x-default

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Αλλεπάλληλα είναι τα βέλη που δέχεται το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2017, με όλες τις αμφισβητήσεις να έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την προσγείωση των δημοσιονομικών μεγεθών σε πιο …ρεαλιστικά επίπεδα. Η πιο πρόσφατη και σοβαρή αμφισβήτηση προέρχεται από τους δανειστές που στο πλαίσιο της νέας αξιολόγησης ζητούν επιπλέον στοιχεία τα οποία να θεμελιώνουν όχι μόνο την προοπτική ανάπτυξης της οικονομίας το επόμενο έτος στο 2,7% του ΑΕΠ αλλά και τη βασιμότητα του στόχου για το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Οι ανησυχίες για ευρεία χρήση μεθόδων «δημιουργικής λογιστικής» επιβεβαιώθηκαν όταν η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία αναθεώρησε την εκτίμηση για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2015 από 0,7% στο 0,2% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μια αλλαγή που είναι αδύνατο να μην επηρεάσει, επί τα χείρω, το 2016 και το 2017 ανατρέποντας τους στόχους που έχουν τεθεί.

Μια περισσότερο βάσιμη αμφισβήτηση του στόχου για ανάπτυξη της οικονομίας κατά 2,7% το 2017 δημοσιεύθηκε από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής (από εδώ μπορείτε να φτάσετε στην έκθεση). Όπως αναφέρεται, η μεγέθυνση που προβλέπει το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού θα προέλθει από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%, του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου κατά 9,1%, των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 5,3%, των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 3,3% εξ αιτίας της αναμενόμενης επιτάχυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, της ανόδου των τιμών για δεύτερο συνεχόμενο έτος κατά 0,8%, τη μείωση της ανεργίας στο 20,4% του εργατικού δυναμικού και τη συρρίκνωση της δημόσιας κατανάλωσης σε ετήσια βάση κατά 0,3%. Ωστόσο, μια περισσότερο επισταμένη εξέταση των παραπάνω βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας αποκαλύπτει ότι περισσότερο αποτελούν ευσεβή πόθο των συντακτών του κρατικού προϋπολογισμού παρά αντανάκλαση πραγματικών δυναμικών.

Υφεσιακά μέτρα

Αναφέρει χαρακτηριστικά το γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, που τονίζει ότι ο προϋπολογισμός του 2017 έχει βραχυπρόθεσμα υφεσιακό χαρακτήρα καθώς χαρακτηρίζεται από «φοροκεντρική λιτότητα», πως «με δεδομένη την εφαρμογή επιπλέον μέτρων από 1/1/2017 η προβλεπόμενη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8% κρίνεται αρκετά αισιόδοξη». Υπογραμμίζουν οι συντάκτες της έκθεσης: «μολονότι τυχόν μειώσεις δαπανών αντί αυξήσεων φόρων θα είχαν πιθανόν μικρότερη άμεση υφεσιακή επίπτωση, το σημαντικότερο είναι ότι οι αυξήσεις φόρων αποθαρρύνουν την εργασία και την επιχειρηματικότητα (από την πλευρά της προσφοράς) και επομένως θολώνουν τις προοπτικές ανάκαμψης». Να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι οι άμεσοι φόροι προβλέπεται να φτάσουν το 2017 στα 20,36 δισ.  ευρώ (από 20 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο προϋπολογισμός του 2016) και οι έμμεσοι τα 26,27 δισ. ευρώ (από 24,74 δισ. το 2016, αύξηση σχεδόν κατά 6%!). Επίσης σημαντικές μειώσεις, ύψους 454 εκ. ευρώ το 2017 θα προκύψουν από την κατηγορία εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικά επιδόματα. Μόνο από την μείωση των δικαιούχων του ΕΚΑΣ ο κρατικός προϋπολογισμός θα εξοικονομήσει 439,2 εκ. ευρώ, από την αναπροσαρμογή επικουρικών συντάξεων ΕΤΕΑ 117,3 εκ. ευρώ και 33,1 εκ. από τον «εξορθολογισμό» συντάξεων λόγω θανάτου. Όπως επιπλέον αναφέρει το γραφείο Προϋπολογισμού «στην εξοικονόμηση θα συμβάλει και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας με 66 εκ. ευρώ το 2017. Οι συντάξεις δημοσίου θα προσφέρουν δημοσιονομικό όφελος 60,8 εκ. ευρώ το 2017. Τέλος, μικρότερες εξοικονομήσεις αναμένεται να προκύψουν και από την αλλαγή του κανόνα προσλήψεων (36,5 εκ. ευρώ) και από την αναμόρφωση των ειδικών μισθολογίων (34,1 εκ. ευρώ) το 2017». Τώρα, πώς είναι δυνατόν μετά από τέτοια αφαίμαξη της οικονομίας να αυξηθεί η ιδιωτική κατανάλωση κατά 1,8% όπως προβλέπει το προσχέδιο του προϋπολογισμού παραμένει απορίας άξιο…

