Του Μιχάλη Γιαννόπουλου

Όσο και αν φαντάζει ακραίο ενδεχόμενο, η μόνη αντιπαράθεση που θα είχε πιθανότητες να ανατρέψει ριζικά τους συσχετισμούς προς όφελος της Αμερικής είναι στο πεδίο που την ανέδειξε στο παρελθόν σε παγκόσμια δύναμη, τη βιομηχανία. Δηλαδή η υλοποίηση ενός σχεδίου δημιουργίας μιας βιομηχανίας που θα παράγει και φθηνά καταναλωτικά εμπορεύματα, και η οποία θα έχει σαν πρώτη προϋπόθεση την επιβολή συνθηκών εργασίας και μισθών ασιατικού τύπου. Αν μάλιστα είναι αρκετά φθηνά θα μπορούν να πωλούνται και στη διεθνή αγορά.

Τους τελευταίους μήνες παρακολουθούμε μια σύγκρουση ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Σύγκρουση που κλιμακώνεται σημαντικά μετά την επίσημη ανάληψη της προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι ο Κινέζος Πρόεδρος και από κοντά η Γερμανίδα Καγκελάριος υπερασπίζονται τα ιερά και τα όσια του σύγχρονου καπιταλισμού, απέναντι στον Αμερικανό Πρόεδρο που παρουσιάζεται ως αμφισβητίας. Μια προσεκτικότερη όμως παρατήρηση στα «στρατόπεδα» των αντιμαχομένων ανατρέπει την αρχική εικόνα.

Με τον Τραμπ συντάσσονται, κατ’ αρχήν, εκπρόσωποι ισχυρών κεφαλαίων του Ηνωμένου Βασιλείου (Τερέζα Μέι) και της Γαλλίας (Μαρίν Λεπέν). Δηλαδή εκπρόσωποι χωρών των οποίων οι θέσεις στην παγκόσμια οικονομία χάνουν έδαφος και κινδυνεύουν με στρατηγική υποβάθμιση. Από την άλλη μεριά βρίσκονται χώρες που είτε διατήρησαν τις θέσεις τους είτε τις αναβάθμισαν αισθητά. Αυτή η δεύτερη ματιά αποκαλύπτει ότι η σύγκρουση αφορά την υπόθεση της διεθνούς κυριαρχίας και όχι την αμφισβήτηση των κατευθύνσεων του καπιταλισμού.

Οι αστικές τάξεις κάθε φορά που σκοπεύουν να διεξάγουν μια μεγάλη αντιπαράθεση χρειάζονται πολυάριθμες μάχιμες δυνάμεις που στρατολογούν από το λαό. Έτσι και σήμερα οι δυνάμεις του κεφαλαίου έχουν εξασφαλίσει μια σημαντική λαϊκή βάση υποστήριξης, κυρίως των πληττόμενων μεσαίων στρωμάτων αλλά και σημαντικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Σ’ αυτούς υπόσχονται ότι εφόσον το εγχώριο κεφάλαιο βελτιώσει τη θέση του, τότε και τα λαϊκά στρώματα θα βελτιώσουν και τη δική τους θέση εξασφαλίζοντας σταθερή εργασία και προοπτικές. Αποφεύγοντας επιμελώς να αποκαλύψουν ότι η όποια ενδεχόμενη βελτίωση για το κεφάλαιο, θα στηρίζεται πρωτίστως στην επιβολή δυσμενέστερων συνθηκών και μισθών εργασίας σ’ αυτούς που υποτίθεται ότι θα ευνοούσαν.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις ξεκίνησε σαν ένα ζήτημα που αφορούσε την προστασία της βιομηχανίας. Ακόμα και σήμερα, που μετά την ανάληψη της προεδρίας η αντιπαράθεση απλώνεται όλο και σε περισσότερα μέτωπα, η βιομηχανία παραμένει στο επίκεντρο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό ακριβώς το ζήτημα, του ειδικού ρόλου της βιομηχανίας, επιχειρεί να διερευνήσει το παρόν κείμενο.

