«Η Πέμπτη 24 Οκτωβρίου είναι η πρώτη ημέρα που η ιστορία -έτσι όπως παραδίδεται γι’ αυτό το ζήτημα- ταυτίζει με τον πανικό του 1929. Με βάση την αταξία, τον τρόμο και τη σύγχυση που επικράτησαν, αξίζει ν’ αντιμετωπίζεται με αυτόν τον τρόπο. Εκείνη την ημέρα 12.894.650 μετοχές άλλαξαν χέρια, πολλές απ’ αυτές με τιμές οι οποίες συνέτριψαν τα όνειρα και τις ελπίδες εκείνων που τις κατείχαν […] Έξω από το χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης, στην Μπόαρντ Στριτ, ακούγονταν απόκοσμες φωνές. Πλήθος συγκεντρωνόταν. Ο διευθυντής της Αστυνομίας Γκρόβερ Γουάλεν έμαθε ότι κάτι συνέβαινε κι έστειλε ένα ειδικό απόσπασμα της αστυνομίας στη Γουόλ Στριτ για την τήρηση της τάξης. […] Ένας εργάτης εμφανίστηκε στην κορυφή ενός ψηλού κτιρίου για κάποιες επισκευές και το πλήθος νόμισε ότι ήταν επίδοξος αυτόχειρας και περίμενε να τον δει να πηδά […] Η μια φήμη μετά την άλλη σάρωνε τη Γουόλ Στριτ και τα παραρτήματα των χρηματιστηριακών εταιρειών. Τώρα οι μετοχές πουλιούνταν σχεδόν δωρεάν. Το Χρηματιστήριο του Σικάγου και του Μπάφαλο έκλεισαν. Εξελισσόταν ένα κύμα αυτοκτονιών και έντεκα γνωστοί κερδοσκόποι είχαν κιόλας αυτοκτονήσει».

Το Μεγάλο Κραχ του 1929, Τζων Κενεθ Γκάλμπρέϊθ

Αυτό, λοιπόν, ήταν το «άδοξο» τέλος, μαζί με την «Μεγάλη Ύφεση» που ακολούθησε, της λεγόμενης «πρώτης εποχής» της παγκοσμιοποίησης; Απλά τοποθετείται χρονικά ανάμεσα στις δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές; Ο πόλεμος, τα οικονομικά μέτρα, οι αποζημιώσεις «των ηττημένων» της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής στους «νικητές», που αποδείχτηκαν περισσότερο ευάλωτοι στο να ανακάμψουν στο κυριαρχικό ταμπλό, συναρτώνται με την άλλη ανάκαμψη εκείνη του εθνικισμού, του «απομονωτισμού» του έθνους-κράτους; Η «παρακμή» ή η «υποχώρηση» των «παγκοσμιοποιητικών» χαρακτηριστικών αυτής της περιόδου προετοίμασε ή όχι την επιβολή ολοκληρωτικών μορφών της κυριαρχίας;

Ολοκλήρωση και ολοκληρωτισμός της κυριαρχίας, έννοιες μάλλον αδιάσπαστες στο πέρασμα του χρόνου.

Μια ακόμη, λοιπόν, «οικονομική κρίση»; Η αδίστακτη κερδοφορία των τραπεζών είναι η μόνη υπεύθυνη; Μια ακόμη «φούσκα» που έσκασε εκκωφαντικά ή κάτι πιο πολύπλοκο;

Είναι σε εξέλιξη μας διαβεβαιώνουν μια σοβαρή και με άγνωστο χρονικό ορίζοντα «οικονομική κρίση», αφού συνταράσσονται το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, η παγκόσμια οικονομία και τα κράτη.

