Λος Άντζελες, Μαύρη Παρασκευή 2011: Το προσωπικό ασφαλείας ενός Walmart συλλαμβάνει μια κοπέλλα που ράντισε με σπρέυ πιπεριού όσους ήσαν γύρω της, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα Xbox.

Για αιώνες, το επίθετο «μαύρη» αναφερόταν σε ημέρες κατά τις οποίες σημειώθηκαν καταστροφές. Στην ιστορία, έχουν υπάρξει πολλά γεγονότα που σηματοδότησαν «Μαύρες Παρασκευές», σπουδαιότερο των οποίων θεωρείται ο πανικός τής 24ης Σεπτεμβρίου 1869, που ξέσπασε όταν οι χρηματιστές Τζέυ Γκουλντ και Τζέιμς Φισκ εκμεταλλεύτηκαν τις διασυνδέσεις τους με τη κυβέρνηση Γκραντ για να χειραγωγήσουν την αγορά χρυσού. Όταν ο πρόεδρος Γκραντ έμαθε τι συνέβαινε, διέταξε το υπουργείο οικονομικών να ρίξει μια μεγάλη ποσότητα χρυσού στην αγορά. Η υπερπροσφορά όχι απλώς φρέναρε το ράλλυ αλλά έρριξε και την τιμή τού χρυσού κατά 18%. Εκείνη την ημέρα φτιάχτηκαν και χάθηκαν περιουσίες. Ανάμεσα σ’ αυτούς που καταστράφηκαν ήταν και ο γαμπρός τού προέδρου Γκραντ.

Η παλαιότερη γνωστή χρήση τού όρου «Μαύρη Παρασκευή» για την επομένη τής «Ημέρας των Ευχαριστιών» εμφανίζεται στο περιοδικό Factory Management and Maintenance τον Νοέμβριο του 1951, κάτι που έγινε και το 1952. Το περιοδικό χαρακτήριζε έτσι την συνήθεια των εργαζομένων να επικαλούνται ασθένεια εκείνη την ημέρα, ώστε σε συνδυασμό με την προηγουμένη και το σαββατοκύριακο να εξασφαλίζουν τετραήμερη ανάπαυση. Ωστόσο, η χρήση αυτή δεν έπιασε.

Την ίδια εποχή, οι όροι «Μαύρη Παρασκευή» και «Μαύρο Σάββατο» άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τους αστυνομικούς τής Φιλαδέλφειας και του Ρότσεστερ, ως έκφραση της αγανάχτησής τους για την διήμερη κυκλοφοριακή συμφόρηση που συνόδευε την έναρξη των αγορών για τα Χριστούγεννα. Για κάποιον άγνωστο λόγο, οι κάτοικοι αυτών των δυο πόλεων ξεχύνονταν για ψώνια ακριβώς αυτό το διήμερο και η κατάσταση γινόταν αφόρητη για τα όργανα της τάξεως (και όχι μόνο). Το 1961, οι δημοτικές αρχές και οι εμπορικοί σύλλογοι των περιοχών αυτών προσπάθησαν να πάρουν κάποια μέτρα που θα βελτίωναν την κατάσταση αλλά η πρωτοβουλία τους δεν έφερε αποτέλεσμα.

Η χρήση τού όρου άρχισε να εξαπλώνεται σιγά-σιγά και να παίρνει την έννοια της πιο εμπορικής ημέρας τού χρόνου, αν και σε ρεπορτάζ τού 1985 η Philadelphia Inquirer αναφέρει ότι οι λιανοπωλητές σε Σινσινάτι και Λος Άντζελες εξακολουθούσαν να αγνοούν τον όρο. Κι ενώ η «Μαύρη Παρασκευή» διαδιδόταν όλο και περισσότερο, οι έμποροι άρχισαν να δυσφορούν με την χρήση ενός κοροϊδευτικού όρου για την πιο σημαντική ημέρα του χρόνου για ψώνια. Έτσι, υιοθέτησαν μια άλλη ερμηνεία, η οποία έχει ως εξής:

Κάθε μέρα, οι έμποροι καταγράφουν στα κιτάπια τους εισπράξεις και πληρωμές. Σύμφωνα με την διεθνή λογιστική πρακτική, όταν το υπόλοιπο ενός λογαριασμού είναι αρνητικό, γράφεται είτε με το πλην (μπροστά ή πίσω από τον αριθμό) είτε μέσα σε παρένθεση είτε με κόκκινο μελάνι, με την τελευταία επιλογή να είναι η επικρατέστερη. Κάθε μέρα του χρόνου, λοιπόν, θα μπορούσε να «κοκκινήσει» (δηλαδή, να αφήσει αρνητικό υπόλοιπο δοσοληψιών) εκτός από την συγκεκριμένη Παρασκευή, η οποία πάντοτε ήταν «μαύρη». Η πρώτη επίσημη εμφάνιση αυτής της εκδοχής εμφανίστηκε πάλι στην Philadelphia Inquirer στις 28 Νοεμβρίου 1981.

Το 2013, μια φήμη στο διαδίκτυο υποστήριξε ότι ο όρος είναι πολύ παλαιότερος και προέρχεται από τον πολιτειακό νότο πριν από τον εμφύλιο πόλεμο, χάρη στην πρακτική της πώλησης σκλάβων από την επομένη τής «Ημέρας των Ευχαριστιών». Φυσικά,αυτή η εκδοχή ξεχάστηκε σύντομα, μιας και βασιζόταν σε ένα καραμπινάτο ψέμα: η ιδέα τής καθιέρωσης της «Ημέρας των Ευχαριστιών» ανήκει στον Λίνκολν και υλοποιήθηκε μετά τον εμφύλιο.

Η ιδέα καθιέρωσης αυτής της ημέρας ως έναρξης για τα ψώνια των Χριστουγέννων μάλλον οφείλεται στον αη-Βασίλη, ο οποίος κάνει την πρώτη του εμφάνιση στις διάφορες παρελάσεις που πραγματοποιούνται κατά την «Ημέρα των Ευχαριστιών». Από τον 19ο αιώνα, μεγάλα πολυκαταστήματα σε ΗΠΑ και Καναδά συνηθίζουν να χρηματοδοτούν τέτοιες παρελάσεις, μόνο και μόνο για να εμφανιστούν οι αη-Βασίληδες, που θα περνούσαν το έμμεσο μήνυμα «Santa Claus is coming to town, άρα έφτασε ο καιρός για ψώνια». Με τα χρόνια, δημιουργήθηκε και μια άτυπη σύμβαση μεταξύ των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την οποία καμμιά τους δεν θα έκανε χριστουγεννιάτικη διαφήμιση πριν απ’ αυτή την ημέρα. Κι επειδή δεν έχουν άδικο αυτοί που λένε πως τα πιο παράδοξα πράγματα συμβαίνουν στις ΗΠΑ, αυτή ακριβώς η άτυπη σύμβαση έγινε αφορμή για ένα τέτοιο παράδοξο, που έφτασε να απασχολήσει ως και τον Λευκό Οίκο!

