kibour_300x200Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

«Η πιο ζοφερή μας ημέρα το 2017 θα εξακολουθήσει να είναι πολύ πιο λαμπρή από οποιαδήποτε ημέρα πέρασαν οι πρόγονοί μας στο πεδίο μάχης» ανέφερε σε γραπτή του δήλωση ο πρόεδρος της Κομισιόν λίγο μετά την παρουσίαση της Λευκής Βίβλου για το μέλλον της Ε.Ε. στο Ευρωκοινοβούλιο την περασμένη Τετάρτη. Ο πομπώδης τρόπος με τον οποίο το ευρωπαϊκό ιερατείο επιχειρεί να υπερβεί την πανθομολογούμενη υπαρξιακή κρίση της Ε.Ε. περιλαμβάνει μια ιστορική λαθροχειρία και ένα λάθος.

Λαθροχειρία αποτελεί η ταύτιση της 70ετούς μεταπολεμικής ειρήνης με το εγχείρημα της Ε.Ε. και η παρουσίασή του κυρίως ως πρότζεκτ ειρήνης, παρ’ ότι η απουσία συρράξεων κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου ήταν κυρίως αποτέλεσμα του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα με τον ισχυρισμό του Γιούνκερ, αιματηροί πόλεμοι, και δη με ευθεία εμπλοκή της Ε.Ε., σε ευρωπαϊκό έδαφος καταγράφηκαν μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ πριν 27 χρόνια -και για μια δεκαετία σχεδόν- στη Γιουγκοσλαβία και πρόσφατα στην Ουκρανία.

Το λάθος αφορά το γεγονός ότι ο Γιούνκερ μιλά σαν να απευθύνεται σε ένα κοινό που διατηρεί στη συλλογική μνήμη τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και επομένως αξιολογεί την Ε.Ε. πρωτίστως ως σχέδιο ειρήνης. Αλλά στην Ε.Ε., και δη στον πυρήνα της, πλειοψηφούν πια οι γενιές που διαμορφώθηκαν σε συνθήκες ιστορικού σιωπητηρίου, το οποίο επιβλήθηκε ώστε πληγωμένοι εθνικοί εγωισμοί να μην εμποδίζουν την εξέλιξη της ενιαίας αγοράς. Κι αυτές οι γενιές αξιολογούν την Ε.Ε. ακριβώς σαν αγορά, δηλαδή σαν ένα οικονομικό σχέδιο που μέχρι πριν από μερικά χρόνια συντηρούσε προσδοκίες οικονομικής ανόδου, έστω ασταθούς και άνισα κατανεμημένης. Για τους περισσότερους, η πιο λαμπρή μέρα τους το 2017 και τα επόμενα χρόνια θα είναι ζοφερά σε σχέση με τις δεκαετίες που προηγήθηκαν.

Υποτίθεται πως η Λευκή Βίβλος της Κομισιόν απαντά στη βασική απειλή για την Ε.Ε., στον ακροδεξιό «λαϊκισμό», που μετράει τις δυνάμεις του σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, σε Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία. Ωστόσο, η Κομισιόν του κ. Γιούνκερ απαντά με τον δικό της «σοφιστικέ λαϊκισμό», με ισχυρές δόσεις κινδυνολογίας για το μέλλον της Ε.Ε., που υπερασπίζεται με πάθος τα επιτεύγματα της ευρωκρατίας: πουθενά και για τίποτε δεν φταίει το ίδιο το πολιτικό σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Για όλα φταίνε οι άλλοι: Φταίνε οι άλλοι που γεννοβολάνε πολύ (για τη συρρίκνωση του ευρωπαϊκού πληθυσμού), φταίνε οι άλλοι που παράγουν περισσότερο (για τη μείωση του μεριδίου του ευρωπαϊκού ΑΕΠ στο παγκόσμιο), φταίνε οι άλλοι που είναι φιλοπόλεμοι (η Ρωσία και ο ισλαμικός εξτρεμισμός ως άλλοθι της στρατιωτικοποίησης της Ε.Ε.).

Με δεδομένο ότι το ευρωπαϊκό project είναι αλάθητο, το μόνο που απομένει είναι να επιλέξουμε μοντέλο και ρυθμούς συνέχισής του. Αυτό μας λέει λίγο – πολύ η Κομισιόν, που αραδιάζει στη Λευκή Βίβλο πέντε εναλλακτικά σενάρια για το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με ψυχρό αγνωστικισμό, λες και είναι απλός παρατηρητής, όχι το όργανο που διεκδικεί να είναι η «κυβέρνηση» της Ε.Ε. Τα τρία από τα πέντε σενάρια η Κομισιόν τα εκθέτει απλώς για να τα «κάψει», το πέμπτο, αυτό της ολιστικής και ολοκληρωτικής ενοποίησης, εμφανίζεται ως το πιο επιθυμητό, αλλά και το λιγότερο ρεαλιστικό. Και μένει το τρίτο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «όσοι θέλουν περισσότερα, κάνουν περισσότερα» να εμφανίζεται ως το ρεαλιστικότερο. Γιατί πολύ απλά απηχεί τη γερμανική βούληση για μια «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων». Αλλά σε κανένα από τα σενάρια δεν θίγεται το πραγματικό πρόβλημα: Οι ίδιες οι Συνθήκες της Ε.Ε. και ιδιαίτερα ο σκληρός πυρήνας τους, το Σύμφωνο Σταθερότητας, που αποτελεί τη σταθερή βάση της προϊούσας αποσύνθεσης της Ε.Ε., της «γερμανοποίησης» της ευρωπαϊκής οικονομίας, του κατακερματισμού και των χαοτικών ανισοτήτων ανάμεσα στις χώρες – μέλη.

Το να «μεταρρυθμιστεί» η Ε.Ε. χωρίς να πειραχτεί λέξη από τα ιδρυτικά της κείμενα, κυρίως η Συνθήκη της, μοιάζει με «πανωσήκωμα» σε κτήριο με σαθρά ή χωρίς καθόλου θεμέλια. Η κρίση τής Ε.Ε. πηγάζει από το γεγονός ότι, δέκα χρόνια μετά την τελευταία μεγάλη της διεύρυνση, η ιδρυτική της συνθήκη αμφισβητείται στους περισσότερους στρατηγικούς της τομείς ταυτόχρονα από «πάνω» και από «κάτω». Δηλαδή, τόσο από ευρύτατα λαϊκά στρώματα, όσο και από εθνικές πολιτικές και οικονομικές ελίτ, ιδιαίτερα των περιφερειακών χωρών, φυσικά, όχι στα ίδια πεδία. Η Ε.Ε. ακροβατεί πάνω στο αβυσσαλέο χάσμα που χωρίζει τις ελίτ, ιδιαίτερα τη νομενκλατούρα των Βρυξελλών από την κοινωνική πλειοψηφία. Η ευρωπαϊκή ηγεσία τρέμει την ιδέα να θέσει στην κρίση αυτής της πλειοψηφίας οποιαδήποτε σκέψη ριζικής επανίδρυσης της Ε.Ε. Προτιμά να παζαρεύει μικροσυμβιβασμούς με τις εθνικές ελίτ και τις κυβερνήσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια θεσμική κουρελού, διαρκώς εκτεθειμένη στην αποσύνθεση.

πηγή

Advertisements