Τα χρέη «κατάπιαν» επενδυτικές τράπεζες κολοσσούς, όπως η Lehman Brothers, ενώ άλλες, όπως η Morgan Stanley, μετατρέπονται σε εμπορικές παραδοσιακές τράπεζες και άλλες, όπως η Merrill Lynch, εξαγοράζονται από τις Bank of America και την JP Morgan. Και όσο για το αμερικανικό κράτος χωρίς ίχνος φυσικά ιδεολογικών αναστολών επιλέγει κατ’ αρχήν τον παρεμβατισμό με τα χρήματα φυσικά των υπηκόων του, κοντά στο ένα τρισεκατομμύριο δολάρια για να στηρίξει τις «προβληματικές τράπεζες», αγοράζοντας όλα αυτά τα subprime στεγαστικά δάνεια (χαμηλής φερεγγυότητας υποθήκες) για να τα ρευστοποιήσει στο απώτερο μέλλον…

Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι επενδυτικές τράπεζες, όπως η Lehman Brothers μη έχοντας καταθέσεις, όπως οι κλασσικές, που όλοι γνωρίζουν, δανειζόταν κεφάλαια από την διατραπεζική αγορά και στην συνέχεια τα δάνειζε με την σειρά της σε υψηλού κινδύνου «οικονομικά προϊόντα».

Ας πάμε, όμως, λίγα χρόνια πριν για να δούμε πως προσδιορίστηκε περίπου αυτός ο «περίφημος» εκδημοκρατισμός της οικονομίας μετά το 1989.

Όπως είναι γνωστό οι μεγάλοι τραπεζικοί οργανισμοί συνήθιζαν να δανείζουν τόσο σε κράτη όσο και εταιρείες, καταχωρώντας τα δάνεια αυτά στα βιβλία τους με την ονομαστική τους αξία. Σε περίπτωση δυσκολιών αποπληρωμής από την πλευρά των κυβερνήσεων και μπροστά στο κίνδυνο χρεοκοπίας οι τράπεζες προτιμούσαν, βέβαια, καινούργιους διακανονισμούς, παράταση των δανείων και καινούργιες πιστώσεις.

Το 1989 ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών Νίκολας Μπράντι δοκίμασε μια διαφορετική εκδοχή για το ζήτημα. Με ποιο τρόπο; Τα χρέη των λατινοαμερικανικών κρατών σε τράπεζες μετατράπηκαν σε ομόλογα «εγγυημένα» από το αμερικανικό κράτος και είτε παρέμειναν ως περιουσιακό στοιχείο των τραπεζών είτε πουλήθηκαν στον οποιονδήποτε με την μορφή συνταξιοδοτικών και αμοιβαίων κεφαλαίων με τσιμπημένα βέβαια επιτόκια.

Μ’ άλλα λόγια ο καθένας μπορούσε, πλέον, να αγοράσει μικρότερο ή μεγαλύτερο μέρος από το εξωτερικό χρέος του Μεξικού ή της Αργεντινής, να διαπραγματευτεί την αξία τους και πάντα μην ξεχνιόμαστε με την εγγύηση του αμερικανικού κράτους ότι θα πίεζε τις κυβερνήσεις αυτές να προχωρήσουν στις «ορθές» μεταρρυθμίσεις. Η τεράστια διασπορά, λοιπόν, έκανε τη διαφορά από το παρελθόν.

Έτσι στο μεξικάνικο κράτος το 1995, χρονιά που είχε να επιδείξει υπέρογκες δαπάνες, δεν απέμενε παρά να προστρέξει στους υπεύθυνους κρατικούς αξιωματούχους των ΗΠΑ για βοήθεια με εγγύηση όμως τα πετρελαϊκά του αποθέματα…

Δύο χρόνια αργότερα στις 8 Δεκεμβρίου 1997 οι κρατικές αρχές της Ταϋλάνδης ανακοινώνουν την χρεοκοπία και το κλείσιμο των 56 από τα 58 χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ύστερα από την «κατάρρευση» του εθνικού νομίσματος (μπαχτ). Οι ιδιωτικές αυτές τράπεζες είχαν προηγουμένως δανειστεί «σεβαστά» ποσά αμερικανικών δολαρίων, τα οποία ακολούθως δάνεισαν σε ταϊλανδέζικες κατασκευαστικές εταιρείες έχοντας λάβει υπόψη τους τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για την διατήρηση μιας σταθερής ισοτιμίας δολαρίου-μπαχτ.

