Του Σταύρου Μαυρουδέα

Οι διάφοροι συστημικοί παράγοντες χαλούν τον κόσμο για να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ. Και γι’ αυτό καλούν τον ελληνικό λαό σε νέες θυσίες.

Ο εμβριθής οικονομολόγος – και θαυμαστής της Σκάρλετ Γιόχανσον – Ευκλείδης Τσακαλώτος διατείνεται ότι «θα είναι μια συμφωνία με δυσκολίες και θετικές εκπλήξεις η οποία υπό όρους , αν ανοίξει το δρόμο για το QE, θα δώσει χώρο επιστροφής σε βιώσιμη ανάπτυξη».

Είχε προηγηθεί ο εξίσου εμβριθής οικονομολόγος και επισήμως αντίπαλος (αλλά ανεπισήμως φίλος) Γιάννης Στουρνάρας που απαίτησε να δοθεί γη και ύδωρ στους δανεισττές για να κλείσει η αξιολόγηση και να μπει η Ελλάδα στο πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Από κοντά και οι τραπεζίτες όπου αντιπροσωπεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών σε επαφές με τον SSM και την ΕΚΤ εκπλιαρούν επίσης για αυτή την συμμετοχή. ΦΥσικά με αντίτιμο τις λαϊκές θυσίες.

Πρόκειται για γελοία καραγκιοζιλίκια. Όπως εξηγεί και το ακόλουθο σύντομο άρθρο (που θα δημοσιευθεί στο ΠΡΙΝ της Κυριακής), η Ποσοτική Χαλάρωση έχει αμελητέα επίπτωση στο ελληνικό πρόβλημα.

Επίσης, παραβλέπουν όλοι οι προαναφερθέντες ιθύνοντες ότι η διεθνής οικονομία μπαίνει σιγά-σιγά σε κύκλο αύξησης των επιτοκίων ξεκινόντας από την αμερικανική Fed. Επίσης ότι αυξάνουν οι γερμανικές πιέσεις για τον τερματισμό του προγράμματος της ΕΚΤ (ιδιαίτερα με τις φωνές περί αύξησης του ευρωπαϊκού πληθωρισμού). Και φυσικά η τάση αύξησης των επιτοκίων συνεπάγεται τον τερματισμό των ανορθόδοξων νομισματικών πολιτικών τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης.

Το ερώτημα είναι οι συστημικοί ιδύνοντες είναι ανόητοι ή θεωρούν όλους τους υπόλοιπους εμάς ανόητους.

Τα προγράμματα Ποσοτικής Χαλάρωσης αποτελούν μία ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που εφαρμόζει το αστικό κράτος εν μέσω βαθιάς κρίσης και ενώ έχει ήδη εφαρμόσει όλες τις παραδοσιακές νομισματικές πολιτικές (δηλαδή έχει ουσιαστικά μηδενίσει τα επιτόκια έτσι ώστε να κάνει φθηνή την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να αποφευχθεί η επιδείνωση της κρίσης με μαζικές χρεωκοπίες). Με την Ποσοτική Χαλάρωση η κεντρική τράπεζα αγοράζει δημόσια και ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία (κυβερνητικά και εταιρικά ομόλογα κλπ.) που αλλιώς δεν θα αγοραζόντουσαν καθόλου λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης με χρήμα και έτσι ενισχύει την ρευστότητα των κρατών και των επιχειρήσεων ώστε να μην χρεωκοπήσουν. Δεν αποτελεί μία φιλολαϊκή πολιτική (όπως κακαρίζουν διάφοροι σοσιαλφιλελεύθεροι πολιτικοί και οικονομολόγοι και στη χώρα μας ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά για μία νεο-συντηρητική πολιτική έκτακτης ανάγκης. Η ρευστότητα αυτή πηγαίνει ελάχιστα στις τσέπες των εργαζομένων. Κυρίως διευκολύνει τους ισολογισμούς κρατών και επιχειρήσεων. Μάλιστα για να αποφευχθεί μία «αναζωπύρωση του πληθωρισμού» (πρακτικά δηλαδή να διαρρεύσει ευρύτερα η ρευστότητα αυτή) εφαρμόζονται ταυτόχρονα και πολιτικές «αποστείρωσης».

