Παγκοσμιοποίηση και Αριστερά

Kenneth Tin-Kin Hung “IN GOD WE TRUST”, 2009 Mohammad – The Nightmare Journey

Των Τάσου Βαρούνη και Γιώργου Παπαϊωάννου

Οι πρόσφατοι τριγμοί της παγκοσμιοποίησης συνδέονται με γεγονότα που προκαλούν τόσο οι σοβαρές αντιθέσεις που γεννιούνται στους κόλπους των διεθνών ελίτ, όσο και η παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα στις εξελίξεις.

Στη Μεγάλη Βρετανία, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, αλλά και στους βασικούς συστημικούς παράγοντες, το πρόσφατο δημοψήφισμα έβγαλε Brexit. Μα είναι δυνατόν σε μια εποχή διεθνοποίησης, ένα ισχυρό κράτος να εγκαταλείπει μια υπερεθνική ολοκλήρωση;

Στις ΗΠΑ, η εκλογή Τραμπ προκάλεσε παγκόσμιο σοκ, αλλά και αποστροφή από τα ισχυρά πολιτικά, οικονομικά και χρηματιστικά κέντρα. Μα πώς είναι δυνατόν η Χίλαρι Κλίντον να μην κατάφερε να επικρατήσει στη μάχη απέναντι σε έναν «κλόουν», παρά την αμέριστη στήριξη όλων των δυναμικών παραγόντων της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης;

Πολλοί κάνουν λόγο για εποχή τεράτων. Αλλά μήπως τότε ήταν «εποχή αγγέλων» αυτή που εγκαινιάστηκε μετά την ταραγμένη διετία 1989-91 και χαρακτηρίστηκε Νέα Τάξη Πραγμάτων για την ανθρωπότητα, εν μέσω πολέμων και γενίκευσης της παγκόσμιας αδικίας;

Ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα, αναδεικνύεται ακόμα ένα με την δική του σημασία. Η Αριστερά στη συντριπτική της πλειοψηφία φαίνεται να καταγράφεται σήμερα σαν μια δύναμη φιλική στην παγκοσμιοποίηση. Σε αυτό το μικρό δισέλιδο αφιέρωμα, διερευνούμε το γεγονός αυτό, τόσο στην σημερινή όσο και στην ιστορική του διάσταση.

Στον πυρήνα του θαυμαστού «ενιαίου κόσμου»

Η Αριστερά από συμπληρωματική μέχρι και προωθητική ιδεολογική δύναμη της παγκοσμιοποίησης

Τα σχήματα και οι ερμηνείες με τα οποία η Αριστερά αποδέχτηκε το φαινόμενο και τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης εδώ και αρκετές δεκαετίες αποδεικνύουν καταρχήν δυο πράγματα. Πρώτον, ότι στον πυρήνα της αριστερής σκέψης λειτουργούν αντιλήψεις που χρειάζονται τουλάχιστον ξεσκαρτάρισμα. Και δεύτερον, ότι αυτές οι οπτικές και στάσεις δεν ήταν άσχετες από τα προνόμια που απολάμβανε η Αριστερά –κυρίως η ευρωπαϊκή- ως κομμάτι του «ενιαίου κόσμου» μετά το ’89. Σε κάθε περίοδο οι αφηγήσεις τροποποιούνταν και μεταβάλλονταν στη βάση των αναγκών προσαρμογής. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των αριστερών δυνάμεων δεν μπόρεσε να οικοδομήσει μια ανεξάρτητη, διευρυμένη και ανταγωνιστική ματιά απέναντι στην καθόλου αναπόφευκτη «αλλαγή του κόσμου» υπό την καθοδήγηση των διαδικασιών παγκοσμιοποίησης. Στις καλύτερες εκδοχές κράτησε μια απλώς διεκδικητική στάση, στις χειρότερες υπήρξε από συμπληρωματική έως προωθητική δύναμη αυτής της πορείας.

