή από τις απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης στον εξωραϊσμό του μηδαμινού. Η εκμαυλιστική αυτή εικόνα εξοβελίζει την κριτική σκέψη και αχρηστεύει, ακρωτηριάζει ψυχικά τον άνθρωπο.

Η διαφήμιση ενώ είναι ένα παράσιτο στην επιφάνεια της πραγματικότητας, προστάζει και επιβάλει έναν ολοκληρωτισμό υποχρεωτικό για όλους: καταναλώστε! Και ενώ η εντολή είναι υποχρεωτική για όλους, ταυτόχρονα είναι και ανέφικτη για την πλειοψηφία των πολιτών λόγω φτώχειας και σκληρής οικονομικής ανισότητας.

Σε μια  εποχή  που η προοπτική της υπογραφής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άγνωστη πρακτική αντίθετα από τις βραχυχρόνιες συμβάσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν είναι διόλου συνετό να συνδικαλιστείς, πόσω μάλλον να απεργήσεις. Όμως για  να εργαστείς πρέπει να αποδεχτείς και μισθούς γαλέρας.

Με την διαφήμιση, τα «αφεντικά» του κόσμου μπορούν να επιβάλουν την γαλέρα ως κανονικότητα. Όπως η εταιρεία «vodafone» που στην νέα διαφημιστική καμπάνια της, η οποία ονομάζεται «protifora»  εμφανίζεται ένας εργαζόμενος ενθουσιασμένος επειδή για πρώτη φορά λαμβάνει μισθό 435 ευρώ!

Έχουμε να κάνουμε με ένα οπτικοαουστικό μάθημα υποταγής από μια εταιρεία που έχει ανάγκη να πουλάει περισσότερο και να πληρώνει λιγότερο. Τέτοιες μαζικές διαφημιστικές εικόνες νομιμοποιούν στην συνείδηση μας και κάνουν αποδεκτούς τους καπιταλιστικούς κανόνες του παιχνιδιού. Αναδεικνύουν την κοινωνική και οικονομική κατωτερότητα του πλήθους, που είναι υποχρεωμένο να  αναζητά το πρόσκαιρο και το κακοπληρωμένο για να επιβιώσει.

Άλλωστε, την αμοιβή  του εργάτη την μεταχειρίζονται σαν αυτός να μην εξαρτάται από τον μισθό του για να πληρώσει το νοίκι του, το ρεύμα του, το νερό του, το τηλέφωνό του, να θρέψει την οικογένειά του και να αναθρέψει τα παιδιά του.

H κατεστημένη τάξη για τον έλεγχο της «κοινής γνώμης», ώστε να μην διαταραχθεί η αρμονία του καπιταλισμού, έχει στο οπλοστάσιό της τελεσφόρα όπλα: τα ΜΜΕ, εφημερίδες, το ίντερνετ, το οποίο δίνει θεωρητικά το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης μέσα από τις λεγόμενες σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, που με ταχύτητα αστραπής μεταφέρουν πληροφορίες. Ωστόσο, μέσα από τον καταιγισμό  πληροφοριών που αφειδώς και δωρεάν προσφέρουν οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, σε μεγάλο βαθμό δικαιώθηκε ο Μακιαβέλλι ο οποίος έγραφε για την χειραγώγηση των «υπηκόων»: «Γενικά οι άνθρωποι κρίνουν περισσότερο με τα μάτια παρά με το μυαλό, γιατί ενώ όλοι βλέπουν, ελάχιστοι μπορούν να εννοήσουν. Ο καθένας βλέπει εκείνο που φαίνεται, λίγοι μπορούν να καταλάβουν την πραγματικότητα» (Ο Ηγεμών κεφ.ΧVVVV.)

Με άλλα λόγια η βία της καθημερινότητας είναι αόρατη καθώς μας νουθετούν με τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τον σεβασμό της ατομικότητας, της ιδιωτικότητας και των ατομικών επιλογών. Παρουσιάζουν, δηλαδή, την κοινωνική ταξική θέση του καθενός ως αποτέλεσμα ατομικής επιλογής και όχι ως αποτέλεσμα σκληρών ταξικών δομών οικονομικών, πολιτικών ή πολιτισμικών.

Πριν λίγο καιρό η Knorr για να λανσάρει ένα προϊόν της, λεηλάτησε και εκμεταλλεύτηκε τον πόνο, την απελπισία και την εξαθλίωση ανθρώπων συντετριμμένων από τον καπιταλισμό. Με αυτήν την διαφήμιση, που παρουσιάζει ανθρώπους λες και αυτοί γεννήθηκαν για να πεθάνουν από την πείνα, η πολυεθνική εταιρεία απέδειξε πως οι πιο «ικανοί», οι «άριστοι», αποκομίζουν πάντα κέρδος από την εξαθλίωση των συνανθρώπων μας.

Ο καπιταλισμός που διψά για κέρδος δεν δίστασε να διαφημίσει ακόμα και τον θάνατο: όταν το ΔΝΤ κυριαρχούσε στην Αργεντινή, η στρατιωτική δικτατορία που κατείχε την εξουσία συνήθιζε να στέλνει πολλά από τα θύματα της, ζωντανά αλλά ναρκωμένα, στο βυθό της θάλασσας δεμένα σε τσιμεντόλιθους. Τον Απρίλιο του 1998 το εργοστάσιο ρούχων Diesel δημοσίευσε, στην Αργεντινή, στο περιοδικό Gente μια διαφήμιση που αποδείκνυε την αντοχή των παντελονιών της σε κάθε είδους πλύσιμο. Μια φωτογραφία έδειχνε οκτώ νέους δεμένους σε κομμάτια τσιμέντου στα βάθη της θάλασσας και η λεζάντα έλεγε: «Δεν είναι το πρώτο σου jeans, θα μπορούσε όμως να είναι το τελευταίο σου. Τουλάχιστον, έτσι θα αφήσεις πίσω σου ένα όμορφο πτώμα.» (Ένας Κόσμος Ανάποδα του Εδουάρδο Γκαλεάνο.)

Όταν έγραφα τα «Άσπρα Μαντίλια στην Plaza de Mayo» για τις ανάγκες του βιβλίου μου έψαξα και βρήκα αυτήν την διαφήμιση-βιασμό της ανθρωπιάς. Απολαύστε την:

Ημεροδρόμος

Advertisements