Aπό τον Giorgos P., editor στο Basketball Guru (@b_ballguru)

Στο Ντιτρόιτ δεν υπήρχε ποτέ κόσμος, παρόλο που σε ιδανικές συνθήκες θα μπορούσε να είναι ένα πολύ όμορφο μέρος. Βρίσκεται επάνω σε ποτάμι , στην απέναντι όχθη του οποίου είναι ο Καναδάς. Φανταστείτε απέναντι από το Σύνταγμα να υπήρχε μία άλλη χώρα. Οι δύο πλευρές ενώνονται με ένα υπόγειο τούνελ, στο τέλος του οποίου είναι ο έλεγχος διαβατηρίων. Συχνά πυκνά το περνούσαμε, καθώς τα δικαιώματα πολλών αγώνων ελληνικών ομάδων τα εξασφάλιζε μέσω δορυφόρου μία καφετέρια του Ουίνδσορ, της πόλης που βρισκόταν στην άλλη όχθη. Δεν ξέρω αν ήταν νόμιμο, αλλά ο ιδιοκτήτης εκεί έβαζε εισιτήριο για έναν αγώνα ευρωλίγκα ή κάποιον άλλον του τσάμπιονς λιγκ. Η διαδρομή από τα προάστια του Ντιτρόιτ (όπου μέναμε) δεν ήταν μικρή, αλλά τουλάχιστον εκεί μπορούσαμε να περπατήσουμε σαν άνθρωποι. Στο κέντρο της πόλης – φάντασμα κάτι τέτοιο φάνταζε μάλλον αστείο.

Detroit…

Στο κέντρο της πόλης οι σύγχρονοι και τεράστιοι ουρανοξύστες διαδέχονταν (και υποθέτω διαδέχονται) εκθεσιακά κέντρα και ξενοδοχεία, ενώ υπάρχουν κάποια ελάχιστα χαμηλότερα σπίτια και κατοικίες, γήπεδα και λίγα θέατρα. Όλα χωρίζονται μεταξύ τους με μεγάλους δρόμους και πλατείες, και κάπου ανάμεσα τους υπάρχει ένα υπερυψωμένο τρενάκι, από εκείνα που βλέπαμε σε παλιές ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Καθώς κανείς προχωρά προς το ποτάμι, ο χώρος ανοίγει, ο ουρανός αρχίζει να φαίνεται και ένα σχετικά μεγάλο πάρκο καταλήγει στην όχθη. Η εικόνα έρχεται σε έντονη αντίθεση με την εγκατάλειψη. Ανάμεσα σε όλα αυτά κυκλοφορούσαν τότε ελάχιστοι, τα ισόγεια των κτιριών δεν είχαν παρά λίγα μαγαζιά και οι όποιες βόλτες περιορίζονταν σε μερικά μέτρα. Αν έβλεπε κανείς λίγο παραπάνω κόσμο, ήταν διοτι ενδεχομένως υπήρχε μια συναυλία ή ένας αγώνας , που πάντως σίγουρα δεν είχε σχέση με μπάσκετ. Μέχρι και φέτος, στο Ντιτρόιτ αγωνίζονται οι Tigers, οι Lions και οι Redwings, με τους δύο πρώτους να είναι παραδοσιακά στον πάτο των πρωταθλημάτων του μπέιζμπολ και του αμερικάνικου φούτμπολ. Οι Redwings στο χόκει είναι μία άλλη, καλύτερη ιστορία.

Όταν οι τρεις ομάδες ειχαν αγώνα , το κέντρο γέμιζε με λευκούς. Και το πρωί υπήρχαν τέτοιοι, αλλά ήταν μονίμως κλεισμένοι στα γυάλινα κτήρια ή τα ξενοδοχεία. Ενα ματς αποτελούσε μία καλή ευκαιρία να αφήσουν την άνεση των προαστιών και να κατέβουν μια βόλτα στην χώρα των μαύρων, να φορέσουν τα καπελάκια τους, να πιουν δυο μπιρίτσες, και ύστερα να επιστρέψουν στους καναπέδες τους, αφήνοντας ξανά τα συντρίμμια στην ησυχία τους. Τα πρώτα οκτώ μίλια από το ποτάμι και προς τα έξω ανήκαν και ανήκουν σε αυτούς που έφτυσαν οι καιροί. Δεν είναι για να μπλεκόμαστε παραπάνω.