Σήμερα, οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης έχουν προχωρήσει. Μαζί και τα όρια τους, αφού τελικά δεν μπόρεσαν ν’ αποτελέσουν το αντίδοτο στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Ακόμα κι αν η πορεία τους δεν ήταν «αντικειμενική», έχουν δημιουργήσει ένα ολότελα νέο περιβάλλον. Όχι μόνο ως μια εικόνα του πλανήτη με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει οικονομικά, γεωπολιτικά κ.λπ., αλλά και ως διαμορφωτική δύναμη που έδρασε και δρα πάνω στους ανθρώπους, τους λαούς, τα υποκείμενα. Στις μέρες μας ζούμε εντονότερα τις αντιφάσεις αυτής της πορείας. Μπορεί οι σύγχρονες αμφισβητήσεις να παρουσιάζουν μια μεγάλη ποικιλία αλλά είναι σίγουρο πως έχουμε μπει σε μια νέα περίοδο. Οι «φρουροί της παγκοσμιοποίησης» δεν παίζουν πια μόνοι τους.

Αντικειμενισμός και διεθνισμός

Η λατρεία της Επιστημονικοτεχνικής Επανάστασης αποτέλεσε την πρωταρχική βάση για την πλήρη αποδοχή της παγκοσμιοποίησης από μεριάς της Αριστεράς. Σύμφωνα με την οπτική της, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται «γενικώς κι αορίστως», ενώ οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα της αντικειμενικής αυτής διαδικασίας που ξεπερνά -δεν μπορεί παρά να ξεπερνά- τα πλαίσια και τους περιορισμούς του εθνικού κράτους. Η υπαγωγή της επιστήμης στις ανάγκες του κεφαλαίου «ξεχάστηκε». Η τεχνολογική εξέλιξη αναγορεύτηκε οδηγός στην πορεία όλων των υπολοίπων αλλαγών, λες και αυτή είναι ανεξάρτητη από συσχετισμούς και επιδιώξεις.

Έτσι, δεν ήταν καν «νοητή» η οποιαδήποτε αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης, παρά μόνο η διεκδίκηση καλύτερων όρων μέσα σε αυτή. Το πρόβλημα ήταν πια ο τρόπος προσαρμογής και ένταξης στην παραγωγή και τη λεία μιας πίτας που τάχα θα μεγάλωνε. Ένας διεθνής καταμερισμός εργασίας που δεν είχε τίποτα το αντικειμενικό ή ισότιμο παρά μόνο την ισχυροποίηση πολυεθνικών και ισχυρών κέντρων επιβλήθηκε μέσα από τη διάλυση χωρών, οικονομιών και την καταστροφή παραγωγικών διαδικασιών και δυνάμεων

«Στερείται βάσης μια παγκοσμιοποίηση που μειώνει την τιμή των παπουτσιών του παιδιού, αλλά κοστίζει τη θέση εργασίας του πατέρα»

«Στερείται βάσης μια παγκοσμιοποίηση που μειώνει την τιμή των παπουτσιών του παιδιού, αλλά κοστίζει τη θέση εργασίας του πατέρα»

Άλλες οπτικές μέσα σε χώρους της Αριστεράς ευελπιστούσαν σε έναν μετασχηματισμό αυτής της παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας σε μια άλλη με σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Μάλιστα η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρήθηκε από αρκετούς σαν μια ακόμα… υλική προετοιμασία για τον σοσιαλισμό. Αρκούσε μονάχα οι επαναστατικές δυνάμεις να πάρουν το πάνω χέρι και να τη διαχειριστούν διαφορετικά. Μα τι το επαναστατικό υπάρχει στο να κατασκευάζει μια χώρα μόνο βίδες, άλλη να παράγει καπνά και η τρίτη να προσφέρει αποκλειστικά τουριστικές υπηρεσίες; Αν σήμερα, οι μορφές ενός νέου διεθνισμού, οφείλουν να συμπεριλάβουν παραγωγικές συνεργασίες και συνέργειες σε διεθνές επίπεδο -διάμεσου και ανεξάρτητα από τα κράτη;- αυτό θα βρίσκεται σε αντίθεση με ό,τι ανεξέλεγκτο από τους λαούς επιβάλει σήμερα η ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση.

Ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατία

Έπειτα ήταν τα «ανθρώπινα δικαιώματα» που έγιναν το νέο σύνθημα για την Αριστερά σε αγαστή πάντα συμπόρευση με τον καπιταλιστικό κόσμο. Ανασύρθηκε μέχρι και το «δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση» για να νομιμοποιηθούν οι αποσχιστικές τάσεις που εκδηλώθηκαν με σύμβολα τις αμερικάνικες σημαίες. Διαλύθηκαν κυρίαρχες χώρες στο όνομα υποτίθεται του αγώνα ενάντια σε εθνοκαθάρσεις. Με πιο χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ το 1999 με τις ευλογίες της ευρωπαϊκής Αριστεράς που μάλιστα συγκυβερνούσε σε Γαλλία και Ιταλία.