Αβέβαιη θεωρεί το γραφείο Προϋπολογισμού και την προβλεπόμενη αύξηση των επενδύσεων κατά 9,1% που «μπορεί να θεωρηθεί εφικτή λόγω της χαμηλής βάσης του 2016 και εφ’ όσον γίνει ορθή χρήση των ευρωπαϊκών “εργαλείων” (ΕΣΠΑ, Πακέτο Γιούνκερ), κ.α.» Να αναφέρουμε πάντως ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ως άθροισμα του συγχρηματοδοτούμενου και του εθνικού σκέλους) παραμένει καθηλωμένο στα επίπεδα του 2016, δηλαδή 6,75 δισ. ευρώ. Και πάλι, πώς είναι δυνατό να αυξηθούν τόσο πολύ οι επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα, όταν το ΠΔΕ παραμένει στάσιμο δεν ερμηνεύεται πειστικά…

Σε πτώση τα τουριστικά έσοδα

Μακριά από την πραγματικότητα βρίσκεται και η εκτίμηση για αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 5,3%. Αναφέρει το γραφείο Προϋπολογισμού ότι για το 2017 «η σημαντική ανάκαμψη προϋποθέτει ακόμη, μια εξαιρετική καλή χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό». Οι τουριστικές εισπράξεις τον Αύγουστο μειώθηκαν κατά 9,2% και κατά 7,1% στο οκτάμηνο, παρότι αυξήθηκαν οι αφίξεις ξένων επισκεπτών (κατά 1,5% τον Αύγουστο και 1,3% από τον Ιανουάριο ως τον Αύγουστο). Γεγονός που ενδέχεται να αποτελέσει αρχή μιας μακροχρόνιας τάσης που θα χαρακτηρίζεται από μείωση της χρονικής διάρκειας παραμονής ξένων επισκεπτών και των τιμών στα προσφερόμενα τουριστικά πακέτα κι επίσης αποτέλεσμα της στροφής ειδικά των νέων σε ηλικία τουριστών σε φθηνές κατοικίες που προσφέρονται μέσα από πλατφόρμες της λεγόμενης «οικονομίας του διαμοιρασμού», όπως η Airbnb. Δεν είναι επομένως καθόλου βέβαιο ότι ο τουρισμός θα συνεχίσει να συμβάλει με τον τρόπο που το έπραττε ως πρόσφατα στην αύξηση του προϊόντος. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δείχνει πόσο επικίνδυνα αίολες σε απρόβλεπτους και εξωγενείς παράγοντες (όπως συνέβη για παράδειγμα με το βρετανικό δημοψήφισμα που οδήγησε σε ακύρωση πολλών αφίξεων από την Αγγλία) είναι οι οικονομίες που εξαρτώνται από τον τουρισμό και, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να οδηγήσει σε αναθεώρηση ενός σχεδιασμού που θέλει τον τουρισμό να εξελίσσεται σε «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας και πυλώνα της οικονομίας της. Επί του παρόντος, αν η πρόσφατη απότομη προσγείωση των τουριστικών εσόδων φανεί ότι δεν είναι συγκυριακή τότε η εκτίμηση για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,7% το 2017 θα αποδειχθεί ευσεβής πόθος, ή καθρεφτάκι για τους ιθαγενείς εντός κι εκτός Ελλάδας…

Οι προβλέψεις του προϋπολογισμού αποδεικνύονται εντελώς αυθαίρετες αν λάβουμε υπ’ όψη μας και μια αίρεση που αναφέρεται στο προσχέδιο: «Καθοριστικό ρόλο για τις εξελίξεις το 2017 αναμένεται ότι θα διαδραματίσει η εξέλιξη των διαβουλεύσεων για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, καθώς αποτελεί κρίσιμο βήμα για την αποκατάσταση της επενδυτικής εμπιστοσύνης, της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής ικανότητας και αξιοπιστίας της οικονομίας. Η επίτευξη της τελικής συμφωνίας και η εφαρμογή συγκεκριμένων για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους αναμένεται να βοηθήσει στην επαναφορά της οικονομίας σε πορεία ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, εκπέμποντας ένα θετικό σήμα για την προοπτική σταθερότητας, την ώθηση των επενδύσεων και την ενδυνάμωση της εγχώριας ζήτησης». Ωστόσο, ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς τερμάτισαν κάθε συζήτηση για διευθέτηση του χρέους εντός του 2016 στο πλαίσιο της πρόσφατης επίσκεψης του έλληνα πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες. Το 2017 δε, αποκλείεται να ανοίξει η καθόλου δημοφιλής αυτή συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα λόγω των εκλογών σε Γερμανία και Γαλλία. Άρα, η συζήτηση θα διεξαχθεί το 2018 ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Επομένως, ελλείψει αυτών των προϋποθέσεων η υλοποίηση του στόχου για μεγέθυνση κατά 2,7% το 2017 μοιάζει με άπιαστο όνειρο, όπως έγκαιρα έχουν υποδείξει εκθέσεις από μεγάλες τράπεζες από Γερμανία και ΗΠΑ που διατυπώνουν πολύ πιο απαισιόδοξες προβλέψεις. Η Barclays για παράδειγμα εκτιμά ότι το 2017 η μεγέθυνση θα κυμαίνεται γύρω στο 0,7%! Μένει να δούμε αν στον προϋπολογισμό που θα κατατεθεί και θα ψηφιστεί τον επόμενο μήνα θα παραμείνει η πρόβλεψη για 2,7%…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 27 Οκτωβρίου 2016