Το Ντιτρόιτ κάποτε άνθιζε στις πλάτες των εργατών της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι οποίοι ήταν στην πλειοψηφεία τους μετανάστες στην πόλη ή μαύροι, που σιγά σιγά ανέβαιναν τα οικονομικοκοινωνικά σκαλοπάτια. Είχε πληθυσμό 1,8 εκατομμύρια την δεκαετία του ’60 , και παρουσιάζοταν ως ένας παραγωγικός παράδεισος. Μόνο που το καζάνι από κάτω έβραζε , και την φωτιά είχε ανάψει η απέχθεια για την αλλαγή των ταξικών ισορροπιών, όπως και η παραδοσιακά ρατσιστική αστυνόμευση. Σαν να μην πέρασε από τότε μία μέρα, τον Ιούλιο του 1967 η πόλη έζησε για πέντε μέρες πιθανώς την βιαιότερη αστική εξέγερση της δεκαετίας (και ενδεχόμενα της σύγχρονης ιστορίας στις ΗΠΑ), η οποία κατέληξε σε 43 νεκρούς , 342 τραυματίες και 1,400 καμμένα κτίρια.

Από τότε όλα άλλαξαν, κι ας ήταν προορισμένα να αλλάξουν… Οι λευκοί άρχισαν να εκαταλείπουν μαζικά το κέντρο και να μετακομίζουν στα προάστια, διαφοροποιώντας την πληθυσμιακή κατανομή της μητροπολιτικής περιφέρειας του Μίσιγκαν. Στις επόμενες δύο δεκαετίες, ο ανταγωνισμός εξ Ανατολής για τις κραταιές Ford, General Motors και Chrysler έγινε δυσβάσταχτος, με τις εταιρείες να αναγκάζονται να κόψουν κόστη μέσω απολύσεων ή μεταφοράς κάποιων μονάδων τους σε περιοχές με χαμηλότερο κόστος εργασίας ή και στο εξωτερικό. Η αυτοκινητοβιομηχανία, χωρίς ποτέ μέχρι και σήμερα να απωλέσει το “σπίτι” της, έχτισε και εκείνη τα δικά της εξοχικά, βυθίζοντας πολλούς στην περιοχή στη φτώχεια, η οποία με τη σειρά της άρχισε να παίρνει το πατροπαράδοτο μαύρο χρώμα.

Οι εξεγέρσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα τις πληθυσμιακές μετακινήσεις, μαζί με την παρακμή των εργοστασίων αυτοκινήτων , έκαναν την περιοχή του Ντιτρόιτ αυτό που είναι μέχρι και σήμερα, παρά τις κάποιες ανεπαρκείς προσπάθειες της κυβέρνησης Ομπάμα να αναχρηματοδοτήσει τον, χρεωκοπημένο από το 2013, δήμο. Από την όχθη του ποταμού ξεκινούν μεγάλοι παράλληλοι κεντρικοί λεωφόροι, οι οποίοι απεχουν μεταξύ τους ένα μίλι. Μάλιστα η κάθε μία ονομάζεται με βάση αυτή την απόσταση. Ετσι, κάποιος μπορεί να πει ότι κατοικεί ανάμεσα στο τέταρτο και πέμπτο μίλι, εννοώντας στην ουσία την περιοχή ανάμεσα στην τέταρτη και την πέμπτη λεωφόρο. Καθώς τα μίλια αυξάνονται, ο πληθυσμός ολοένα και λευκαίνει, με το περίφημο 8 Mile να αποτελεί το σημείο διαχωρισμού των δύο πολιτισμών.