Η παγκοσμιοποίηση εμφανίστηκε όμως και ως «εξαγωγή δημοκρατίας». Πέρα από την προφανή κοροϊδία -αφού οι υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων τα καταπατούσαν με κάθε τρόπο εντός και εκτός των καπιταλιστικών μητροπόλεων- η ρητορεία αυτή ενέταξε τη σκέψη σ’ ένα καινούριο ιδεολογικό φόντο. Τον αγώνα υπέρ ενός απροσδιόριστου οικουμενισμού και ενάντια στο δηλητηριώδες εθνικό γεγονός που βαπτίστηκε συλλήβδην εθνικιστικό. Σε αυτό τον αγώνα μάλιστα ήταν η αριστερή διανόηση που πρωτοστάτησε, αφού η εθνική κυριαρχία έμοιαζε με έννοια ρετρό. Η παγκοσμιοποίηση θα αποτελούσε έτσι το αποκορύφωμα της συνεργασίας των κρατών και της άρσης των διαφορών που προκαλούσαν τις παγκόσμιες συρράξεις. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό που προωθούνταν δεν ήταν ο οποιοσδήποτε ενιαίος κόσμος αλλά ο ενιαίος κόσμος της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Σήμερα, σε μια περίοδο ανάδυσης του «γεωπολιτικού στοιχείου», τα ίδια τα εδαφικά σύνορα αποτελούν εμπόδια που οφείλουν να ξεπεραστούν.

Υπάρχει όμως μια ακόμα πραγματική και ιδεολογική επιβάρυνση από την ρητορική της υπεράσπισης των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» εν μέσω παγκοσμιοποίησης. Η νίκη του οικονομικού στοιχείου πάνω στο πολιτικό. Η ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση θα ενέτασσε τα πάντα στο μοναδικό, διεθνοποιημένο μοντέλο του νεοφιλελεύθερου συστήματος. Έτσι, η πολιτική κυριαρχία και αρμοδιότητα των επιμέρους χωρών μοιάζει πια απελπιστικά αδύνατη ή αδιάφορη μπροστά στις επιταγές παγκόσμιας ισχύς των οικονομικών νόμων. Η πολιτική μοιάζει με την οικονομική διαχείριση. Ή από την άλλη –όπως μας έμαθε με τον λόγο του ο σύντροφος Ομπάμα- μπορεί να διαμορφώνει ενεργούς πολίτες μόνο όμως στο βαθμό που αυτοί δεν αμφισβητούν το οικονομικό μοντέλο.

Διαλύοντας τις συλλογικές ταυτότητες

Αλλά και κάτι τελευταίο. Η εικόνα ενός ανθρώπου απογυμνωμένου από δεσμούς, πατρίδες, συλλογικές εντάξεις, ιστορίες, παραδόσεις και εν συνεχεία ενός πολιτισμού αδιαφοροποίητου και υποταγμένου στο μοναδικό κυρίαρχο πρότυπο, δεν έχει τίποτα το προοδευτικό ή ανθρώπινο. Η πολυπολιτισμικότητα που τόσο διαφημίζεται πατάει ακριβώς στη διάλυση όλων των εθνικών, κοινοτικών κ.λπ. ιδιαιτεροτήτων. Αυτός είναι ο πλούτος της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης. Γιατί κάθε πατρίδα που καταστρέφεται, κάθε σύνορο που παραβιάζεται από τους ισχυρούς, δεν μας φέρνει κοντύτερα ούτε μεταξύ μας, ούτε στην πανανθρώπινη λευτεριά. Μάλλον στην αναζωπύρωση νέων μορφών φασισμού συμβάλλει. Το σύστημα θα εξοντώνει συλλογικές ταυτότητες –είναι και η εθνική μια απ’ αυτές με όλες τις αντιφάσεις της- και θα προσφέρει νέες πιο διχαστικές κι επιθετικές. Ή πάλι θα γεννά ανθρώπινες φιγούρες που θα μοιάζουν περισσότερο με ζώα και με μοναδικό στόχο την επιβίωσή τους. Ας σκεφτούμε μόνο τις διαδικασίες γκετοποίησης σε όλο τον πλανήτη. Κατατεμαχισμός, αποδιάρθρωση των κοινωνιών κι έπειτα ανασύνθεσή τους σε ανταγωνιστικά πλαίσια και πάντα στο περιθώριο. Αυτό είναι το κοινωνικό μοντέλο που προάγει αλλά και υποστηρίζει σήμερα την παγκοσμιοποίηση. Οι εποχές όπου ο αντικαπιταλισμός συνδέθηκε μονόπλευρα με διάφορα είδη «απελευθερώσεων» πέρασαν ή αφορούν πια ελάχιστους βολεμένους.