Γιατί η βιομηχανία;

Η μεταποιητική βιομηχανία (δεν περιλαμβάνονται εξόρυξη και κατασκευές) συμβάλει, στις ανεπτυγμένες οικονομίες του Δυτικού κόσμου, κατά 9% έως 20% περίπου στη συνολική απασχόληση. Στις ΗΠΑ και τη Βρετανία το ποσοστό είναι μικρότερο από 10%, στη δε Γερμανία κοντά στο 20%. Η προστιθέμενη αξία της μεταποιητικής βιομηχανίας στο συνολικό παραγόμενο ΑΕΠ κυμαίνεται από 10% έως 23%. Αντίστοιχα στα δύο άκρα της κλίμακας βρίσκονται ΗΠΑ και Βρετανία από τη μία και Γερμανία από την άλλη. Γιατί λοιπόν αποδίδεται τόση σημασία σ’ έναν τομέα με τόση μικρή βαρύτητα;

Η απάντηση είναι ότι η παραπάνω εικόνα, δημιούργημα της κρατούσας στατιστικής προσέγγισης, είναι παραπλανητική. Πολλαπλάσιο μέρος της απασχόλησης, που στατιστικά κατατάσσεται στον τομέα των υπηρεσιών, υπάρχει για να εξυπηρετεί την βιομηχανία. Ένα ακόμα μεγάλο μέρος της απασχόλησης υφίσταται για να παρέχει υπηρεσίες στους άμεσα και «έμμεσα» εργαζόμενους στη βιομηχανία. Η βιομηχανία υπ’ αυτή την ουσιαστική προσέγγιση, και όχι την φαινομενική στατιστική, είναι o καθοριστικός παράγοντας στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. Αυτός ο ρόλος, στην πορεία εξέλιξης του καπιταλισμού, όχι μόνο δεν υποβαθμίζεται αλλά διευρύνεται. Ας αναλογιστεί κανείς, ποια θα ήταν η εικόνα του κόσμου αν ξαφνικά εξέλειπε αυτό το «μηδαμινό» 10%.

Ιστορικά, τα κράτη που κυριαρχούσαν στη βιομηχανία εξασφάλιζαν και την πολιτικοστρατιωτική ηγεμονία. Με τη σειρά της η πολιτικοστρατιωτική υπεροχή διαμορφώνει τους όρους τού ανταγωνισμού προς όφελος των οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων τού κυρίαρχου κράτους διαιωνίζοντας έτσι την κυριαρχία του. Όσο η Βρετανία ήταν μακράν η πρώτη βιομηχανική δύναμη, το «εργαστήρι του κόσμου», είχε την αναμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία.

Όμως, ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα η βιομηχανική υπεροχή του Ηνωμένου Βασιλείου είχε ξεπεραστεί από την Γερμανία και τις ΗΠΑ. Ήταν καιρός να παραδώσει τα σκήπτρα. Η διαδοχή δεν έγινε αναίμακτα. Άλλωστε και η Βρετανική παντοκρατορία είχε προηγουμένως εδραιωθεί, με την επικράτησή της στους Ναπολεόντειους πολέμους. Χρειάστηκαν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι για να αναδειχθεί ο διάδοχος και αυτός ήταν η χώρα που βγήκε από τους πολέμους με την πιο ισχυρή βιομηχανία, οι ΗΠΑ.

Στις μέρες μας όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι κλονίζεται η μέχρι πρότινος αναμφισβήτητη αμερικανική υπεροχή στη βιομηχανία και κατ’ επέκταση στη συνολική οικονομία. Αργά η γρήγορα, αν η πορεία των πραγμάτων συνεχιστεί όπως τα τελευταία χρόνια, θα τεθεί θέμα συνολικής αμφισβήτησης της ηγετικής θέσης που κατέχει στον κόσμο.