Από τα εννέα μίλια και πάνω, η εγκατάλειψη δίνει την θέση της στην αυστηρά δομημένη προαστιακή ζωή. Το φαγητό είναι καλό, τα Χριστούγεννα υπάρχουν λαμπιόνια, τα εμπορικά κέντρα έχουν κόσμο, η ώρα κατάκλυσης είναι η ενάτη βραδινή. Από τα οκτώ και κάτω, τα σπίτια έχουν σπασμένα παράθυρα, υπάρχουν λάστιχα στη μέση του δρόμου, στις αποθήκες γίνονται rap battles, ακούγονται μουσικές από τα υπόγεια. Η συμμοριακή βία παραμονεύει για όποιον ανυποψίαστο επιλέξει να περιπλανηθεί σε αυτό το – καθόλου – ανέλπιστα εκρηκτικό μείγμα φτώχειας και πολιτισμού. Δεν το κάνει κανείς. Η κανονική ζωή ξαναρχίζει μόνο περιστασιακά κοντά στα γήπεδα, τα θέατρα και το καλοκαιρινό (μόνο) ποτάμι. Οπως είπαμε όμως. Ενα ματς, μία μπύρα και δρόμο. Δεν ανήκουμε εδώ.

… Pistons

Οι Ντιτρόιτ Πίστονς, δηλαδή η ομάδα της περιοχής που εκπροσωπεί το κατ’εξοχήν άθλημα των μαύρων, μετακόμισαν στο Pontiac και το Palace of Auburn Hills το 1988. Μπροστά στο κοινό των προαστίων μεγαλούργησαν οι Bad Boys των αρχών του ’90 , όπως και οι άξιοι διάδοχοι τους του 2004, μία γενιά απόκληρων (Μπίλαπς, Χάμιλτον, Ρασίντ) που έγινε φωτιά στα χέρια του Λάρι Μπράουν, του μόνου προπονητή που έχει στην τροπαιοθήκη του τίτλο τόσο στο κολεγιακό, όσο και στο επαγγελματικό πρωτάθλημα μπάσκετ. Και οι δύο ομάδες είχαν στις τάξεις τους αθλητές αντάξιους της φήμης της ίδιας της πόλης. Σκληροί, πολλές φορές αντιαθλητικοί, αλλά και ταυτόχρονα αληθινοί εκπρόσωποι ενός μπάσκετ που προτάσσει το σύνολο πάνω από το άτομο, και που αντιστέκεται στην υπερπροβολή των αστέρων, ακόμη και όταν έχει ως μέλος του έναν από τους καλύτερους πόιντ γκαρντ όλων των εποχών. Πάνω και από τον Αϊζέια Τόμας, ήταν πάντα οι Bad Boys.

Αυτή η ταύτιση πόλης και κοινού πάντως, είναι μάλλον προϊόν της φαντασίας ενός ουδετέρου, που πλέον ζει μόνιμα σε άλλο σημείο του πλανήτη. Στο Palace είχα βρεθεί κάμποσες φορές και καμμία από αυτές το γήπεδο δεν μύριζε αίμα. Οι βαριεστημένοι φίλαθλοι διασκέδαζαν με τον ήχο του Μπιγκ Μπεν που ακουγόταν από την οροφή όταν έβαζε καλάθι ο Μπεν Ουάλας, και ζητωκραύγαζαν σαν μικρά παιδιά όταν υποψιάζονταν πως μπορεί να είναι εκείνοι οι τυχεροί που θα κερδίσουν ένα bagel. Τρία μικρά στρογγυλά ψωμάκια εμφανίζονταν να τρέχουν στην οθόνη της οροφής σε μερικά τάιμ άουτ, και αν ο αριθμός που είχαμε στα χέρια μας ταίριαζε με το νούμερο του νικητή, τότε μπορούσαμε να ζητήσουμε δωρέαν ένα τέτοιο από τα μπαρ του γηπέδου. Μπορεί να ήταν και ντόνατ, δεν θυμάμαι καλά. Δεν το πήρα ποτέ.

Αναμεσα στην τριετία ’03 – ’06 , η μόνη φορά που είδα αληθινά πολύ κόσμο να κατακλύζει το κέντρο του Ντιτρόιτ ήταν ένα μεσημέρι του Ιουνίου του 2004. Το “κακό” ήταν τότε στο κατώφλι, αλλά δεν το έβλεπε σχεδόν κανείς. Χιλιάδες καινούρια σπίτια ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια στα μακρινά προάστια, και αν τύχαινε να περνάει κάποιος από τις νεότευκτες συνοικίες, νόμιζε πως η ανθρωπότητα ετοιμαζόταν να εποικήσει στον Αρη. Το οξυγόνο στη γη κόντευε να τελειώσει, όμως ευτυχώς τα πάντα ήταν έτοιμα, η αποικία είχε φτιαχτεί. Το μόνο που έλειπε ήταν οι άνθρωποι να ανοίξουν τις πόρτες , να βάλουν τις κατσαρόλες στη φωτιά, να ανάψουν τα τζάκια και να χουχουλιάσουν με τις παντόφλες τους πάνω στο τραπεζάκι παρέα με ένα Nokia η την καλωδιακή.

