Του Κώστα Τρακοσα

Οι συζητήσεις αναφορικά με την επιστροφή των θεσμών έχουν εγκλωβίσει τον δημόσιο διάλογο σε έναν «ζουρλομανδύα». Κυβέρνηση, αξιωματική αντιπολίτευση και μικρότερα ευρωπαϊκού προσανατολισμού κόμματα συζητούν, διαπληκτίζονται και διαγκωνίζονται αν είναι ή όχι μέτρα λιτότητας αυτά που έρχονται, αν είναι ή δεν είναι πολιτική η συμφωνία που έκλεισε η κυβέρνηση με τους θεσμούς, αν αλλάζει ή όχι το «μείγμα» πολιτικής της ευρωζώνης για την αντιμετώπιση της κρίσης, αν τελικά έχουμε φτάσει ή υπάρχει κι άλλος χώρος στον πάτο του βαρελιού. Μοιάζει με ένα επαναλαμβανόμενο deja-vu: από το 2010 μέχρι και σήμερα ο δημόσιος λόγος και ο λόγος των πολιτικών κομμάτων δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί από αυτήν την επαναλαμβανόμενη παράκρουση. Αυτό, σε μια πρώτη ματιά, φαίνεται να συμφέρει το σύστημα, καθώς μέσω της διαρκούς επανάληψης ίσως να εμπεδώνεται μια κατάσταση φόβου και ανασφάλειας, που διοχετεύεται στον λαό μέσω των ΜΜΕ και των κομμάτων, δημιουργώντας, τελικά, τις απαραίτητες συναινέσεις έστω και δια της τεθλασμένης. Είναι όμως έτσι; Πράγματι το σύστημα αναπαράγεται επιτυχημένα με αυτόν τον τρόπο;

Το σύστημα για να μπορέσει να αναπαραχθεί έχει ανάγκη από τη δημιουργία και τη συστηματοποίησησυγκεκριμένων «διαιρετικών τομών». Τομών δηλαδή που, μέσω των διαφοροποιήσεων που παράγουν, καταφέρνουν να περικλείουν εκ νέου το σύνολο του κοινωνικού ιστού στο ίδιο το σύστημα επιτυγχάνοντας τελικά την ομαλή αναπαραγωγή του. Τέτοιες τομές ήταν για παράδειγμα η «δεξιά-αντιδεξιά» ή ο «εκσυγχρονισμός-λαϊκισμός» ή, σε ορισμένες συγκυρίες,η «μάχη κατά τη διαφθοράς». Επρόκειτο για υπαρκτά ζητήματα που, καθώς βρισκόταν στην καρδιά του κάθε φορά κρατικού μετασχηματισμού, κατάφερναν να συστηματοποιήσουν το εκάστοτε κυρίαρχο διακύβευμαεπιφέροντας την απαραίτητη συναίνεση απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Σήμερα, όμως, κάτι τέτοιο εκλείπει. Ο δημόσιος λόγος μοιάζει μετέωρος και επαναλαμβανόμενος. Ίσως, η αδυναμία διατύπωσης τέτοιων διαιρετικών τομών από το ίδιο το σύστημα να σηματοδοτεί το σημερινό του πρόβλημα. Όσο δεν μπορεί να διαμορφώσει διαιρετικές τομές στο «σώμα» της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες θα οριστικοποιήσουν το κομματικό σύστημα σταθεροποιώντας τους όρους αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος, τόσο κινδυνεύει το ίδιο το σύστημα εν γένει.

Απέναντι σε αυτό το πρόβλημα, το μόνο που μένει για το σύστημα είναι να αναπαράγει, τελικά, μια ψευδαίσθηση διαίρεσης, όπως αυτή της «μάχης με τους θεσμούς» τα τελευταία 7 χρόνια. Πρόκειται όμως για ψευδής διαίρεση,η οποία κάθε άλλο παρά επιτυγχάνει την απαραίτητησυναίνεση ως προς το πολιτικό σύστημα. Σε καμιά περίπτωση δεν διατυπώνει το κυρίαρχο διακύβευμα, το οποίο θα μπορέσει να εκφράσει μέσα από την υλική του θέσμιση τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, αδυνατώντας τελικά να διευθετήσει τις απαραίτητες δομές σχέσεων εντός του πολιτικού συστήματος. Και, όσο το σύστημα δεν μπορεί να δημιουργήσει τις απαραίτητες διαιρετικές τομές που θα ενσωματώσουν τη λαϊκή βούληση, άλλο τόσο εντείνονται η προπαγάνδα και ο αυταρχισμός. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να διασφαλιστεί επί μακρόν η αναπαραγωγή του συστήματος. Ο λαός αποξενώνεται και απομακρύνεται από το ίδιο το σύστημα. Και όσο η προπαγάνδα και ο αυταρχισμός θα εντείνονται τόσο περισσότερο ο λαός θα μειώνει την «πίστη» του σε αυτό.

Η «λούπα» του δημοσίου λόγου γύρω από τα ίδια,τελικά, μάλλον αποκρύπτει τη δυσκολία αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος και την αμηχανία του, παρά οτιδήποτε άλλο.

ημεροδρόμος

Advertisements