Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Παρά τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις, το «deal του Βερολίνου» υπαγορεύει στο ΔΝΤ συμβιβαστική λύση που παρακάμπτει μεν τον σκόπελο της βιωσιμότητας, αλλά προϋποθέτει οδυνηρές υποχωρήσεις από την κυβέρνηση

Η «ανησυχητική αισιοδοξία» της γερμανίδας καγκελαρίου – σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα- βρίσκει εν μέρει την εξήγησή της στις πληροφορίες που μετέδωσε χθες το Bloomberg ότι το ΔΝΤ είναι έτοιμο να συζητήσει δάνειο 3-6 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα, υπό τον όρο ότι θα κλείσει η αξιολόγηση. Εκπρόσωπος του ΔΝΤ διέψευσε τις πληροφορίες, παραπέμποντας στην πιο πρόσφατη επίσημη τοποθέτηση του Ταμείου ότι «δεν είναι ορατή ακόμη μια συμφωνία για MEFP (μνημόνιο) Ελλάδας – ΔΝΤ» και ότι «δεν έχει γίνει καμιά συζήτηση νέας χρηματοδότησης της Ελλάδας στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ταμείου».

Η διάψευση, όμως, είναι μάλλον τυπικού χαρακτήρα, ανάλογη με τις διαψεύσεις σε σχεδόν πανομοιότυπα δημοσιεύματα γερμανικών ΜΜΕ τις τελευταίες εβδομάδες. Όλα μιλούν για μικρό δανεισμό μέχρι 6 δισ., αλλά επαρκή για να ικανοποιήσει την πολιτική ανάγκη της καγκελαρίου Μέρκελ να κλείσει το ελληνικό μέτωπο στη γερμανική βουλή, και ιδιαίτερα έναντι των βουλευτών του κόμματός της στην ευαίσθητη μακρά προεκλογική περίοδο. Επί της ουσίας, τόσο οι πληροφορίες του Bloomberg όσο και αυτές των γερμανικών ΜΜΕ απηχούν τη «συμφωνία του Βερολίνου» μεταξύ Μέρκελ και Λαγκάρντ πριν δυο εβδομάδες, μετά την οποία η διευθύντρια του ΔΝΤ συντάχθηκε με τη θέση της γερμανικής ηγεσίας ότι η επόμενη παρέμβαση στο χρέος δεν θα γίνει πριν από το 2018.

Με τον «συνήθη» αντί του «έκτακτου» δανεισμού

Ωστόσο, το δημοσίευμα του Bloomberg προσθέτει μια κρίσιμη «τεχνική» λεπτομέρεια για το πώς το ΔΝΤ μπορεί να αποφασίσει- ενδεχομένως στη συνεδρίαση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου- να αποφασίσει γι’ αυτή τη μικρή χρηματοδότηση ξεπερνώντας τον σκόπελο της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους: αντί της διαδικασίας της κατ’ εξαίρεση έκτακτης χρηματοδότησης που απαιτεί «με υψηλή πιθανότητα» βιώσιμο δημόσιο χρέος, βάσει του νέου του κανονισμού που ισχύει από το 2016, μπορεί να επιλεγεί η εναλλακτική της συνήθους χρηματοδότησης που είναι συμβατή με τη «χαμηλής πιθανότητας» βιώσιμο χρέος, αν και προσφέρεται σε χώρες χαμηλού κατά κεφαλή ΑΕΠ (αναπτυσσόμενες χώρες), είναι χαμηλού ύψους (μέχρι το τετραπλάσιο της συμμετοχής της χώρας στα διαθέσιμα του ΔΝΤ) και έχει σύντομη περίοδο αποπληρωμής, 3,5-5 χρόνια.

Η εναλλακτική αυτή βρίσκεται πράγματι στις δυνατότητες χρηματοδότησης που προσφέρει το ΔΝΤ κι έχει περισσότερες πιθανότητες να περάσει από την έγκριση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του τον Απρίλιο λη αργότερα. Αλλά δεν είναι χωρίς τις συνήθεις «μεταρρυθμιστικές» προϋποθέσεις που απαιτεί το Ταμείο από κάθε χώρα. Σε κάθε περίπτωση θα συνοδεύεται από ιδιαίτερο μνημόνιο, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί σε όσα το ΔΝΤ απαιτεί στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης, στην πραγματικότητα πολύ πέρα από το αρχικό της πλαίσιο (αφορολόγητο, συνταξιοδοτικό, εργασιακά κλπ). Στην πραγματικότητα, το ύψος των πρόσθετων μέτρων 3,6 δισ. από φόρους και συντάξεις που απαιτεί το ΔΝΤ για την μετά το 2018 περίοδο λειτουργεί περίπου ως μηχανισμός εγγυοδοσίας για το νέο μικρό δάνειο θα χορηγήσει, για ένα χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο τρίτο Μνημόνιο και στα 3-4 χρόνια δέσμευσης σε πλεονάσματα 3,5%. Δηλαδή, περίπου μέχρι το 2022, χρονιά εξόφλησης του νέου δανείου αν χορηγηθεί εντός του 2017.

Ισορροπία πιέσεων και προεξοφλούμενη αποτυχία

Αλλά κι αυτό το σενάριο δανεισμού χαμηλής έντασης δεν εξαλείφει πλήρως τις απαιτήσεις του ΔΝΤ έναντι των Ευρωπαίων δανειστών για συγκεκριμενοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, έστω και σε επίπεδο τεχνοκρατικής ενημέρωσης. Την ακριβή ισορροπία ανάμεσα στις πιέσεις που ασκεί το ΔΝΤ προς την Ελλάδα και τους πιστωτές της την απέδωσε ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του Ταμείου Πολ Τόμσεν σε εκδήλωση στην Ουάσιγκτον, δηλώνοντας ότι «καμία μεταρρύθμιση δεν θα έχει αποτέλεσμα χωρίς κάποιου είδους αναδιάρθρωση του χρέους και καμία ελάφρυνση δεν θα βοηθήσει την Ελλάδα χωρίς πιο ισχυρές δομικές μεταρρυθμίσεις». Μοιάζει πολύ με χρησμό Πυθίας, που θέλει να διασφαλίσει το Ταμείο απέναντι σε μια τρίτη αποτυχία, ανάλογη των δυο πρώτων μνημονίων. Αλλά συνοδευόμενη από το «καρφί» του Π. Τόμσεν ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% που συμφώνησαν η ελληνική κυβέρνηση και οι ευρωπαίοι δανειστές της θα υπονομεύσουν «χωρίς αμφιβολία» την ανάπτυξη, λειτουργεί ως προκαταβολικό άλλοθι του ΔΝΤ για την προεξοφλούμενη αποτυχία, με το επιχείρημα ότι το ίδιο επέμενε σε πλεονάσματα μέχρι 1,5%.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τον συνεχιζόμενο φαύλο κύκλο διαρροών και διαψεύσεων για τις προθέσεις του ΔΝΤ είναι, πάντως, αρκετά σαφές: είναι δεδομένη η επιλογή του να μη διακινδυνεύσει νέο σοκ στην Ευρωζώνη με αφορμή την Ελλάδα και να διευκολύνει πολιτικά τη γερμανική ηγεσία, αλλά ταυτόχρονα θα εξαντλήσει τα χρονικά περιθώρια πίεσης προς την ελληνική κυβέρνηση για να της αποσπάσει τις μέγιστες υποχωρήσεις.

Πηγή

Advertisements