Η Ποσοτική Χαλάρωση χρησιμοποιείται από την αστική εξουσία για να ετεροχρονίσει και να απαλύνει την οξύτητα της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν μπορεί να την επιλύσει αλλά μπορεί να «απλώσει» στο χρόνο ορισμένες επιπτώσεις της και ιδιαίτερα να αποφύγει την συσσώρευση μίας «κρίσιμης μάζας» τους σε μία επικίνδυνη στιγμή. Ταυτόχρονα όμως έχει και χρονικά και ποσοτικά όρια γιατί η υπερσυσσώρευση μη-εμπορεύσιμων ιδιοκτησιακών τίτλων στο ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας μπορεί να την οδηγήσει στην χρεωκοπία.

Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης του 2007-8 η Ποσοτική Χαλάρωση πρωτο-εφαρμόσθηκε από τις ΗΠΑ καθώς η παγκόσμια υπερ-δύναμη έχει το προνόμια να περνά μέρος από τα δικά της βάρη στους υποκείμενους καπιταλισμούς. Η ΕΕ – και ιδιαίτερα η Γερμανία – προσπάθησε να την αποφύγει έτσι ώστε να διατηρήσει ισχυρό το ευρώ και να μπορέσει να απειλήσει την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Τελικά όμως, κάτω από τις έντονες πιέσεις των ΗΠΑ και την ραγδαία επιδείνωση της κρίσης της ευρωζώνης, αναγκάστηκε να την εφαρμόσει. Από την εφαρμογή της όμως εξαιρέθηκαν οι χώρες που βρίσκονται υπό μνημονιακά προγράμματα (όπως η Ελλάδα).

Έκτοτε, η ένταξη στη Ποσοτική Χαλάρωση επισείεται από όλες τις αστικές πριμαντόνες (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και λοιπές) ως έπαθλο για την συμμόρφωση της χώρας στα μνημονιακά προγράμματα. Προβάλλεται ότι με αυτή θα μειωθεί το χρέος και θα βελτιωθεί η ρευστότητα στην οικονομία. Επομένως χαλάλι οι νέες θυσίες και η πρόσθετη λιτότητα.

Πρόκειται για ένα άθλιο και συνειδητό ψέμα. Γνωρίζουν καλά οι συστημικές πριμαντόνες ότι ακόμη και αν αύριο ενταχθεί η χώρα στην Ποσοτική Χαλάρωση το ύψος της παρεχόμενης ρευστότητας θα ήταν της τάξης το πολύ των 3-4 δις ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για αστείο μέγεθος σε σχέση με τον όγκο του ελληνικού χρέους. Το σχετικό μέγεθος είναι γνωστό τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην Τράπεζα της Ελλάδας. Αυτό προκύπτει γιατί όχι μόνο το ύψος του προγράμματος της ΕΚΤ είναι μικρό (60δις μηνιαία που αυξήθηκαν σε 80δις) αλλά και διέπεται από αυστηρούς κανόνες σχετικά με το πόσα (εξαρτάται από το ποσοστιαίο μερίδιο της κάθε εθνικής κεντρικής τράπεζας στο συνολικό ύψος του προγράμματος, 2.9% για την Ελλάδα) και τι περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αγορασθούν (πρέπει να είναι υψηλής πιστοληπτικής αποτίμησης και μάλιστα ένα ποσοστό από αυτά). Έτσι προκύπτει ένα αμελητέο μηνιαίο ποσό που δεν υπερβαίνει τα 2δις, ενώ αθροιστικά (μέσω των αναχρηματοδοτήσεων) δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4δις.

Συγκριτικά, μόνο τα νέα μέτρα λιτότητας που ετοιμάζεται να συνομολογήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για να κλείσει η τρέχουσα μνημονιακή αξιολόγηση είναι της τάξης των 3.5δις.