Η ανατροπή τής, με προδιαγεγραμμένη κατά τα φαινόμενα κατάληξη, καθοδικής πορείας τής αμερικανικής υπερδύναμης είναι που ώθησε ένα ισχυρότατο τμήμα του αμερικανικού κεφαλαίου σε αλλαγή στρατηγικής. Εδώ «κολλάει» ο Τραμπ και το σύνθημα για επιστροφή της βιομηχανίας στις αμερικανικές ρίζες. Παράλληλα η Μέι και η Λεπέν, πολιτικοί ισχυρών κρατών με φθίνουσα πορεία στον παγκόσμιο συσχετισμό, προτάσσουν επίσης το στόχο της εθνικής βιομηχανικής ανάταξης.

Η τριακονταετία που αναδιαμόρφωσε τη βιομηχανία και τις σύγχρονες αστικές κοινωνίες

Αν θελήσει κανείς να ορίσει την έναρξη της περιόδου, που διαμόρφωσε το σημερινό τοπίο της βιομηχανίας, αυτή βρίσκεται, πάνω-κάτω, στα μέσα της δεκαετίας 1980. Τότε αρχίζουν να εισέρχονται μαζικά στην παραγωγική διαδικασία μηχανές και συστήματα μηχανών με ενσωματωμένα προγράμματα ηλεκτρονικής καθοδήγησης, ελέγχου και καταγραφής των εργασιών. H τάση για την παραγωγή εργαλειομηχανών και μηχανών με ενσωματωμένα προγράμματα καθοδήγησης είναι έκδηλη από τα τέλη της δεκαετίας 1960.

Αυτή η ανάγκη της βιομηχανίας θα συντελέσει καθοριστικά στην επιτάχυνση της εξέλιξης της πληροφορικής και ιδιαίτερα της ανάπτυξης της μικροηλεκτρονικής και των σχετιζόμενων με αυτήν τεχνολογιών των αρχών της δεκαετίας του 1980. Σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της τεχνολογίας των δικτύων που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά, οι νέες μηχανές μπορούν να προγραμματίζονται και να είναι διασυνδεμένες σε οποιοδήποτε σημείο της γης. Αυτή η νέα κατάσταση επέβαλε ένα ριζικά διαφορετικό καταμερισμό εργασίας στην τεχνική διαδικασία τής παραγωγής και γενικότερα.

Οι αλλαγές που επέφερε ο νέος καταμερισμός είναι ανάλογες και ταυτόχρονα πολύ ευρύτερες από αυτές που επέφερε η χρήση μηχανών που τροφοδοτούνταν από ηλεκτρική ενέργεια. Αφενός αποδέσμευσε χωρικά τις μηχανές από την ανάγκη να βρίσκονται κοντά σε ογκώδεις κεντρικές υπολογιστικές μονάδες, όπως αντίστοιχα οι μηχανές με ηλεκτροκινητήρες αποδεσμεύτηκαν από την ανάγκη να στοιβάζονται γύρω από την ατμομηχανή. Αφετέρου δημιουργήθηκαν συνθήκες για νέα τομή, με βαθύτερα ποιοτικά  χαρακτηριστικά, στο διαχωρισμό τής διανοητικής με τη χειρωνακτική εργασία, αναλογικά πολύ σημαντικότερη από αυτή που επέβαλε το Φορντικό-Τεϊλορικό μοντέλο μαζικής παραγωγής κατά την εισαγωγή των ηλεκτροκίνητων μηχανών. Επιγραμματικά, η βιομηχανία της νέας εποχής θα εκτινάξει την παραγωγικότητα και θα εξαπλωθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο αμερικανικός παραγωγικός τομέας αισθάνεται, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, την απειλή των ισχυρών βιομηχανικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης και κυρίως της Ιαπωνίας. Η Ιαπωνία θα ανακηρυχτεί ως ο πιο επικίνδυνος ανταγωνιστής. Την ίδια περίοδο η οικονομία των ΗΠΑ προσπαθεί να βγει από το σαθρό έδαφος που δημιούργησε η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.