«Η παγκοσμιοποίηση έχει τις δικές της προσδιοριστικές τεχνολογίες: τη χρήση υπολογιστών, την ελαχιστοποίηση των μεγεθών, την ψηφιακή απεικόνιση, τις δορυφορικές επικοινωνίες, τις οπτικές ίνες και το Ίντερνετ. Οι τεχνολογίες αυτές βοήθησαν να δημιουργηθεί η προοπτική που προσδιορίζει την παγκοσμιοποίηση. Αν η καθοριστική προοπτική του ψυχροπολεμικού κόσμου ήταν η «διαίρεση», η καθοριστική προοπτική της παγκοσμιοποίησης είναι η «ενοποίηση». Το σύμβολο του ψυχροπολεμικού συστήματος ήταν ένα τείχος που χώριζε τους πάντες. Το σύμβολο του συστήματος της παγκοσμιοποίησης είναι ένα Παγκόσμιο Δίκτυο που ενώνει τους πάντες. […] Από την στιγμή που μια χώρα πραγματοποιεί το άλμα προς το σύστημα της παγκοσμιοποίησης, οι κυρίαρχες τάξεις της αρχίζουν να ενστερνίζονται αυτή την προοπτική της ενοποίησης και προσπαθούν να τοποθετηθούν στο παγκόσμιο πλαίσιο».

Τόμας Φρήντμαν, Το Lexus και η Ελιά

Οι παγκόσμιες, όμως, κερδοσκοπικές πιέσεις στο μπαχτ ρίχνουν την αξία του κατά 30% με αποτέλεσμα το κόστος των δανείων να ανέβει κατ’ αναλογία, οι επιχειρήσεις να μην μπορούν να πληρώσουν τις τράπεζες και οι τράπεζες με την σειρά τους να μην μπορούν να πληρώσουν τους ξένους δανειστές τους.

Ο αντίκτυπος στις «αναδυόμενες αγορές» της Νοτιοανατολικής Ασίας είναι άμεσος, καθώς κάθε είδους επενδυτές αποσύρουν κεφάλαια μεταφέροντάς τα σε πιο «ασφαλείς» προορισμούς ή εκβιάζοντας για υψηλότερα επιτόκια λόγω του αποδεδειγμένου πλέον υψηλότερου κινδύνου. Επακολουθεί η πτώση των τιμών του χρυσού, του χαλκού, του αλουμινίου, και το κυριότερο του αργού πετρελαίου στην Ασία.

Η μετάδοση της πυρκαγιάς φτάνει στην Ρωσία, που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην φορολογία της εξαγωγής αργού πετρελαίου, αλλά και σε ξένους δανειστές στους οποίους πρόσφερε κρατικά ομόλογα στα οποία αύξανε συνεχώς τα επιτόκια από 20 σε 50 και σε 70%!!!

Η πτώση της τιμής του πετρελαίου στην Ασία, η άρνηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου να στηρίξει την ρωσική οικονομία εάν δεν έπαιρνε τα προτεινόμενα ως «κατάλληλα» μέτρα οδηγούν στην «λύση»: υποτίμηση των κρατικών ρωσικών ομολόγων, μονομερής αναστολή της εξόφλησή τους, χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση με τους πιστωτές και συμφωνία εξόφλησής τους. Πιστωτές (αντισταθμιστικά κεφάλαια-τράπεζες επενδύσεων) που κινδυνεύουν πλέον με την σειρά τους με χρεοκοπία. Αντισταθμιστικά κεφάλαια που αφορούν ανεξάντλητες δεξαμενές ιδιωτικών κεφαλαίων που «ταξιδεύουν» αναζητώντας κέρδη, αγοράζοντας αέρα, που ονομάζεται επενδυτικές ευκαιρίες.

Αυτά ακριβώς τα κεφάλαια μαζί με άλλα χρηματιστηριακά έχοντας τεράστιες ζημιές στην Ρωσία, που διογκώθηκαν δεκαπλάσιες φορές λόγω της χρήσης δανειακών κεφαλαίων, εξαναγκάζονται να μαζέψουν άρον άρον μετρητά για να καλύψουν τους τραπεζίτες τους.