Γιατί για την Αριστερά, στην πιο μεταμοντέρνα εκδοχή της, η έμφαση εδώ και δεκαετίες δίνεται στα δικαιώματα του ατόμου. Όχι βέβαια σε όλα. Αλλά σε όσα μπορούν να γίνουν ανεκτά, χωρίς μεγάλο ζήτημα για τους υπάρχοντες συσχετισμούς. Τι σημασία έχει το εάν εφαρμόζει μνημόνια, αν καταστρέφει κοινωνικά στρώματα, αν προωθεί στρατιωτικούς νόμους, αν στηρίζει ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Η ελευθερία και οι επιλογές του ατόμου είναι αυτές που προέχουν. Ας μη βιαστούν κάποιοι να ανταπαντήσουν ότι «και τα δυο είναι σημαντικά». Προφανώς. Εμείς όμως εδώ αναφερόμαστε σε όσους προωθούν ή σιωπούν για τα πρώτα, έχοντας κάνει σημαία τους κάποια από τα δεύτερα. Στην πραγματικότητα μάλιστα, και σε βαθύτερη διάσταση, αυτό συμβαδίζει με την μοντελοποίηση που αναφέραμε παραπάνω. Υπάρχουν βέβαια και πιο σοβαρά ζητήματα για τη χειραφέτηση των ανθρώπινων κοινωνιών. Αν η μόνη μορφή αναγνώρισης της ανθρώπινης κατάστασης είναι η ατομική ύπαρξη. Αν υπάρχουν συλλογικές υποστάσεις και οντότητες άξιες δικαιωμάτων. Αλλά αυτά ανοίγουν μια συζήτηση που μόνο έξω από το κυρίαρχο πλαίσιο μπορεί να διεξαχθεί.

Το χαμόγελο του Σιάτλ

Αν ψάξουμε μια συμβολική αρχή για τον 21ο αιώνα -σε σχέση με την ιστορία όσων αγωνίζονται- τότε ίσως το «Σιάτλ» να κερδίζει επάξια αυτή τη θέση. Το 1999 κάνει την εμφάνισή του το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Το no global κίνημα. Μια σημαντική «διεργασία» παγκόσμιας εμβέλειας, η συμβολή της οποίας στάθηκε καθοριστική. Τουλάχιστον, για όσους αντιμετωπίζουν τα κινήματα πέρα από το δίπολο «νίκησε-έχασε». Από το Σιάτλ μέχρι τη Γένοβα και την Φλωρεντία, με αρκετούς ενδιάμεσους σταθμούς, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στον ΠΟΕ, το ΔΝΤ, το G8, την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΝΑΤΟ. Αυτό το μαζικό κίνημα κατάφερε -και αυτή υπήρξε η τεράστια συνεισφορά και σημασία του- να καταγράψει με αρνητικό πρόσημο την παγκοσμιοποίηση στη συνείδηση εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη. Ως μια διαδικασία που δημιουργεί φτώχεια, ανισότητες και καταστροφές κάθε είδους. Επιπλέον, μέσα από διεθνή «ραντεβού», έθεσε και υλοποίησε την ανάγκη διεθνούς συντονισμού και συνεργασίας.