Η νεοσυντηρητική κυβέρνηση των ΗΠΑ θα ηγηθεί της εκστρατείας επιβολής του νέου διεθνούς καταμερισμού εργασίας για να επιβάλει την νέα τάξη πραγμάτων. Παράλληλα θα φροντίσει, χρησιμοποιώντας μέτρα νομισματικού πολέμου, να κόψει το δρόμο των ανταγωνιστών. Στη σύνοδο των G7, που έγινε τον Σεπτέμβριο του 1985 στο ξενοδοχείο Πλάζα της Νέας Υόρκης, επιβάλει την υποτίμηση του δολαρίου έναντι του Γερμανικού Μάρκου και του Γιεν. Η υποτίμηση του δολαρίου απέναντι στο Γιεν ήταν η μεγαλύτερη και ξεπέρασε το 50% μέχρι το 1987.

Η διαδικασία εξάπλωσης της παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων στον αναπτυσσόμενο κόσμο, που είχε από πριν σταδιακά ξεκινήσει, θα γίνει με μεγάλες ταχύτητες. Ο νέος καταμερισμός εργασίας που βασίζεται στις νέες «έξυπνες» αυτόνομες ευέλικτες και ασύγκριτα πιο παραγωγικές μηχανές, θα κατατμήσει την αλυσίδα μαζικής παραγωγής σε ευμετάβλητα τμήματα που ορίζονται κατά κύριο λόγο από την τεχνολογική συνάφεια. Τα ισχυρά κεφάλαια θα κρατήσουν τα «φιλέτα», δηλαδή τα τμήματα υψηλής προστιθέμενης αξίας, δηλαδή τα τμήματα που κατά κανόνα αποδίδουν σχετική υπεραξία. Τα υπόλοιπα τμήματα θα μεταβιβαστούν σε άλλα μικρότερα κεφάλαια της χώρας που εδρεύει η μητρική εταιρεία ή και σε τρίτες χώρες.

Παράλληλα θα κορυφωθεί και ένας οριζόντιος καταμερισμός τεραστίων διαστάσεων. Ολόκληροι κλάδοι της βιομηχανίας θα μεταφερθούν στις αναπτυσσόμενες χώρες. Κλάδοι, που δεν μπορούν να ενσωματώσουν τη νέα τεχνολογία για λόγους κόστους εισαγωγής ή ιδιομορφιών των υλικών που κατεργάζονται, δηλαδή κλάδοι μικρής προστιθέμενης αξίας, δηλαδή κλάδοι που αποδίδουν απόλυτη υπεραξία.

Τυπικό παράδειγμα για την τελευταία περίπτωση είναι ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας. Ο κλάδος που εγκαινίασε τη Βιομηχανική Επανάσταση έχει ήδη αποσυρθεί από τις ανεπτυγμένες χώρες. Στη δεκαετία 1990 αποσύρθηκε από τις ΗΠΑ και την επόμενη δεκαετία από την Δυτική Ευρώπη. Ελάχιστα από τα μηχανήματα που ξηλώθηκαν από τα εργοστάσια έγιναν παλιοσίδερα. Στην πλειοψηφία τους αποσυναρμολογήθηκαν, τοποθετήθηκαν σε κοντέινερ, ταξίδεψαν με πλοία σε χώρες κυρίως της Ασίας και δευτερευόντως της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Εκεί επανασυναρμολογήθηκαν και σημαντικός αριθμός εξ αυτών συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να βρίσκεται σε παραγωγική λειτουργία.

Απολογισμός

Ο νέος καταμερισμός εργασίας, αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που προηγήθηκε, πρόσθεσε εκατοντάδες εκατομμύρια ανδρών, γυναικών και παιδιών στο σύστημα της μισθωτής εκμετάλλευσης. Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής καλύπτουν πλέον το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, γεωγραφικά και πληθυσμιακά.

