Αθήνα, 22/2/1952: Εορταστικές εκδηλώσεις για την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Αεροπλάνα σχηματίζουν τα αρχικά τού Συμφώνου πετώντας πάνω από την Ακρόπολη.

Αν κάτι υπογράμμισε και κατέστησε διάφανα ξεκάθαρο η πρόσφατη επίσκεψη Ομπάμα, είναι η πλήρης συμφωνία όλων σχεδόν των αστικών κομμάτων σε δυο αξιώματα: αφ’ ενός μεν η ασφάλειά μας δεν διατρέχει κίνδυνο όσο βρισκόμαστε μέσα στο μαντρί τού ΝΑΤΟ αφ’ ετέρου δε αποτελεί ουτοπία η αναζήτηση ευημερίας έξω από το μαντρί τής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κι αφού αυτά τα αξιώματα γίνονται αποδεκτά από το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων (πλην ΚΚΕ, βεβαίως), θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό το ζεύγος αξιωμάτων συνιστά τον πυρήνα τής πολιτικής μας ως χώρας.

Με απλά λόγια, εδώ και πολλές δεκαετίες, αυτοί που κυβερνούν αυτόν τον τόπο και αποφασίζουν για το παρόν και το μέλλον του, στηρίζουν την ευόδωση της «αδέσμευτης» πολιτικής τους στο δίδυμο μάντρωμα της χώρας. Ο ελληνικός πολιτικός παράδεισος αναζητείται στα δυο μαντριά, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., με την οποιαδήποτε σκέψη περί αποδέσμευσης απ’ αυτά να καταδικάζεται εν τη γενέσει της διαρρήδην. Άλλωστε, όπως είχε πει σε ανύποπτο χρόνο (για άλλον λόγο αλλά δεν έχει σημασία) ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, «όποιο αρνί απομακρύνεται από το μαντρί, το τρώει ο λύκος».

Μπορεί όλοι να γνωρίζουμε ότι πρωτεργάτης τής ένταξής μας στην ενωμένη Ευρώπη ήταν ο «δεξιός» Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος πάλευε χρόνια και χρόνια για να τα καταφέρει. Όμως, δεν είναι εξ ίσου ευρέως γνωστό ότι στο ΝΑΤΟ μας έβαλε ο «κεντρώος» Νικόλαος Πλαστήρας, με μια συμφωνία που εγκρίθηκε από το σύνολο των βουλευτών (πλην ΕΔΑ) στις 18/2/1952. Σ’ εκείνη την συνεδρίαση της βουλής, ο «δημοκράτης» Πλαστήρας (επί των ημερών του οποίου εκτελέστηκε ο Μπελογιάννης, για να μη ξεχνιόμαστε), τόνισε: «Δεν μπορεί κανείς να μην παραδεχθεί ότι όταν η Ελλάς συμμετέχη εις το Ατλαντικόν Σύμφωνον μετά των μεγάλων δυνάμεων, αι οποίαι κατοικούνται από ελευθέρους δημοκρατικούς λαούς, αισθάνεται εαυτήν ασφαλεστέραν. Αι άλλαι θεωρίαι περί ειρηνεύσεων και ουδετερότητος δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με το γεγονός αυτό».

Το ζήτημα είναι τι έχει κερδίσει πραγματικά η Ελλάδα από το τόσο μακρόχρονο μάντρωμά της. Τις θυσίες που έχει κάνει, οικονομικές και μη, λίγο-πολύ τις γνωρίζουμε. Τα οφέλη της, όμως, ποια είναι; Δυστυχώς, αυτά αναζητούνται ακόμη.

Κατ’ αρχήν, ούτε η ένταξή στο ΝΑΤΟ ούτε η σύνδεση με την -τότε- ΕΟΚ γλίτωσε την χώρα από την εφτάχρονη δικτατορία. Εκείνη την δύσκολη για τους έλληνες εποχή, οι κουμανταδόροι των δυο μαντριών είτε περιορίστηκαν σε φραστικές καταδίκες επιπέδου «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε», είτε συνεργάστηκαν με τους δικτάτορες.

Το δίδυμο μάντρωμά μας δεν μας πρόσφερε κάποιο όφελος ούτε όταν το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Όσο για την «ηρωική» έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος τού ΝΑΤΟ, την οποία έκανε ο Καραμανλής στις 14/8/1974 (δήθεν διαμαρτυρόμενος για την στάση της συμμαχίας στην Κύπρο), λειτούργησε περισσότερο ως άλλοθι για την μόνιμη από τότε πρόσδεσή μας στο νατοϊκό άρμα (*), την οποία υπέγραψε η κυβέρνηση Ράλλη στις 19/10/1980, μόλις 73 ημέρες πριν ενταχθούμε στην ΕΟΚ ως πλήρες μέλος.