Το anti-global κίνημα, με έναυσμα τις μεγάλες κινητοποιήσεις στο Σιάτλ ενάντια στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, κατάφερε να καταγράψει με αρνητικό πρόσημο την παγκοσμιοποίηση στη συνείδηση εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη

Το anti-global κίνημα, με έναυσμα τις μεγάλες κινητοποιήσεις στο Σιάτλ ενάντια στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, κατάφερε να καταγράψει με αρνητικό πρόσημο την παγκοσμιοποίηση στη συνείδηση εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη

Όπως σε όλα τα πραγματικά κινήματα, συνυπήρχαν διαφορετικές απόψεις, προσανατολισμοί και επιδιώξεις, ενώ ο τρόπος που δέθηκε και προχώρησε σε κάθε χώρα καθορίστηκε από εθνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες. Υπήρξε πάντως -και σε πολλές περιπτώσεις κυριάρχησε ή «έκανε κουμάντο»- μια πτέρυγα και οι δυνάμεις που αναφέρονταν σε μια «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση». Για την πτέρυγα αυτή, το φαινόμενο θεωρήθηκε αντικειμενικό, κι έμενε μονάχα να μετριαστούν κάποιες αρνητικές του συνέπειες. Ειδικά στην Ευρώπη, η μέχρι το μεδούλι φιλοευρωπαϊκή Αριστερά προσπαθούσε να μετριάσει κάθε αιχμή που στρέφονταν πιο συνολικά ενάντια στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ο ευρωπαϊσμός ήταν η κεντρική εκδοχή της παγκοσμιοποίησης στον ευρωπαϊκό χώρο αλλά ουδέποτε μπήκε στο στόχαστρο. Το μέγιστο της αντιπαράθεσης ήταν οι πολιτικές λιτότητας που είχαν ήδη αρχίσει να προωθούνται ταχέως στις ευρωπαϊκές χώρες, μαζί με κάποιες πολεμοχαρείς επιλογές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Ένα άλλο κομμάτι της Αριστεράς –φουλ αντιευρωπαϊκό στις διακηρύξεις- σνόμπαρε αυτό το κίνημα, απέχοντας προκλητικά από τις διαδικασίες του. Τον τόνο πάντως, πέρα από τις «ζυμώσεις» των κορυφών, τον έδωσε και στην περίπτωση αυτού του κινήματος, ο αγωνιζόμενος κόσμος με το ένστικτο και την ευρηματικότητά του.

Στην ουρά της μιας πτέρυγας

Η Αριστερά συντάσσεται σήμερα με την «παράταξη» του χρηματιστικού φιλελεύθερου καπιταλισμού

Αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες… Οι παραδοσιακές πολιτικές οικογένειες, όπως τις γνωρίζαμε στην Ευρώπη, σχεδόν δεν υπάρχουν πια ως αντιθετικοί πόλοι στο πολιτικό σκηνικό. Ή τουλάχιστον, τα σύνορα μεταξύ τους γίνονται όλο και πιο ακαθόριστα, ενώ μεγάλες ρωγμές τις διαπερνούν οριζόντια. Ας σκεφτούμε ότι σε κάθε κόμμα στη Μεγάλη Βρετανία, υπήρχαν υποστηρικτές και πολέμιοι του Brexit, ενώ στη Γερμανία χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες κυβερνούν μαζί τη χώρα – ατμομηχανή της Ε.Ε.

Μπάρακ Ομπάμα και Χίλαρι Κλίντον. Η ομιλία του πρώτου στην Αθήνα συνάντησε τον θαυμασμό των υποστηρικτών της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ η δεύτερη υποστηρίχθηκε από όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή Αριστερά, με τη λογική του μικρότερου κακού απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ

Μπάρακ Ομπάμα και Χίλαρι Κλίντον. Η ομιλία του πρώτου στην Αθήνα συνάντησε τον θαυμασμό των υποστηρικτών της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ η δεύτερη υποστηρίχθηκε από όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή Αριστερά, με τη λογική του μικρότερου κακού απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ

Ταυτόχρονα, στις ΗΠΑ, τα δυο μεγάλα στρατόπεδα μόνο τυπικά παρέμειναν ενωμένα. Ο Μπέρνι Σάντερς των Δημοκρατικών, μόνο κόντρα στην πλειοψηφία των οπαδών του, σύρθηκε τελικά στην υποστήριξη της Κλίντον, ενώ πολλοί παράγοντες των Ρεπουμπλικάνων, ανάμεσά τους και ο Τζορτζ Μπους, απέφυγαν να στηρίξουν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Δυο «παρατάξεις» αναδεικνύονται στις τάξεις των ελίτ του δυτικού κόσμου. Από τη μια, το στρατόπεδο των ακραιφνών υποστηρικτών του χρηματιστικού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που προχωρά εσχάτως σε ένα αναγκαίο «λίφτινγκ», σοκαρισμένο κι αυτό μπροστά στις ήττες του. Από την άλλη, το αναδυόμενο στρατόπεδο της «αναδίπλωσης», καθοδηγούμενο από ολιγαρχικά κέντρα, εκμεταλλευόμενο ανάγκες και φόβους ευρύτατων πληττόμενων στρωμάτων. Μια μειοψηφική, αν και ανερχόμενη, δύναμη που δείχνει περισσότερο ικανή στην παρούσα φάση να συγκεντρώνει πολιτική ισχύ.