Δεν ήρθαν ποτέ, και οι υπέροχες άδειες συνοικίες παρέμειναν υπέροχες και άδειες. Η οικονομική κρίση του 2008 επηρέασε το Μίσιγκαν περισσότερο από πολλές άλλες πολιτείες, και αντί να κάνει τα σπίτια να γεμίσουν, έκανε πολλά περισσότερα να αδειάσουν. Από το 2005 μέχρι και σήμερα, περίπου το ένα τρίτο της ακίνητης περιουσίας των κατοίκων γύρω από το κέντρο (δηλ. εκείνων που ανήκαν στον δήμο του Ντιτρόιτ) κατασχέθηκε ή εκποιήθηκε, ως αποτέλεσμα απλήρωτων στεγαστικών δανείων ή φόρων. Η πόλη ερήμωσε κι άλλο, φτάνοντας πέρυσι στο ιστορικά χαμηλό νούμερο των 677,000 κατοίκων. Περίπου 80% αυτών είναι μαύροι, και δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση το γηπεδικό κοινό των Ντιτρόιτ Πίστονς.

Εκείνο το μεσημέρι του Ιούνη βέβαια, επάνω στην παραλιακή λεωφόρο εκείνοι είχαν βγει κατά χιλιάδες στους δρόμους, επισκιάζοντας την λευκή επέλαση των προαστίων. Επάνω σε κάμπριο αυτοκίνητα, ανοιχτά λεωφορεία και φανταχτερές μηχανές έκαναν παρέλαση οι αναπάντεχοι θριαμβευτές των τελικών του ΝΒΑ, οι οποίοι κόντρα σε κάθε προγνωστικό κέρδισαν κατά κράτος τους Λος Αντελες Λέικερς του Σακίλ Ο’Νιλ και του Κόμπε Μπράιαντ. Μάλιστα η δεύτερη εκείνη έκδοση των Bad Boys είχε καταφέρει τότε και κάτι μοναδικό. Να κερδίσει και τα τρία συνεχόμενα παιχνίδια που έδωσε στην έδρα της, στο “ιστορικό από του χρόνου” Palace of Auburn Hills. Και επιπλέον, είχε καταφέρει να ξαναπαραδώσει έστω και για μία ημέρα την πόλη στους δίκαιους κατόχους της, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ανεβοκατεβαίνουν τις εθνικές οδούς ανά δύο ημέρες , κάνοντας συνολικά δύο ώρες δρόμο την φορά, για να δουν αυτούς που μέχρι και τώρα θαυμάζουν μόνο από την τηλεόραση.

Όπως ανακοίνωσαν πριν από λίγες μέρες, οι Πίστονς θα επιστρέψουν από του χρόνου στο κέντρο του Ντιτρόιτ, όπου θα μοιράζονται την ολοκαίνουρια Little Ceasars Arena με τους Redwings και το χόκει. H επιστροφή τους δεν γίνεται φυσικά για την προσέλκυση των περίπου 700 χιλιάδων κατοίκων της αστικής ζώνης, αλλά διότι τα 4 εκατομμύρια που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχήαποτελούν κοινό μεγαλύτερο από ο,τι εκείνο που μπορούσε να τραβήξει το απομακρυσμένο από όλους Palace, εκεί όπου οι πωλήσεις των εισιτηρίων είχαν πέσει δραματικά τα τελευταία χρόνια.  Ο Σταν Βαν Γκάντι θα συνεχίσει το έργο του από του χρόνου στην καρδιά της Πόλης Φάντασμα. Τα φαντάσματα δεν θα είναι εκεί, μέχρι να ξεμυτίσουν για την επόμενη παρέλαση.

provo

Advertisements