Οι αλυσιδωτές πυροδοτήσεις συνεχίζονται με την πώληση περιουσιακών στοιχείων σε «ισχυρές» οικονομίες ή σε «πολλά υποσχόμενες». Την ρευστοποίηση βραζιλιάνικων, αιγυπτιακών, ισραηλινών ή μεξικάνικων μετοχών και των ομόλογων τους ακολούθησε μια γενικευμένη στροφή στα αμερικάνικα κρατικά ομόλογα, η πτώση των επιτοκίων τους και η ακόμα μεγαλύτερη «βουτιά» των λεγόμενων ομολόγων υψηλού κινδύνου και των ομολόγων «αναδυόμενων αγορών»…

Οι «κρίσεις», λοιπόν, προκύπτουν ή προετοιμάζονται; Ξεσπούν ανεξέλεγκτα ή ρυθμίζεται ο χρόνος και οι συνολικότερες συνθήκες, στο «περιβάλλον» ενός «παγκόσμιου χωριού»;

Θα σημειώσουμε εδώ την μεγάλη ρευστότητα, που διατηρείται όπως φαίνεται αυτή την στιγμή σε μεγάλο βαθμό στην Άπω Ανατολή και στον αραβικό κόσμο, την ίδια στιγμή που παραδοσιακά τραπεζικά μεγαθήρια δεν έχουν την άνεση ρευστότητας, άρα δεν μπορούν να δανείσουν, άρα να πιστώσουν εκτός των άλλων την κατανάλωση όπως προηγουμένως.

Η αμερικανική κυβέρνηση, λοιπόν, δεν επιλέγει απλά να σώσει τα άπληστα τραπεζικών στελέχη που το παράκαναν τόσο χρόνια κερδοσκοπώντας, ή ασφαλιστικούς κολοσσούς όπως η AIG, αλλά να προλάβει μια κοινωνική έκρηξη που θα εξαπλωθεί με την ίδια ταχύτητα που αγόραζαν και πουλούσαν αέρα κοπανιστό γιάπηδες και τραπεζίτες, «θεσμικοί» ή μη επενδυτές και κερδοσκόποι, κάθε είδους και κάθε μεγέθους.

Όλοι γνωρίζουν ότι η σημερινή «κρίση» δεν ήταν απρόβλεπτη ούτε στο μέγεθος ούτε στα γενικότερα χαρακτηριστικά της. Και βέβαια δεν είναι καινούργιο εργαλείο για τους κυρίαρχους ούτε οι συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιρειών, κατασκευαστικών και μη, τραπεζών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων ούτε οι εκτεταμένες απολύσεις. Κινήσεις που επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνονται.

Από κοινωνικής σκοπιάς, λοιπόν, βαρύτητα έχει η περαιτέρω εξαθλίωση στην οποία οδηγούνται τεράστιοι πληθυσμοί. Θα σημειώσουμε, όμως, ότι η ανεργία ιστορικά δεν οδηγεί σώνει και καλά στην ριζοσπαστικοποίηση κοινωνικών στρωμάτων, αλλά σε σημαντικές περιπτώσεις στο κατακερματισμό, στην αδρανοποίησή τους, και δυστυχώς στην στροφή σε ιδεολογίες και -ισμούς εχθρικούς σε κάθε προοπτική κοινωνικής απελευθέρωσης.

Επίσης από κοινωνικής σκοπιάς, βαρύτητα έχουν οι τρόποι με τους οποίους θα αποδυναμωθούν οι εναλλακτικές «λύσεις» που θα προβληθούν από την κυριαρχία ως η πολιτική σωτηρία από την κρίση. Είτε τοπικά είτε παγκόσμια.

Κλείνοντας θα σημειώσουμε επίσης ότι το 2003 οι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν αύξησαν το αμερικανικό χρέος κατά 12-13 δις δολάρια το μήνα, ενώ το 2005 το αμερικανικό χρέος που κατέχουν ξένες κυβερνήσεις υπολογίζεται στα 2,6 τρις δολάρια.

Και επίσης δυστυχώς ο πόλεμος θα φέρει πόλεμο, με τον όλεθρο για τις κοινωνίες να μεγαλώνει όσο και τα προβλήματα της κυριαρχίας

Συσπείρωση Αναρχικών

Από τη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 76, Οκτώβριος 2008

anarchy press

Advertisements