Η Αριστερά, στην συντριπτική της πλειοψηφία αποτελεί ουραγό της μιας πτέρυγας, αυτής που φανατικά υποστηρίζει την συνέχεια του φιλελεύθερου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Στις εκλογές των ΗΠΑ, σύμπασα σχεδόν η ευρωπαϊκή Αριστερά συντάχθηκε με την Κλίντον απέναντι στον σκοταδισμό του Τραμπ. Στην Ελλάδα, ο «αριστερός» πρωθυπουργός υποδέχτηκε σαν ελευθερωτή τον Ομπάμα, ενώ όσα διαμείφθηκαν τις μέρες της επίσκεψης σαφώς δεν είχαν διπλωματική αλλά έντονα πολιτική και συμβολική χροιά.

«Συμφωνήσαμε», είπε ο Αλ. Τσίπρας, «ότι το να αποκτήσουν ξανά οι σύγχρονες κοινωνίες ελπίδα και προοπτική, είναι η μόνη απάντηση, απέναντι σε ένα ανερχόμενο ρεύμα σκεπτικισμού και εθνικής περιχαράκωσης, που απειλεί τις σύγχρονες δημοκρατίες», ενώ δήλωσε αισιόδοξος γιατί έχει γνωρίσει την Άνγκελα Μέρκελ και σχημάτισε τη γνώμη «ότι είναι μια πολιτικός με αίσθημα της ευθύνης απέναντι στην Ευρώπη και στο μέλλον της Ευρώπης».

Ας μην μείνουμε στον χατζηαβατισμό τον δηλώσεων. Έχουν ουσία και αυτή είναι η συστράτευση στο στρατόπεδο των Μέρκελ, Ομπάμα, απέναντι σε εθνικιστές και «ευρωσκεπτικιστές». Σε όσους δηλαδή αντιμάχονται την παγκοσμιοποίηση ή την Ε.Ε. που δεν είναι παρά η υλοποίησή της παγκοσμιοποίησης στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Δεν πρόκειται για ελληνική εξαίρεση. Όλη η ευρωπαϊκή Αριστερά, με τιμητικές εξαιρέσεις, «χορεύει» στους ίδιους ρυθμούς.

Άλλωστε, σε τι θα διαφωνούσε με την ομιλία Ομπάμα στο ίδρυμα Νιάρχου, ένας mainstream Έλληνας ή Ευρωπαίος αριστερός; Αν το καλοσκεφτούμε, σχεδόν σε τίποτα. Υποστήριξη της διεθνοποίησης, καταγγελία των συνταγών λιτότητας υπέρ μιας μισοκεϋνσιανής ρητορικής, ύμνοι στην κοινοβουλευτική φιλελεύθερη δημοκρατία, αποδοχή της αγοράς και των νόμων της, θέρμη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, υποστήριξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ατζέντα Ομπάμα δεν διαφέρει από το πλαίσιο της Αριστεράς αλλά στην πραγματικότητα το εμπεριέχει.

Ο εγκλωβισμός στους σχεδιασμούς κάποιας από τις δύο παρατάξεις είναι έτσι κι αλλιώς προβληματικός και οδηγεί στην απώλεια κάθε αυτονομίας. Η συστράτευση ειδικά με το στρατόπεδο της παγκοσμιοποίησης, με την πτέρυγα εκείνη των διεθνών ελίτ που φέρουν την ευθύνη για την οικοδόμηση του σημερινού κόσμου και την πολιτική που ακολουθήθηκε τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες, είναι συνταγή εξαφάνισης αυτού του είδους που καταγράφεται τυπικά στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Ας μην μεμψιμοιρούν μετά για την ανυποληψία τους, ούτε γιατί επενδύεται στην ακροδεξιά η δυσαρέσκεια των πολιτών για την Ευρώπη που οικοδομείται. Η ευθύνη είναι όλη δική τους.

Δρόμος της Αριστεράς