Αθήνα, 19/7/1991: Ο Τζορτζ Μπους παίρνει το απεριτίφ του με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον υπουργό εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και την υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Ντόρα Μπακογιάννη.

Φαίνεται πως όσοι πρόεδροι των ΗΠΑ αποφασίζουν να επισκεφθούν την Ελλάδα, συνηθίζουν να το κάνουν λίγο πριν τελειώσει η θητεία τους, λες και η κύρια σκέψη τους έχει να κάνει περισσότερο με τον τουρισμό παρά με την πολιτική. Κάτι σαν «δεν θα μου ξαναδοθεί η ευκαιρία να πάω τζάμπα στην Ελλάδα, οπότε ας πάω τώρα με το προεδρικό αεροπλάνο, που είναι και άνετο». Πιο εύκολα μπορώ να πιστέψω κάτι τέτοιο παρά το ότι ολόκληρος Ομπάμα ήρθε από την άλλη άκρη τού πλανήτη για να συζητήσει μαζί μας… τί ακριβώς; Λες και υπάρχει κάτι στο οποίο διαφωνεί μαζί του η «πρώτη φορά αριστερά» κυβέρνησή μας;

Ο μπαμπάς Μπους είχε έλθει το καλοκαιράκι του 1991 κι έμεινε δυο μερούλες. Ο Μητσοτάκης τον περίμενε πώς και πώς, με τον τύπο και τους αναλυτές να είναι σίγουροι πως ο πλανητάρχης θα έκανε ιστορικές δηλώσεις για το κυπριακό. Όμως, ο Μπους απογοήτευσε τους πάντες, δηλώνοντας ότι η ελπίδα για την λύση τού κυπριακού (περί της οποίας είχε μιλήσει άλλωστε, τρέφοντας τα διάφορα δημοσιεύματα) ήταν μόνο η πρωτοβουλία τού γ.γ. του ΟΗΕ Χαβιέρ Φελίπε Ρικάρντο Πέρες ντε Κουέγιαρ υ ντε λα Χουέρα. Ύστερα επισκέφθηκε την βάση των ΗΠΑ στην Σούδα κι από κει έφυγε για Τουρκία.

Παρένθεση πρώτη. Οι αισιόδοξοι το είχαν δέσει κόμπο ότι ο Μπους θα έλυνε το κυπριακό, συγκρίνοντας την Κύπρο με το Κουβέιτ με μια μπακαλίστικη λογική: εφ’ όσον ο πρόεδρος των ΗΠΑ τιμώρησε το Ιράκ για την εισβολή του στο Κουβέιτ, κατά τον ίδιο τρόπο θα τιμωρούσε και την Τουρκία για την εισβολή της στην Μεγαλόνησο. Όμως, ο Μπους το ξέκοψε: η εισβολή στην Κύπρο ήταν τελείως διαφορετική από εκείνη στο Κουβέιτ. Κι όλοι κατάπιαν την γλώσσα τους. Κλείνει η πρώτη παρένθεση.

Τα περί τουρισμού που λέγαμε πριν, είναι πιο έντονα στην περίπτωση Κλίντον. Η Χίλλαρυ είχε επισκεφθεί την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1996 και είχε σκάσει από την στενοχώρια της που ο καιρός δεν της επέτρεψε να πεταχτεί ως την Σαντορίνη. Από τότε, το έβαλε αμέτι-μουχαμέτι να ξαναέρθει στον τόπο μας για να δει το ηλιοβασίλεμα από την Οία. Πες-πες, τον έσκασε τον Μπιλ, ο οποίος της το υποσχέθηκε για να την ξεφορτωθεί. Ζήτησε, λοιπόν, να του κανονίσουν μια επίσκεψη 3-4 ημερών στην Ελλάδα κι άρχισαν οι ετοιμασίες, οι οποίες βάσταξαν πάνω από δώδεκα μήνες. Εκτός από την Σαντορίνη, στο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν τα Μετέωρα, η Βεργίνα και οι Μυκήνες.

Φαίνεται, όμως, ότι δεν ήταν γραφτό τής Χίλλαρυ να πάει στην Σαντορίνη. Με το που προσγειώθηκε το προεδρικό αεροσκάφος στην Αθήνα, αντί να βγουν έξω οι Κλίντον, μπήκε μέσα ο γνωστός μας Νίκολας Μπερνς, ο πρέσβυς τους, για να τους ενημερώσει ότι η Αθήνα καίγεται από τις πορείες και τα συλλαλητήρια κατά των ΗΠΑ. Μέσα σε έναν χρόνο, ο Μπερνς είχε σημειώσει 53 πορείες προς την πρεσβεία των ΗΠΑ, οι περισσότερες των οποίων κατελήγαν σε επεισόδια. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο πρέσβυς είχε ειδοποιήσει την υπουργό εξωτερικών Μαντλήν Ωλμπράιτ ότι ο Σημίτης αρνιόταν να αναλάβει οποιαδήποτε δέσμευση για ασφάλεια του προέδρου σε περίπτωση πολυήμερης παραμονής.

Στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εκείνων των ημερών ξεχώρισε ένα θεατρικό σκετς, οργανωμένο από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Ήταν το «Λαϊκό Δικαστήριο», το οποίο στήθηκε στο Σύνταγμα, με «πρόεδρο» τον Κώστα Καζάκο και «κατηγορούμενους» καμμιά εικοσαριά ηγέτες των δυνάμεων που συμμετείχαν στον πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας. Ανάμεσα σε όσους βρέθηκαν στο «εδώλιο», ήσαν και ο Κλίντον με τον Σημίτη αλλά και ο γ.γ. του ΟΗΕ Κόφφι Ανάν. Μετά την έκδοση της «καταδικαστικής απόφασης», ακολούθησε η συνήθης πορεία προς την πρεσβεία των ΗΠΑ, η οποία σηματοδότησε τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για την επικείμενη επίσκεψη.

Κάπως έτσι, λοιπόν, πριν καν πατήσει ο Μπιλ Κλίντον το πόδι του σε ελληνικό έδαφος, πάρθηκε η απόφαση να περιοριστεί το ταξίδι του στην Ελλάδα σε δυο μέρες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, την δεύτερη μέρα της επίσκεψης έβρεχε. Παρά την βροχή, το προεδρικό ζεύγος κατάφερε να πάει μέχρι την Ακρόπολη, όπου ο πρόεδρος ενθουσιάστηκε αλλά η πρώτη κυρία έβραζε τόσο ώστε, αν την έπιανες από την μύτη θα έσκαγε.

Παρένθεση δεύτερη. Ο Κλίντον ένιωσε τόση ευχαρίστηση πάνω στην Ακρόπολη ώστε δεν δίστασε να γυρίσει στους δημοσιογράφους και να τους πει, εντελώς παρορμητικά, «αν τα μάρμαρα ήταν δικά μου, θα σας τα έδινα» (αναφερόμενος, προφανώς, στα ελγίνεια). Εννοείται ότι οι παρατρεχάμενοι της πρεσβείας βλαστήμησαν και ξαμολήθηκαν αμέσως να προλάβουν εφημερίδες και κανάλια για να μοιράσουν μια ανακοίνωση που έλεγε ότι «ο πρόεδρος εξέφρασε την προσωπική του άποψη και όχι την επίσημη άποψη των ΗΠΑ». Μια κουβέντα με ζουμί ακούσαμε από το στόμα του κι αυτή ήταν απλώς μια «προσωπική άποψη»; Εμ, καλά έκανε ο τότε πρόεδρός μας Κωστής Στεφανόπουλος και του τα έχωσε στο γεύμα! Κλείνει και η δεύτερη παρένθεση.

Σύνταγμα, 8/11/1999: Ο Κώστας Καζάκος προεδρεύει στο «Λαϊκό Δικαστήριο». Δεξιά του ο Βασίλης Κολοβός.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, την εποχή που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, τόσο ο Μπους όσο και ο Κλίντον είχαν μπροστά τους έναν ακόμη χρόνο προεδρίας, άρα οι επισκέψεις τους δεν μπορεί να μην είχαν πολιτικό περιεχόμενο. Πάει καλά, ας πούμε ότι κάπου το παράκανα με όσα είπα πρωτύτερα για τουρισμό. Όμως, ο Ομπάμα ήρθε σήμερα ως τελειωμένος. Τί είδους πολιτική περιμένουμε από έναν πρόεδρο που, μόλις επιστρέψει στις ΗΠΑ, τα κύρια μελήματά του θα είναι να βρει πού θα κοιμηθεί το βράδυ της 20ης Ιανουαρίου 2017 και καμμιά βολική εταιρεία μεταφορών για να ξεκουβαλήσει;

Ας τελειώνουμε με τις βαθυστόχαστες αναλύσεις τού ποδαριού. Ο Ομπάμα κάνει την βόλτα του, βγάζοντας μερικές από τις τελευταίες του υποχρεώσεις ως πλανητάρχης και ως κύριος εκφραστής τού εκείθεν του Ατλαντικού κεφαλαίου. Η ελληνική κυβέρνηση τον υποδέχεται με τρόπο politically correct, ο οποίος δεν εκπλήσσει κανέναν. Εμείς διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτή την επίσκεψη επειδή αυτό είναι το καθήκον μας και βρίζουμε, βλαστημάμε και φασκελώνουμε επειδή αυτό βγαίνει από μέσα μας. Κάποιοι θα σπεύσουν να γλείψουν τον υψηλό μας επισκέπτη επειδή αυτό είναι το μόνο που ξέρουν να κάνουν. Και όλοι μαζί θα περιμένουμε λίγες ώρες ακόμη, να ξεκουμπιστεί ο πλανητάρχης και να ξαναγυρίσουμε στην ρουτίνα μας.

Τί θα μείνει από τούτο το διήμερο πανηγυράκι; Μάλλον τίποτε. Ίσως μια φωτογραφία τού Μπαράκ με τον Αλέξη (λεζάντα: «οι δυο αριστεροί») κι άλλη μια με τον Πάκη (λεζάντα: «οι δυο τελειωμένοι»). Κατά τα άλλα, όρος ωδίνον μυν τέξεται.

cogito ergo sum