Παράλληλα ένα πλήθος πολυπλόκαμων ρυθμίσεων που επιβλήθηκαν διαμόρφωσε ένα σχεδόν ομοιόμορφο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο σε διεθνές και εθνικό επίπεδο, που εξασφαλίζει την προστασία της ιδιοκτησίας, την ελευθερία του εμπορίου, την ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων και την χωρίς περιορισμούς εκμετάλλευση των μισθωτών. Σήμερα όλο και πιο αραιά ακούγονται αφορισμοί, συνήθεις σε προηγούμενες εποχές, του τύπου «εδώ είναι Ευρώπη, δεν είναι Αμερική» ή «εδώ είναι Βαλκάνια» ή «αυτά στην Ελλάδα δεν γίνονται».

Μια τέτοιων διαστάσεων αναδιάταξη στην οικονομική βάση ήταν επόμενο να επιφέρει αντίστοιχου μεγέθους αλλαγές στο εποικοδόμημα και να μεταβάλει τους παγκόσμιους συσχετισμούς.

Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ενσωματώθηκαν σχεδόν από την αρχή στο νέο διεθνή καταμερισμό σε θέσεις αισθητά υποβαθμισμένες σε σχέση με αυτές που κατείχαν στον προηγούμενο.

Η Γερμανία κατάφερε, χωρίς σοβαρούς κλυδωνισμούς, να ενσωματώσει το ανατολικό της τμήμα. Όχι μόνο διατήρησε αλλά και διεύρυνε την υπεροχή της στην ευρωπαϊκή βιομηχανία. Ενίσχυσε την ηγετική της θέση στην ΕΕ.

Η Ιαπωνία δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά στο σοκ της ανατίμησης του Γιεν και εισήλθε σε μια μακρά περίοδο στασιμότητας που συνεχίζεται έως σήμερα.

Η αμερικανική οικονομία, αν και πέτυχε σημαντική μεγέθυνση στη διάρκεια της δεκαετίας 1990, μακροπρόθεσμα δεν κατάφερε να βελτιώσει τη θέση της στον παγκόσμιο καταμερισμό. Η νομισματική υποτίμηση της «Συμφωνίας Πλάζα» κατάφερε μεν να εξουδετερώσει την Ιαπωνία, όμως η Γερμανία διατήρησε γενικά τη θέση της, και το κυριότερο δημιουργήθηκε μια νέα ανταγωνιστική βιομηχανική δύναμη ασύγκριτα ισχυρότερη από τις προηγούμενες. Η Κίνα.

Σήμερα η Κίνα έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ ως προς το ΑΕΠ βάσει ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Ενώ το 1985 το κινέζικο ΑΕΠ συμμετείχε κατά 3,4% στο συνολικό παγκόσμιο ΑΕΠ το 2015 έφτασε στο 17,3%  ενώ η αντίστοιχη συμμετοχή του αμερικανικού από 22,7%  έπεσε στο 15,8%. Αλλά και όσον αφορά το ονομαστικό ΑΕΠ η Κίνα, παρ’ ότι ακόμα υπολείπεται των ΗΠΑ, έχει καλύψει μεγάλο μέρος της διαφοράς. Ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ παγκοσμίως από το 1985 έως το 2015 αυξήθηκε περίπου 6 φορές και το αμερικανικό 4 φορές, το κινέζικο αυξήθηκε 36 φορές.

Οι αλλαγές που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο τροποποίησαν δραστικά των συσχετισμό ανάμεσα στις παγκόσμιες δυνάμεις. Αυτός είναι ο λόγος που, ένας μετά των άλλο, οι σημαντικοί παράγοντες της διεθνούς αγοράς χρήζουν επίσημα την Κίνα σαν τον μελλοντικό ηγέτη του κόσμου. Σε πείσμα όσων υποστήριζαν ότι η Κίνα θα παρέμενε εσαεί ένας υποκατασκευαστής, αδύναμος να ενσωματώσει εξελιγμένες τεχνολογίες και έτσι θα παρέμενε δεύτερης κατηγορίας δύναμη. Αυτή η κοντόφθαλμη πρόβλεψη ήταν το αποτέλεσμα στατικής θεώρησης της φύσης του ανταγωνισμού στον καπιταλισμό.