Στην αρχή, ως «Ημέρα των Ευχαριστιών» είχε οριστεί η τελευταία Πέμπτη τού Νοεμβρίου. Κατά την δεκαετία τού 1930, κάποιες μεγάλες επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου άρχισαν την γκρίνια επειδή εκτιμούσαν ότι το χρονικό διάστημα μέχρι τα Χριστούγεννα ήταν πολύ μικρό και η διαφημιστική εκστρατεία για τις γιορτές θα έπρεπε να αρχίζει νωρίτερα. Η γκρίνια ήταν τόσο έντονη ώστε το 1939 ο πρόεδρος Φρανκλίνος Ρούζβελτ εξέδωσε προεδρικό διάγγελμα το οποίο όριζε ως «Ημέρα των Ευχαριστιών» την τέταρτη Πέμπτη του Νοεμβρίου και όχι την τελευταία, πράγμα που σήμαινε κέρδος μιας εβδομάδας σε ορισμένες χρονιές. Η προεδρική πρωτοβουλία εγκρίθηκε και με πράξη τού Κονγκρέσσου αλλά δεν ήσαν λίγοι οι πολίτες που εναντιώθηκαν στην αλλαγή. Αυτοί συνέχισαν να γιορτάζουν το Thanksgiving Day όπως παλιά, αποκαλώντας την νέα ημερομηνία Franksgiving Day (από το όνομα του προέδρου).

Η μανία των επιχειρήσεων για περισσότερες πωλήσεις έχει οδηγήσει πολλές απ’ αυτές να ανοίγουν τα καταστήματά τους όλο και νωρίτερα το πρωί της «Μαύρης Παρασκευής». Πολλά τέτοια καταστήματα ανοίγουν αμέσως μετά τα μεσάνυχτα ενώ υπάρχουν και κάποια που δεν κλείνουν καθόλου το βράδυ τής Πέμπτης. Χάρη σ’ αυτή την πρακτική, στις ΗΠΑ γίνεται ήδη λόγος για «Γκρίζες Πέμπτες» και για «Καφετιές Πέμπτες».

Τα τελευταία χρόνια τείνει να καθιερωθεί στις ΗΠΑ και η Κυβερνοδευτέρα (Cyber Monday), μια ιστορία που ξεκίνησε το 2005 από την διαπίστωση ότι πολλοί καταναλωτές είτε δεν μπορούν να ψωνίσουν όπως θα ήθελαν μέσα στον πανζουρλισμό τής «Μαύρης Παρασκευής» είτε απλώς δεν δέχονται να υποστούν την ταλαιπωρία αυτής της ημέρας. Έτσι, η Εθνική Ομοσπονδία Λιανικού Εμπορίου σκέφτηκε να καθιερώσει για όλους αυτούς τους καταναλωτές μια μέρα παρόμοια με την «Μαύρη Παρασκευή», κατά την οποία θα μπορούσαν να κάνουν τα ψώνια τους από το σπίτι ή το γραφείο τους, άνετα, μέσω διαδικτύου. Ως τέτοια μέρα ορίστηκε η πρώτη Δευτέρα μετά τις Ευχαριστίες. Αυτή η κίνηση έγινε δεκτή με ευχαρίστηση από τις επιχειρήσεις που κάνουν πωλήσεις μέσω διαδικτύου (με πρώτη και καλύτερη την Amazon, φυσικά), κάτι που γέννησε τον όρο «Κυβερνοδευτέρα».

Μαύρες Παρασκευές, Γκρίζες Πέμπτες, Κυβερνοδευτέρες, Λευκές Νύχτες, Χάλλογουιν… Όροι και συνήθειες άγνωστα σε μας, αυτά που οι παλιότεροι αποκαλούσαν «αμερικανιές». Μέχρι τώρα τα χρονικά μας ορόσημα ήσαν η Τσικνοπέμπτη, η Καθαροδευτέρα, το Μεγαλοβδόμαδο, οι Απόκριες, ο Δεκαπενταύγουστος. Ίσαμε τώρα, ο χρόνος μας σημαδευόταν και χρωματιζόταν από την ζωή, τις παραδόσεις και τις συνήθειές μας. Από δω και πέρα τα σημάδια και τα χρώματα θα τα βάζουν οι λογής-λογής επιχειρήσεις, κατά πώς βολεύεται η κερδοφορία τους. Είναι κι αυτό μια πρόοδος, τρομάρα μας και μαύρη τύφλα μας. Δόξα νά ‘χει ο καπιταλισμός!

cogito ergo sum