Με λίγα λόγια ο λαός καλείται να ματώσει ξανά για να μπορέσει η εγχώρια αστική τάξη να πάρει τα λίγα ματωμένα αργύρια της.

Μπορεί να χρεωκοπήσει μία Κεντρική Τράπεζα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης;

Στο παραπάνω άρθρο υποστηρίζεται ότι η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση μπορεί να οδηγήσει σε χρεωκοπία την ΕΚΤ. Η διατύπωση ήταν αναγκαστικά συνοπτική λόγω του περιορισμού έκτασης των δημοσιογραφικών κειμένων. Αυτό είναι ένα λεπτό ζήτημα γιατί κανονικά μία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να χρεωκοπήσει καθώς έχει το εκδοτικό προνόμιο (δηλαδή μπορεί να «κόψει χρήμα» και συνεπώς να καλύψει τις ζημιές της).

Βέβαια καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιβαρύνει ανεξέλεγκτα τον ισολογισμό της με προβληματικά χρεώγραφα και μετά να αυξάνει την κυκλοφορία του χρήματος για να καλύψει τις ζημιές της καθώς αυτό συναντά έναν εξωτερικό περιορισμό. Δηλαδή η υπερβολική Ποσοτική Χαλάρωση (σαν υποκατάστατο της μείωσης των επιτοκίων) θα επηρεάσει πτωτικά την συναλλαγματική ισοτιμία και, υπό προϋποθέσεις, το ισοζύγιο κεφαλαίου (δηλαδή θα υπάρξει φυγή κεφαλαίων) με συνέπειες στο ισοζύγιο εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών.

Όμως στην περίπτωση της ΕΚΤ τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα καθώς η τελευταία δεν είναι μία τυπική Κεντρική Τράπεζα γιατί δεν έχει ένα ενιαίο κράτος πίσω της αλλά μία διακρατική ενότητα. Επομένως ο περιορισμός της κεφαλαιακής της βάσης είναι ακόμη οξύτερος καθώς δεν είναι βέβαιο ότι τα κράτη που την «προίκισαν» με το μετοχικό κεφάλαιο της θα συμβάλλουν επίσης στην ανακεφαλαιοποίηση της. Συνεπώς η επιβάρυνση του ισολογισμού της με προβληματικά χρεώγραφα λόγω Ποσοτικής Χαλάρωσης μπορεί να την οδηγήσει ευκολότερα από τις κλασσικές Κεντρικές Τράπεζες σε αδιέξοδο.

Αντίστοιχα προβλήματα έχουν οι Κεντρικές Τράπεζες που είναι μέλη του ευρω-συστήματος της ΕΚΤ καθώς δεν είναι πλέον αυτοτελείς αλλά έχουν εκχωρήσει το εκδοτικό προνόμιο στην ΕΚΤ. Επίσης οι τράπεζες αυτές, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, έχουν χρέη τόσο προς την ΕΚΤ (π.χ. ELA) όσο και προς τον ESM (λόγω Μνημονιακού δανείων) αλλά και ιδιώτες κεφαλαιούχους (π.χ. στους ιδιώτες μετόχους της καθώς ιδιωτική μετοχική σύνθεση).

Συνοψίζοντας, καμία Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να επιδοθεί ανεξέλεγκτα σε ανορθόδοξες νομισματικές πολιτικές τύπου Ποσοτικής Χαλάρωσης λόγω του εξωτερικού περιορισμού. Επιπλέον, ιδιόμορφες Κεντρικές Τράπεζες όπως η ΕΚΤ έχουν επιπρόσθετους περιορισμούς καθώς δεν έχουν μία απεριόριστη κρατική εγγύηση πίσω τους αλλά βασίζονται μόνο στη δεδομένη «προίκα» τους.

Δημοσιεύευται στο ΠΡΙΝ , Κυριακή 19/3/2017

Advertisements