Αυτός είναι ο λόγος που ισχυρές μερίδες του αμερικανικού κεφαλαίου που δρουν σαν συλλογικός κεφαλαιοκράτης, συνυπολογίζοντας προφανώς κέρδη και ζημίες, επιχειρούν να ανατρέψουν μια σχεδόν προδιαγεγραμμένη πορεία. Η πολιτική προώθηση αυτής της επιχείρησης ανατροπής ανατέθηκε στον Τραμπ. Σ’ αυτή την εκστρατεία ανόρθωσης της αμερικανικής ηγεμονίας, στην οποία κυριαρχούν συνθήματα προστασίας και ανάταξης της εγχώριας βιομηχανίας, είναι φυσικό οι αιχμές των δοράτων να είναι στραμμένες στις κυριότερες ανταγωνιστικές βιομηχανικές δυνάμεις την Κίνα και την Γερμανία.

Και τώρα τι;

Αρκετά επιχειρήματα σχετικά με την βιομηχανική παραγωγή αναπτύχθηκαν από τους αντιπάλους του Τραμπ, από την έναρξη της μακράς προεκλογικής περιόδου έως και σήμερα. Δύο από τα πιο συχνά επαναλαμβανόμενα είναι: «Σήμερα αγοράζεις μια εισαγόμενη τηλεόραση με 200 δολάρια. Αν αυτή παραχθεί στις ΗΠΑ θα κοστίζει 1000», είναι το πρώτο. Το δεύτερο επιχείρημα έχει να κάνει με την απαρίθμηση των μειονεκτημάτων  που θα έχουν εταιρείες όπως η Apple στην περίπτωση που αναγκαστούν να μεταφέρουν την παραγωγή των προϊόντων τους από το εξωτερικό. Μια τεκμηριωμένη  παρουσίαση της σχετικής επιχειρηματολογίας παρουσιάζεται σε άρθρο, με θέμα την μεταποιητική βιομηχανία, του περιοδικού The Economist της 14-1-2017 (Το άρθρο ΕΔΩ).

Σχεδόν όλες οι αιτιάσεις, της πλευράς που αντιτίθεται στην πολιτική Τραμπ, συντείνουν στο ότι πιθανός επαναπατρισμός της βιομηχανίας θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα και τα κέρδη εταιρειών οι οποίες έχουν αναθέσει την παραγωγή τους σε άλλες χώρες. Άμεσα και έμμεσα υποδεικνύεται να χρησιμοποιηθούν τα «συνήθη» μέσα εμπορικού πολέμου και σε καμία περίπτωση σκληρά μέτρα δασμολογικής προστασίας ή δραστικής ανάσχεσης των μεταναστευτικών ροών φθηνού εργατικού δυναμικού.

Σ’ αυτά τα συνήθη μέσα περιλαμβάνεται ο πόλεμος επιτοκίων και νομισματικών ισοτιμιών που ήδη, με μοχλό τις κεντρικές τράπεζες, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης φαίνεται ότι θα κλιμακωθεί και ένας «φορολογικός πόλεμος», χαμηλών φορολογικών συντελεστών για επιχειρηματικά κέρδη και μεγάλα εισοδήματα, με σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων. Παράλληλα υπάρχει ο πόλεμος των τιμών του πετρελαίου, η διαδικασία επιβολής εξοντωτικών προστίμων σε υπερεθνικά μονοπώλια ανταγωνιστικών δυνάμεων ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού και άλλα μέτρα παρόμοιου τύπου.

Μπορούν αυτές οι περιφερειακές συγκρούσεις να αποτελέσουν λύση για το πρόβλημα του επισπεύδοντος που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι ΗΠΑ; Εξαρτάται από το πώς τίθεται η απαίτηση. Αν πρόκειται για βελτίωση των όρων ανταγωνισμού είναι όντως πιθανό, φτάνει να συνυπολογιστούν και οι αντίρροπες δυνάμεις που θα ασκηθούν από τους ανταγωνιστές. Αν η προσδοκία της Αμερικής είναι να αναστρέψει την πορεία που σταθερά οδηγεί στην υποβάθμισή της, και εν τέλει στην απώλεια της κυριαρχίας, είναι εξαιρετικά αμφίβολο τέτοιας υφής μέτρα να έχουν επιτυχία. Αυτό διδάσκει η πρόσφατη ιστορία.