Εξ ίσου άχρηστο αποδείχθηκε και το ευρωπαϊκό μαντρί, όταν ξέσπασε η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση. Μάλιστα δε, όχι απλώς δεν κερδίσαμε κάτι από την ένταξή μας σ’ αυτό αλλά πάθαμε και διπλή παραπανίσια ζημιά: αφ’ ενός μεν χρησιμοποιηθήκαμε -και χρησιμοποιούμαστε ακόμη- ως πειραματόζωο για την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων δοξασιών αφ’ ετέρου δε κληθήκαμε να πληρώσουμε για να σώσουμε τις γερμανικές (κατά μείζονα λόγο), τις γαλλικές και άλλες τράπεζες, ανάμεσα στις οποίες και κάποιες δικές μας.

Η ειρωνεία είναι πως, όταν χρειαστήκαμε την συμπαράσταση των ευρωπαίων «συνεταίρων» μας για να αντιμετωπίσουμε τα οξύτατα προβλήματα των αυξημένων προσφυγικών ροών, εκείνοι μας υποχρέωσαν να παίξουμε τον ρόλο τού αναχώματος, προκειμένου να μείνουν εδώ οι πρόσφυγες και να μη προχωρήσουν στα ενδότερα της Ένωσης. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, έχτισαν ένα μαντρί μέσα στο μαντρί και μας έβαλαν στην απομόνωση να κόψουμε τον σβέρκο μας.

Τώρα, όσον αφορά τον ρόλο τού ΝΑΤΟ στα προβλήματα που έχουμε με τους τούρκους, τί να συζητήσουμε; Καν εγώ σιωπήσω και οι λίθοι κράξονται. Μήπως δεν είναι το ίδιο το ΝΑΤΟ που κάνει πλάτες στην Τουρκία, αφού όχι απλώς αρνείται να πάρει θέση στο πρόβλημα αλλ’ επί πλέον συναινεί (έστω και εμμέσως) στην ανάδειξη του Αιγαίου σε «γκρίζα περιοχή»; Ακόμη και τις προάλλες, ενώ ήταν στην Αθήνα ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, οι τούρκοι αλώνιζαν τόσο στην θάλασσα όσο και στον αέρα τού Αιγαίου (αδιαφορώντας για οποιαδήποτε επίπτωση λόγω της παρουσίας τού Ομπάμα, σε μια πρωτοφανή επίδειξη προκλητικής θρασύτητας), δίχως να υπάρξει η παραμικρή αντίδραση από τις νατοϊκές δυνάμεις που περιπολούν στην περιοχή.

Αίθουσα Τροπαίων της Βουλής, 9/7/1961: Υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης Ελλάδας-ΕΟΚ. (**)

Υποτίθεται πως, όταν χαράζεις εθνική πολιτική, αναζητάς συμμάχους ανάμεσα σ’ εκείνους με τους οποίους έχεις κοινούς στόχους και επιδιώξεις, κοινά συμφέροντα. Μπορεί κάποιος να μου υποδείξει ποιους συγκεκριμένους κοινούς στόχους και ποια συγκεκριμένα κοινά συμφέροντα έχει ή είχε ποτέ τούτος ο τόπος με το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε τους έχει αποδεχτεί ως συμμάχους; Παρακαλώ, μόνο συγκεκριμένες απαντήσεις γίνονται δεκτές. Αοριστίες σαν αυτές που ακούγονται από τα προεκλογικά μπαλκόνια (π.χ. ευημερία, ειρήνη, πρόοδος κλπ) απορρίπτονται ασυζητητί.

Εν κατακλείδι, με κάθε σεβασμό προς την μνήμη τού Ευαγγέλου Αβέρωφ-Τοσίτσα, θα ήθελα να διορθώσω ελαφρώς το τσιτάτο του, το οποίο ανέφερα στην αρχή του κειμένου: Όποιο αρνί απομακρύνεται από το μαντρί, ενδέχεται να το φάει ο λύκος. Όποιο δεν απομακρυνθεί, σίγουρα θα το σφάξει ο τσοπάνης.

———————————————–
(*) Χαρακτηριστικός ο τίτλος άρθρου τού OnAlert.gr: «Έξοδος από το NATO; Το κάναμε και δεν έπιασε το 1974, γιατί να το επαναλάβουμε;«. Μη ξεχνάμε ότι το 1974 αποχωρήσαμε από το στρατιωτικό αλλά όχι και από το πολιτικό σκέλος τού ΝΑΤΟ.

(**) Στην φωτογραφία διακρίνονται καθήμενοι από αριστερά: Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας (υπ. εξωτερικών), Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης (υπ. συντονισμού), Παναγιώτης Κανελλόπουλος (αντιπρόεδρος της κυβέρνησης), Λούντβιχ Έρχαρντ (αντικαγκελλάριος και υπ. οικονομικών Δυτ. Γερμανίας), Πολ Ανρί Σπάακ (υπ. εξωτερικών Βελγίου), Γκέμπχαρντ Ζέελος (πρέσβυς Δυτ. Γερμανίας), Ζακ Μωρίς Κουβ ντε Μυρβίλ (υπ. εξωτερικών Γαλλίας), Εμίλιο Κολόμπο (υπ. βιομηχανίας Ιταλίας), Ευγένιος Σάους (υπ. εξωτερικών Λουξεμβούργου) και Χανς Ρουντολφ φαν Χούτεν (υφυπ. εξωτερικών Ολλανδίας). Τότε η ΕΟΚ είχε 6 χώρες-μέλη.

cogito ergo sum