Το 1985 ο Ρίγκαν με συνοπτικές διαδικασίες υποχρέωσε τους συμμάχους στη «Συμφωνία Πλάζα» και παρά την πρόσκαιρη επιτυχία, 30 χρόνια αργότερα οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με πολύ πιο επικίνδυνους ανταγωνιστές. Σήμερα από τους υπόλοιπους των G7 μόνο η Μέι, και αυτή με πολλούς αστερίσκους, συντάσσεται κατ’ αρχήν με τους Αμερικανούς. Σε προηγούμενες, προ πυρηνικών, εποχές το ζήτημα της παγκόσμιας ηγεμονίας λυνόταν στο πεδίο της μάχης. Σήμερα λόγω του φόβου ολικής πυρηνικής καταστροφής, η απευθείας σύγκρουση μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων μετατίθεται συνεχώς. Κανείς όμως δεν είναι σε θέση να αποκλείσει την πιθανότητα ενός τέτοιου πολέμου. Αλλά ας επιστρέψουμε στον «ειρηνικό δρόμο».

Όσο και αν φαντάζει ακραίο ενδεχόμενο, η μόνη αντιπαράθεση που θα είχε πιθανότητες να ανατρέψει ριζικά τους συσχετισμούς προς όφελος της Αμερικής είναι στο πεδίο που την ανέδειξε στο παρελθόν παγκόσμια δύναμη, τη βιομηχανία. Δηλαδή η υλοποίηση ενός σχεδίου δημιουργίας μιας βιομηχανίας που θα παράγει και φθηνά καταναλωτικά εμπορεύματα, και η οποία θα έχει σαν πρώτη προϋπόθεση την επιβολή συνθηκών εργασίας και μισθών ασιατικού τύπου. Αν μάλιστα είναι αρκετά φθηνά θα μπορούν να πωλούνται και στη διεθνή αγορά.

Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική παραγωγή δίπλα σε υπερυψηλής τεχνολογίας προϊόντα θα παράγει και «ευτελή» καταναλωτικά είδη. Μα μήπως αυτή δεν είναι η εικόνα που εδώ και καιρό έχει αρχίζει να σχηματίζει η κινέζικη παραγωγή. Το αν και σε ποιο βαθμό θα πραγματοποιηθούν όλα αυτά θα κριθεί την επόμενη περίοδο και θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις προθέσεις της σημερινής ηγεσίας των ΗΠΑ αλλά και από την αντίδραση των αντίρροπων δυνάμεων εντός και εκτός Αμερικής.

Το αδιέξοδο και η υπέρβασή του

Ο καπιταλισμός είναι ιστορικά προορισμένος να αναπτύσσει αδιάκοπα τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Όταν για διάφορους λόγους σταματά προσωρινά, δημιουργούνται προϋποθέσεις για την ανατροπή του. Αλλά τι σημαίνει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη σημερινή εποχή; Σημαίνει πρώτα απ’ όλα επιτάχυνση της επέκτασης της αυτοματοποίησης στην παραγωγή, πράγμα που θα έχει σαν συνέπεια την προσθήκη εκατομμυρίων στον βιομηχανικό εφεδρικό στρατό.

Σημαίνει εκτόξευση του ποσοστού υπεραξίας σε έναν συνεχώς συρρικνούμενο τομέα αυξανόμενης παραγωγικότητας. Αλλά το ποιο θα είναι το ποσό των κερδών, από την μετατροπή των αυξημένων ποσοστών υπεραξίας, θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από το μέγεθος της υπεραξίας που θα παραχθεί στον άλλο τομέα, της απόλυτης υπεραξίας. Έτσι παρουσιάζεται το παράδοξο, ο τομέας που υποβαθμίζεται να γίνεται ταυτόχρονα όλο και πιο καθοριστικός για τα κέρδη του κεφαλαίου. Αυτό το «παράδοξο» αποτελεί εγγενή αντίφαση του καπιταλισμού τής βιομηχανικής εποχής που θα λαβαίνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η μαρξική θεωρία από το αρχικό στάδιο της εξέλιξής της αποκάλυψε τον διττό χαρακτήρα που έχει η πρόοδος της παραγωγής, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην αστική κοινωνία. «Πως μέσα στις ίδιες τούτες σχέσεις που δημιουργείται (παράγεται) ο πλούτος, παράγεται (δημιουργείται) επίσης κι η αθλιότητα. Πως μέσα στις ίδιες τούτες σχέσεις που υπάρχει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, υπάρχει και μια δύναμη που παράγει καταπίεση». Αυτή η θεμελιώδης αντίφαση, πυροδοτεί σήμερα το σύνολο των αντιφάσεων τής αστικής κοινωνίας. Όποια και αν είναι η εξέλιξη στην τρέχουσα αντιπαράθεση, που διεξάγουν οι μεγάλες δυνάμεις του κεφαλαίου με αιχμή τη βιομηχανία, αυτή η αντίφαση ούτε να λυθεί μπορεί ούτε να αμβλυνθεί.

Κάτω από αυτούς τους όρους το μόνο που θα συνεχίσει να προσφέρεται στους εργαζόμενους είναι διαδοχικοί, χωρίς τέλος, κύκλοι διεύρυνσης της εξαθλίωσης. Στην υπεραναπτυγμένη μορφή του το καπιταλιστικό σύστημα γίνεται κάθε μέρα και πιο απάνθρωπο. Όχι γιατί κάποιοι το κατευθύνουν προς τα εκεί αλλά γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει. Τη λύση του δράματος μπορεί να την φέρει μόνο η κατάργησή του. Και αυτό το έργο μπορεί να επιτευχθεί μόνο από την ανατρεπτική δράση αυτών που παράγουν την υπεραξία σχετική και απόλυτη. Αυτή η υπόθεση έχει άμεση ανάγκη από ένα οδηγητικό πρόγραμμα που δεν θα ρίχνει νοσταλγικές ματιές στο παρελθόν αλλά θα είναι σταθερά στραμμένο στο απελευθερωτικό μέλλον.

Αντί επιλόγου

Πριν περάσουν δύο εικοσιτετράωρα από την ορκωμοσία του Τραμπ, ο Τέρρι Γκου αφεντικό της Foxconn δημοσιοποίησε ορισμένες ιδέες του που έτυχαν μεγάλης προβολής από τα διεθνή μέσα. Η Ταϊβανέζικη Foxconn, που έγινε ευρύτερα γνωστή σε μας από τις αυτοκτονίες εργαζόμενων στα εργοστάσιά της στην Κίνα, είναι ο βασικός κατασκευαστής των προϊόντων της Apple. Ο Γκου εκμυστηρεύτηκε ότι, η εταιρεία του μαζί με άλλους συνεργάτες θα μπορούσε στο μέλλον να πραγματοποιήσει στις ΗΠΑ επενδύσεις ύψους 7 δισ. δολαρίων για την παραγωγή τηλεοπτικών οθονών και να απασχολήσει 30.000 έως 50.000 Αμερικανούς εργάτες. Διευκρινίζοντας βέβαια ότι θα απαιτηθούν μια σειρά από «επενδυτικές προϋποθέσεις» και ότι όλα αυτά είναι απλά κάποιες σκέψεις, δεν υπάρχει κάποιος σχεδιασμός ούτε καν πρόθεση.

Το μέλλον θα δείξει, αν δίπλα στις εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζους που απασχολεί η Foxconn προστεθούν και Αμερικανοί εργάτες που θα παράγουν τηλεοράσεις των 200 δολαρίων ή απλά, τα λόγια του Γκου θα τα θυμόμαστε ως ένα ειρωνικό σχόλιο για την περίοδο που διανύουμε.

kommon

Advertisements